Ο κρίκος που κρατά ενωμένη τη Ρωσία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο κρίκος που κρατά ενωμένη τη Ρωσία

Γιατί ο Πούτιν γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αφήσει την πατρίδα του στην τύχη της
Περίληψη: 

Το ρωσικό κράτος στερείται από θεσμούς οι οποίοι μπορούν να λειτουργήσουν έξω από τη δομή της εξουσίας που έχει χτίσει ο Βλαντιμίρ Πούτιν γύρω από το πρόσωπό του στο Κρεμλίνο. Και τούτος είναι ο κύριος λόγος που επιστρέφει στην προεδρία.

Ο VLADISLAV INOZEMSTEV είναι διευθυντής του Κέντρου για Μετα-βιομηχανικές Μελέτες (Centre for Post-Industrial Studies )και διευθυντής σύνταξης της Επιθεώρησης Svobodnaya Mysl

Η απόφαση του Βλαντιμίρ Πούτιν να επιστρέψει στην προεδρία της Ρωσίας [1] δεν θα πρέπει να δημιουργεί έκπληξη. Έμαθε πολύ νωρίς στην καριέρα του ότι η δημοκρατική διακυβέρνηση είναι επικίνδυνη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν ήταν νεαρός αντισυνταγματάρχης στην KGB ο Πούτιν παρακολούθησε τα καθήκοντά του να καταργούνται και τη χώρα του να ερειπώνεται σαν αποτέλεσμα των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων στην Σοβιετική Ένωση. Το 1996, έχοντας ήδη γίνει αντιδήμαρχος στην Αγία Πετρούπολη και επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του τότε δημάρχου Ανατόλι Σόμπτσακ, έμεινε εκτός της πολιτικής σκηνής για μια ακόμα φορά, όταν ο Σόμπτσακ έχασε σε μια εκλογική διαδικασία που ήταν δημοκρατική. Ο Πούτιν κληρονόμησε την προεδρία από τον Μπόρις Γιέλτσιν το 1999 και επιβεβαίωσε την εξουσία του στις σχεδόν απολύτως προβλέψιμες εθνικές εκλογές το Μάρτιο του 2000. Τούτων λεχθέντων, η αντιπάθεια του Πούτιν για τις δημοκρατικές διαδικασίες είναι κατά κάποιο τρόπο κατανοητή.

Ο Πούτιν δημιούργησε ένα πολιτικό σύστημα βασισμένο στην αναδιανομή περιουσιακών στοιχείων, στην εκτενή διαφθορά κυβερνητικών αξιωματούχων, την κυριαρχία των υπηρεσιών ασφαλείας [2], και την ανεπίσημη ροή κεφαλαίων που κατευθύνονταν ανάλογα με τις πολιτικές αναγκαιότητες. Κάτω από την ηγεσία του Πούτιν, η ρωσική ελίτ αισθάνθηκε πλήρως ελεύθερη να μην υπακούει ή και να αγνοεί εντελώς νόμους και κανόνες που ισχύουν για τους συνηθισμένους ρώσους πολίτες. Για την τάξη των ρώσων πολιτικών, ο Πούτιν είναι ο μοναδικός που μπορεί να εγγυηθεί τέτοιες ελευθερίες.

Καθώς πρακτικά όλα τα μέλη της ρωσικής πολιτικής ελίτ τοποθετήθηκαν στη θέση τους από τον Πούτιν ή τους ανθρώπους του, ολόκληρη η ομάδα δεν αντιπροσωπεύει ένα πραγματικό πολιτικό σώμα αλλά ένα συνονθύλευμα από υποτακτικούς (σ.σ.: στο πρωτότυπο, yes-men). Αυτός είναι ο λόγος γιατί ο νυν πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ όπως και κανένας άλλος από τους μαθητές του Πούτιν, δεν θα μπορέσει ποτέ να διοικήσει την πολιτική ελίτ όπως το κάνει ο ίδιος ο Πούτιν. Ο κίνδυνος για ανεξέλεγκτες εξελίξεις μοιάζει στον Πούτιν τόσο μεγάλος ώστε δεν απομακρύνεται από την εξουσία. Αισθάνεται ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμιά υποχρέωση ο ένας στον άλλον, σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα δεν συμπαθούν καν ο ένας τον άλλο.

Η απόφαση του Πούτιν να αναγορεύσει τον εαυτό του υποψήφιο για άλλη μια προεδρική θητεία δείχνει επίσης ότι το σύστημα που ο ίδιος σχεδίασε δεν έχει τη δυνατότητα να αναπαράγει τον εαυτό του με νόμιμο τρόπο. Αν όντως έρθει πολιτική αλλαγή στη Ρωσία δεν θα προκύψει σαν αποτέλεσμα των προσπαθειών των κομμάτων και των κινημάτων της αντιπολίτευσης αλλά από δυσαρεστημένες ομάδες μέσα από τους κόλπους της πολιτικής ελίτ σε συνδυασμό με κάποιες πιθανότητες για πραξικόπημα μέσα από το Κρεμλίνο. Η παραίτηση του υπουργού Οικονομικών Αλεξέι Κουντρίν, που κάποτε ξεκίνησε την πορεία της μετακίνησης του Πούτιν από την Αγία Πετρούπολη στην Μόσχα με την παρότρυνση του Μεντβέντεφ, δείχνει ότι κανείς στην κορυφή δεν είναι απρόσιτος, εκτός ίσως από τον ίδιο τον Πούτιν. (Μέχρι τώρα ο Πούτιν δεν επέτρεψε σε κανέναν να βάλλει εναντίον κάποιου από τους στενούς του συμμάχους). Αλλά ο Πούτιν πρέπει να είναι προσεκτικός: Αν απορρίψει ή περιορίσει για λογαριασμό του κάποιους από τους κανόνες που ισχύουν εδώ και πολύ καιρό, οι άλλοι μπορεί να αισθανθούν ελεύθεροι να τον αγνοήσουν επίσης.

Όσοι ρώσοι πολιτικοί – για παράδειγμα, η Βαλεντίνα Ματβιένκο, προστατευόμενη του Πούτιν και επικεφαλής του Ρωσικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου και ο Μπόρις Γκριζλόφ, άλλος ένας σύμμαχος του Πούτιν και πρόεδρος της Δούμας- πιστεύουν ότι το 2012 πρόκειται να δουν έναν διαφορετικό, πιο ενεργητικό και πιο φιλελεύθερο Πούτιν ως επικεφαλής του Κρεμλίνου, κάνουν τελείως λάθος. Τα προηγούμενα έξι ή επτά χρόνια δεν έδειξαν ότι ο Πούτιν έχει καμιά βιασύνη να μεταβάλλει ή να αναβαθμίσει την πολιτική του φιλοσοφία. Αντιθέτως, το πόλεμος με την Γεωργία το 2008, η πρόοδος των ρωσικών σχέσεων με την Ουκρανία, η επιτυχία του Πούτιν να φέρει τιε εξαγωγές φυσικού αερίου στην κορυφή των θεμάτων της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής και η σχετικά ήπια επίδραση της οικονομικής κρίσης στη Ρωσία έπεισαν τον Πούτιν για την ορθότητα της πολιτικής που έχει επιλέξει.

Ο οικονομικός εκσυγχρονισμός της Ρωσίας το πιθανότερο είναι να καθυστερήσει στη διάρκεια της επόμενης προεδρίας του Πούτιν. Ο ρόλος των ελεγχόμενων από το κράτος επιχειρήσεων θα ενισχυθεί, πολλές βιομηχανίες θα τελματωθούν και το κόστος παραγωγής θα γίνει ακριβότερο εξαιτίας της αύξησης των δασμών και των φόρων. Καθώς τα κόστη αυτά θα αυξάνονται η εισροή κεφαλαίων στην Ρωσία θα μειώνεται αφού θα είναι πολύ ακριβό το να παράγει κανείς οτιδήποτε με τις εγχώριες πρώτες ύλες. Το οικονομικό σύστημα που δημιούργησε ο Πούτιν, σχεδιάστηκε να λειτουργεί σε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές του πετρελαίου δεν είναι μόνον υψηλές αλλά έχουν και ανοδική τάση. Και τούτο ανάμεσα σε άλλα οφέλη για τους διεφθαρμένους όπως η γενικότερη ατμόσφαιρα που διευκολύνει τους γραφειοκράτες να χρηματίζονται, κάτι που αποτέλεσε βασικό κίνητρο για πολλούς κρατικούς λειτουργούς την εποχή του Πούτιν. Αλλά σήμερα πολλοί δασμοί και φόροι στη Ρωσία έχουν φτάσει στα επίπεδα της Δύσης: Για παράδειγμα, οι ρώσοι πληρώνουν περισσότερα για καύσιμα και ηλεκτρισμό από όσο οι αμερικανοί. Αν αυτές οι τάσεις συνεχιστούν κάθε βιομηχανική δραστηριότητα στη Ρωσία θα καταστεί μη συμφέρουσα και οι εισαγωγές θα την πλημμυρίσουν.