Ο Μπίσμαρκ και η Αραβική Άνοιξη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο Μπίσμαρκ και η Αραβική Άνοιξη

Τι έχουν να μάθουν από το 1848 οι σύγχρονες επαναστάσεις
Περίληψη: 

Το 1848, ένα κύμα από λαϊκές εξεγέρσεις ταρακούνησε τα αυταρχικά καθεστώτα της Ευρώπης. Το πώς εξελίχθηκαν αυτές οι ανταρσίες μπορεί να δώσει μαθήματα για το μέλλον της Αραβικής Άνοιξης

Ο JONATHAN STEINBERG είναι καθηγητής της Σύγχρονης Ευρωπαϊκής ιστορίας στην έδρα Walter H. Annenberg στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια και πρόσφατα συγγραφέας του βιβλίου Bismarck: A Life [1].

Οι ομοιότητες στις επαναστάσεις της Τυνησίας και της Αιγύπτου την περασμένη άνοιξη με εκείνες στην Ευρώπη το 1848 είναι εκπληκτικές. Τους πρώτους μήνες του 1848, τα αρτηριοσκληρωτικά και αντιδραστικά πολιτικά συστήματα που είχαν αναπτύξει οι ευρωπαϊκές μοναρχίες μετά την ήττα του Ναπολέοντα το 1815, κατέρρευσαν. Ο πρίγκιπας Κλέμενς Βένζελ Μέττερνιχ, ο οποίος ήταν καγκελάριος της Αυστριακής αυτοκρατορίας αλλά και σύμβολο της παλαιάς τάξης πραγμάτων που όλοι περιφρονούσαν, ξεγλίστρησε από τη Βιέννη στις 15 Μαρτίου καθώς ένας οργισμένος όχλος έμπαινε στην πόλη. Μαζί με τον Μέττερνιχ εξαφανίστηκε και η 23χρονη καταπιεστική δικτατορία της Αυστριακής αυτοκρατορίας. Στην Ιταλία, τη Γαλλία και τα γερμανικά κράτη η παλαιά τάξη κατέρρευσε επίσης. Το σκηνικό δεν διέφερε από την φυγή του τυνήσιου προέδρου Μπεν Αλί από την Τυνησία 163 χρόνια μετά και το συνακόλουθο επαναστατικό κύμα που σάρωσε τη Μέση Ανατολή. Και στις δύο περιπτώσεις, τα εξεγερμένα πλήθη ήταν πολύ χαρούμενα όταν έβλεπαν τους δικτάτορες να φεύγουν αλλά δεν είχαν ξεκάθαρη άποψη για τις πολιτικές και κοινωνικές εξουσίες που θα τους αντικαθιστούσαν.

Οι επαναστάτες του 1848 ακολουθούσαν ένα μοντέλο στο οποίο βάσιζαν τον αγώνα τους: Τη Γαλλική Επανάσταση. Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Ανθρώπων και των Πολιτών, την οποία ενέκρινε η Γαλλική Εθνοσυνέλευση το 1789, έθεσε τις βάσεις για τις επόμενες εξεγέρσεις. Διακήρυττε ότι «Οι άνθρωποι γεννιούνται και παραμένουν ελεύθεροι, με ίσα δικαιώματα. Κοινωνικοί διαχωρισμοί μπορεί να καθιερωθούν μόνο για το γενικό καλό». Αυτό το δόγμα ήταν ένας κοινωνικός δυναμίτης. «Η σταδιακή ανάπτυξη της αρχής της ισότητας, είναι, συνεπώς, ένα θεόσταλτο δεδομένο και όλες οι σχετικές εξελίξεις επίσης καθώς όλοι οι άνθρωποι συνεισφέρουν στην πρόοδό της», έγραφε αργότερα ο πολιτικός φιλόσοφος Alexis de Tocqueville.

Ο Ναπολέων διέσπειρε τις ιδέες του διαφωτισμού και της επανάστασης σε ολόκληρη την Ευρώπη, συνηθέστερα με τη χρήση της ξιφολόγχης. Μεταξύ 1800 και 1815 ενοποίησε τον έλεγχό του στην συνεχώς επεκτεινόμενη αυτοκρατορία του, αντικαθιστώντας τους εθιμικούς, συχνά άγραφους νόμους, με ορθολογικούς, γραπτούς νόμους. Το ίδιο έκανε και με τις διοικητικές περιφέρειες όπου αντικατέστησε τις παλιές με νέες. Η απάντηση του Ναπολέοντα στο πάνδημο γαλλικό αίτημα για ισότητα απέναντι στις ευκαιρίες ήταν η ρήση «Οι σταδιοδρομίες είναι ανοιχτές σε όσους έχουν ταλέντα». Έτσι μετέτρεψε επαρχιώτες δικηγόρους σε πολιτικούς και τους στρατιώτες σε φύλακες της αυτοκρατορίας.

Μετά την ήττα του Ναπολέοντα, οι βίαιες πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις της εποχής του δεν ξεχάστηκαν. Όταν, τρεις δεκαετίες αργότερα, ξέσπασαν οι επαναστάσεις του 1848, πολλοί περίμεναν ότι θα ακολουθείτο το ίδιο πρότυπο – καθολικές ψηφοφορίες οι οποίες ακολουθούνται από επαναστατικές ανακατατάξεις οι οποίες, με τη σειρά τους ακολουθούνται από τρομοκρατία τύπου Ιακωβίνων. Και υπήρχε μια κάποια βάση για αυτή την πεποίθηση: Στη μέση των ανακατατάξεων, στην «Άνοιξη των Εθνών», όπως αποκαλέστηκε τότε, ένας άλλος Βοναπάρτης, ο ανιψιός του Ναπολέοντα, Λουδοβίκος Ναπολέων Βοναπάρτης, επέστρεψε από την εξορία. Με την δύναμη του ονόματός του εκλέχθηκε πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας το 1848 με συντριπτική πλειοψηφία. Κέρδισε με 5.434.226 ψήφους. Ο δεύτερος δημοφιλέστερος υποψήφιος, Ευγένιος Καβενιάκ (Eugène Cavaignac), ο άνθρωπος που τσάκισε την εξέγερση των εργατών τον Ιούνιο του 1848, έλαβε 1.448.107 ψήφους.

Όμως, ο Όττο φον Μπίσμαρκ, ο οποίος τότε ήταν νεοεκλεγείς βουλευτής της πρωσικής Βουλής, δεν περίμενε ότι θα επαναλαμβανόταν η τρομοκρατία και η Ναπολεόντια επεκτατικότητα. Σε μια επιστολή προς τον αδελφό του το Μάρτιο του 1848 γράφει: «Για όσο καιρό αυτή η κυβέρνηση στο Παρίσι αντέχει, δεν πιστεύω ότι θα γίνει πόλεμος, αμφιβάλλω αν υπάρχει ανάγκη για κάτι τέτοιο», και συνέχισε γράφοντας ότι «τα κίνητρα του 1792, η γκιλοτίνα και ο δημοκρατικός φανατισμός … δεν είναι πλέον παρόντες». Από το απόμακρο πόστο του στην Πρωσία, ο Μπίσμαρκ κατάλαβε ότι οι δυνάμεις της αλλαγής δεν ήταν πια εκείνες των αρχικών εξεγέρσεων του 1789. Οι ηγέτες του παρισιού το 1848 μιμούνταν αυτά που είχαν διαβάσει σε βιβλία. Σύμφωνα με μια αξέχαστη φράση του Tocqueville, «Η όλη κατάσταση μοιάζει σαν μια κακή τραγωδία που παίζεται από επαρχιώτες ηθοποιούς.».

Ακόμα κι όταν οι συντηρητικοί στην αυλή του αναποφάσιστου βασιλιά της Πρωσίας Φρειδερίκου Γουλιέλμου του 4ου συγκέντρωναν τις δυνάμεις τους για να σταματήσουν την εξέγερση και να αποτρέψουν μια καθολική ψηφοφορία, ο Μπίσμαρκ πίστευε ότι η ψήφος θα μπορούσε να είναι η σπουδαιότερη πηγή ισχύος για τον βασιλιά. Με το να ψηφίσουν τον Λουδοβίκο Ναπολέοντα, πίστευε ο Μπίσμαρκ, ο λαός της Γαλλίας επέλεξε έναν υποψήφιο που υπερασπιζόταν την τάξη. Μια δεκαετία αργότερα εξέπληξε τον ευεργέτη του, στρατηγό Λέοπολντ φον Γκέρλαχ, με το να αποδεχθεί ξεκάθαρα τη δημοκρατία. Το 1848, σημείωνε, «Ο ΛουδοβίκοςΝαπολέων δεν δημιούργησε τις επαναστατικές συνθήκες… δεν εξεγέρθηκε κατά της παγιωμένης τάξης αλλά αντί γι’ αυτό την αλίευσε (σ.σ.: την επανάσταση) από την δίνη της αναρχίας ως σαν να μην ανήκει σε κανέναν. Εάν ήταν να το ξανακάνει τώρα, θα έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση την Ευρώπη η οποία με μεγαλύτερη ή μικρότερη ομοθυμία θα τον παρακαλούσε να αντιστρέψει την κατάσταση».