Για ποιο λόγο οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι | Foreign Affairs - Hellenic Edition
Secure Connection

Για ποιο λόγο οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι

Η Αμερικανική Πολιτική και η Δεύτερη (Επί)χρυση Εποχή
Περίληψη: 

Η αυξανόμενη ανισότητα στις Ηνωμένες Πολιτείας έχει αποδοθεί εδώ και καιρό στους ξέφρενους ρυθμούς στους οποίους κινούνται οι δυνάμεις της αγοράς. Στη πραγματικότητα, όπως υποδεικνύουν οι Jacob Hacker και Paul Pierson, η ανισότητα είναι άμεσο αποτέλεσμα της πολιτικής του Κογκρέσου που συνειδητά – αν και μερικές φορές ακούσια— έχει γείρει τη πλάστιγγα προς το συμφέρον των πλουσίων.

Ο ROBERT C. LIEBERMAN είναι Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και Δημοσίων Υποθέσεων στο Columbia University και συγγραφέας του βιβλίου «Μετατοπίζοντας τη Γραμμή του Χρώματος: Η Φυλή και το Αμερικανικό Κράτος Πρόνοια»ς (Shifting the Color Line: Race and the American Welfare State).

Η αμερικανική οικονομία φαίνεται πως βρίσκεται σε μία κατάσταση αποσύνθεσης: Η ανεργία εξακολουθεί να βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 30 ετών, καθηλωμένη στο 10%, οι κατασχέσεις κατοικιών έχουν ξεσπιτώσει εκατομμύρια Αμερικάνους και ο ρυθμός μείωσης των πραγματικών εισοδημάτων είναι ο ταχύτερος που έχει καταγραφεί από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Η πλειοψηφία των απολυμένων φοβάται ότι οι δουλειές που έχουν χαθεί – οι οποίες συνοδεύονταν από μία αίσθηση ασφάλειας, με κατοχυρωμένα συνδικαλιστικά δικαιώματα ενώ ταυτόχρονα παρείχαν πλούτο και ευκαιρίες- δεν θα ξαναβρεθούν ποτέ. Και, μάλλον, έχουν δίκιο.

Κι' όμως, μέσα σε όλη αυτή τη παλιρροιακή δίνη, έχει συμβεί κάτι το αξιοσημείωτο. Οι πλουσιότεροι Αμερικάνοι -μεταξύ των οποίων βρίσκονται και παγκόσμιοι οικονομικοί τιτάνες που με τις λανθασμένες επιλογές τους οδήγησαν στη χρηματοπιστωτική κατάρρευση- γίνονται όλο και πλουσιότεροι. Και όχι λίγο πλουσιότεροι αλλά πολύ πλουσιότεροι. Το 2009, το μέσο εισόδημα του 5% των πιο εύπορων αμερικανών αυξήθηκε ενώ το μέσο εισόδημα του υπόλοιπου πληθυσμού μειώθηκε. Μία τέτοια εξέλιξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αναπάντεχη αλλά μάλλον μπορεί να θεωρηθεί ως η φυσιολογική συνέχεια μίας «τάσης» που κρατάει εδώ και σαράντα χρόνια, κατά την οποία τα υψηλά εισοδήματα αυξάνονται διαρκώς ενώ τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα παραμένουν στάσιμα. Το μερίδιο του συνολικού εισοδήματος του 1% του πληθυσμού που βρίσκεται στη κορυφή της οικονομικής πυραμίδας, έχει αυξηθεί από περίπου 8% το 1960 σε περισσότερο από 20% σήμερα.

Οι πολιτικοί επιστήμονες Jacob Hacker και Paul Pierson θεωρούν ότι η παραπάνω εξέλιξη μπορεί να εξηγηθεί στα πλαίσια μίας οικονομίας όπου «ο νικητής τα παίρνει όλα». Είναι η εικόνα μίας μη υγιούς κοινωνίας. Το επίπεδο της παρούσας οικονομικής ανισότητας στις ΗΠΑ μπορεί να συγκριθεί μόνο με τη περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης και μαρτυρά μία πολιτική οικονομία στην οποία τα οικονομικά οφέλη συγκεντρώνονται στα χέρια μίας μικρής ελίτ ενώ όλο το ρίσκο της οικονομίας το έχει αναλάβει μια μεσαία τάξη η οποία είναι εκτεθειμένη και απροστάτευτη. Η οικονομική ανισότητα στις ΗΠΑ κυμαίνεται στα υψηλότερα επίπεδα από οποιαδήποτε άλλη ανεπτυγμένη χώρα και σύμφωνα με τις συμβατικές μετρήσεις μπορεί να συγκριθεί με χώρες όπως η Γκάνα, η Νικαράγουα και το Τουρκμενιστάν. Λογικό επακόλουθο αυτής της ανισότητας είναι η πολιτική πόλωση, η καχυποψία και ο διχασμός ανάμεσα στους έχοντες και τους μη-έχοντες στην αμερικανική κοινωνία αλλά τείνει και να στρεβλώνει και το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα, στο οποίο η δύναμη του χρήματος προσδίδει αυξανόμενη πολιτική επιρροή και εξουσία.

Θα μπορούσε να πει κανείς πως οι δυνάμεις της αγοράς έχουν τη βασική ευθύνη για αυτή τη τεράστια συγκέντρωση του πλούτου. Η τεχνολογική πρόοδος, ιδιαίτερα η επανάσταση στο τομέα της πληροφορίας, έχει μετασχηματίσει συνολικά την οικονομία, καθιστώντας τους εργαζόμενους πιο παραγωγικούς, δίνοντας βαρύτητα στη διανοητική, παρά τη χειρονακτική, εργασία. Παράλληλα, η άνοδος των διεθνών αγορών στο προσκήνιο - οι οποίες απέκτησαν βαρύτητα ταυτόχρονα με την άνοδο της πληροφορικής - έχουν εκθρονίσει τις ΗΠΑ από τις πρώτες θέσεις στο τομέα της βιομηχανίας και τις ανάγκασε να προσανατολιστεί προς το τομέα των υπηρεσιών. Η οικονομία των υπηρεσιών, όμως, ανταμείβει τους εργαζόμενους που διαθέτουν υψηλή μόρφωση, προσφέροντας τους υψηλόμισθες εργασίες στους τομείς των χρηματοοικονομικών, της Υγείας και της πληροφορικής. Ωστόσο, σε μία τέτοια οικονομία, τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα περιορίζονται σε εργασίες στους τομείς των λιανικών πωλήσεων και τη ψυχαγωγία, όπου οι μισθοί είναι χαμηλοί, τα συνδικάτα αδύναμα και οι εργαζόμενοι αναλώσιμοι.
Οι πρωταθλητές που έχουν προκύψει από τη παγκοσμιοποίηση, περιγράφουν αυτές τις εξελίξεις ως μία φυσική συνέπεια της επικράτησης των δυνάμεων της αγοράς, και πιστεύουν ότι όχι μόνο προάγουν το κοινό συμφέρον (αφού αυξάνεται ο συνολικός πλούτος μέσω του εμπορίου καθιστώντας όλα τα αγαθά φθηνότερα για τους καταναλωτές) αλλά δεν μπορούν και να σταματήσουν. Από την άλλη, όμως, οι σκεπτικιστές της παγκοσμιοποίησης δίνουν έμφαση στις διανεμητικές συνέπειες αυτής της τάσης. Γι’ αυτούς, τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης συγκεντρώνονται αποκλειστικά σε μία ολιγάριθμη, καλά εκπαιδευμένη και με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ελίτ ενώ οι υπόλοιποι εργαζόμενοι αφήνονται στο περιθώριο. Ωστόσο, ούτε η μία ούτε η άλλη πλευρά έχει κάνει τον κόπο να αναρωτηθεί για τον πρωτεύοντα ρόλο που παίζει η Ουάσινγκτον στην αυξανόμενη ανισότητα που παρατηρείται στις ΗΠΑ.

ΕΙΝΑΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΑΝΟΗΤΕ

Οι Hackers και Pierson, όμως, έχουν μια διαφορετική άποψη πάνω σε όλα αυτά. Δεν θεωρούν πως η γιγάντωση της ανισότητας οφείλεται τόσο στην επικράτηση των δυνάμεων της αγοράς όσο στην κυβερνητική πολιτική που έχει ενισχύσει τις συνέπειες του οικονομικού μετασχηματισμού προσανατολίζοντας τα προσκομιζόμενα οφέλη αποκλειστικά στους πλούσιους. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, μία σειρά σημαντικών αλλαγών στις ακολουθούμενες πολιτικές των κυβερνήσεων έχουν μετατοπίσει τη πλάστιγγα της οικονομικής αρένας προς το συμφέρων των ισχυρών. Το αμερικανικό Κογκρέσο έχει επανειλημμένα προωθήσει φορολογικές μειώσεις στα υψηλά εισοδήματα και ελάφρυνε την φορολόγηση του κεφαλαίου και άλλων μορφών εισοδημάτων από επενδύσεις, με απροσδόκητα οφέλη για τους πιο εύπορους.