Το «σπασμένο» Συμβόλαιο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το «σπασμένο» Συμβόλαιο

Πώς η Ανισότητα Οδηγεί σε Παρακμή
Περίληψη: 

Όπως ένα άοσμο αέριο, η οικονομική ανισότητα διαχέεται σε κάθε γωνιά των Ηνωμένων Πολιτειών και διαβρώνει την ισχύ της δημοκρατίας στη χώρα. Κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών, η Ουάσιγκτον ευνόησε με συνέπεια τους πλούσιους. Όσο περισσότερος είναι ο πλούτος που συσσωρεύεται σε λίγα χέρια στην κορυφή, τόσο περισσότερη επιρροή και εύνοια αποκτούν οι πλούσιοι, ώστε οι ίδιοι και οι πολιτικοί τους φίλοι να διευκολύνονται στο να ενεργούν χωρίς αναστολές και χωρίς να πληρώνουν κοινωνικό τίμημα.

O George Packer είναι μόνιμος συντάκτης στο περιοδικό The New Yorker. Το δοκίμιο αυτό έχει διασκευαστεί από μια διάλεξη που έδωσε νωρίτερα μέσα σε αυτή τη χρονιά, στο New York Public Library’s Center for Scholars & Writers.

Ο πόλεμος του Ιράκ ήταν από εκείνους που οι άνθρωποι παίρνουν κιλά. Πριν από λίγα χρόνια γευμάτιζα με έναν άλλο δημοσιογράφο σε ένα αμερικάνικου στυλ ταβερνείο στην Πράσινη Ζώνη της Βαγδάτης. Παραδίπλα δυο Αμερικανοί εργολάβοι αποτέλειωναν τα μπιφτέκια και τις τηγανητές πατάτες τους. Φορούσαν την τυπική στολή της δουλειάς: χακί παντελόνια, μπλουζάκια πόλο, κασκέτα μπέιζμπολ και πλαστικοποιημένες ταυτότητες του Υπουργείου Άμυνας, κρεμασμένες με νάιλον κορδόνι γύρω από τον λαιμό. Ο άνθρωπος που τους σέρβιρε ήταν πιθανόν ο μόνος Ιρακινός με τον οποίον είχαν μιλήσει όλη μέρα. Η Πράσινη Ζώνη είχε δημιουργηθεί για να σε κάνει να νιώθεις ότι το Ιράκ ήταν μόνο μια παραίσθηση και ότι, στην πραγματικότητα, δεν βρισκόσουν παρά στο Νόρμαλ του Ιλλινόι. Αυτή η αναισθητική επήρεια ενσταλαζόταν στη συνείδηση κάθε Αμερικανού που έμενε, δούλευε και γλεντούσε πίσω από τους μισογκρεμισμένους τοίχους της. Ήταν ο στρατιωτικός και ο πολίτης, ο διπλωμάτης και ο δημοσιογράφος, ο επώνυμος και ο αφανής. Μετά βίας έμενε κάποιος εκεί πάνω από έναν χρόνο. Όλοι σχεδόν επέστρεφαν στο σπίτι τους, έχοντας να διηγηθούν μια σειρά από παραφουσκωμένες πολεμικές ιστορίες, πασχίζοντας να ξεχάσουν πως άφηναν πίσω τους κακοφτιαγμένα, μισοτελειωμένα σχέδια και μια χώρα που βυθιζόταν στον εμφύλιο. Καθώς οι δύο εργολάβοι σηκώθηκαν και έβγαιναν από το εστιατόριο, ο φίλος μου με κοίταξε και είπε: «Δεν είμαστε τόσο καλοί πλέον».

Ο πόλεμος του Ιράκ ήταν κάτι σαν ένα τεστ αντοχής για τους Αμερικανούς πολίτες. Και όλα τα μείζονα συστήματα και όργανα απέτυχαν σ’ αυτό το τεστ: το εκτελεστικό και το νομοθετικό σώμα, ο στρατός, οι μυστικές υπηρεσίες, οι κερδοσκόποι και οι μη κερδοσκόποι, τα ΜΜΕ. Αποδείχθηκε ότι δεν ήμαστε σε καθόλου καλή κατάσταση και ότι -μάλιστα- δεν το είχαμε πάρει καν χαμπάρι. Εδώ και περίπου μισόν αιώνα, οι Αμερικανοί δεν είχαν επιχειρήσει κάτι τόσο δύσκολο. Είναι εύκολο, και απολύτως δικαιολογημένο, να κατηγορούμε κάποια πρόσωπα για την τραγωδία του Ιράκ. Με τα χρόνια όμως, με απασχολούν περισσότερο οι αποτυχίες που υπερβαίνουν τα άτομα, και, πέρα από την περίπτωση του Ιράκ, με απασχολεί η επιδείνωση της αρτηριοσκλήρωσης των αμερικανικών θεσμών. Το Ιράκ δεν ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση. Ήταν το οξύ σύμπτωμα μιας μακρόχρονης τάσης, επιδεινούμενης από χρόνο σε χρόνο. Οι ίδιες παθογένειες που οδήγησαν στην ολέθρια κατοχή της χώρας, αναδύθηκαν φανερά στην Ουάσιγκτον το περασμένο καλοκαίρι, κατά τη διάρκεια της κατάρρευσης της οροφής χρέους: ιδεολογική ακαμψία στα όρια του φανατισμού, αδιαφορία για τα γεγονότα, ανικανότητα να σκεφτεί κανείς πέρα από έναν βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, μετάλλαξη του εθνικού συμφέροντος σε κέρδη οπαδών.

Μήπως, όμως, ήταν ποτέ διαφορετικά; Αληθεύει, όντως, ότι δεν είμαστε πια τόσο καλοί; Κάνε το νοερό πείραμα να συγκρίνεις τον εαυτό σου με κάποιον όμοιό σου το 1978. Φέρε στο μυαλό σου ένα μορφωμένο ζευγάρι, με μια σχετική οικονομική άνεση, βολεμένο ανάμεσα στην αχανή αμερικανική μεσοαστική τάξη εκείνης της χρονιάς. Και σκέψου πόσο λιγότερο ευχάριστη από τη δική σου ήταν η ζωή τους. Ο άνδρας φορά ένα καφέ και χρυσό σταμπωτό πουκάμισο από πολυέστερ, με ανοιχτό γιακά, και μεγάλα γυαλιά από ταρταρούγα∙ εκείνη φορά ένα μεσάτο, φόρεμα από ρεγιόν, με λαιμό V, και τσόκαρα πλατφόρμα. Πίνουν το πρωί καφέ φίλτρου Μaxwell House. Οδηγούν ένα ΑΜC Pacer hatchback, με ένα δυσλειτουργικό σύστημα ψύξης και κασετόφωνο που «μασάει» συνεχώς τις κασέτες. Όταν εκείνη θέλει να καινοτομήσει κάπως για το δείπνο, ετοιμάζει σπαγγέτι πριμαβέρα. Δακτυλογραφούν τις επιστολές τους σε μια ΙΒΜ Selectric, στο καινούργιο μοντέλο με τη διορθωτική ταινία. Έχουν τηλεόραση μόνο εθνικής εμβέλειας, όπου το καλύτερο που έχουν να δουν είναι η σειρά «Σίρλεϊ και Λαβέρν». Οι υπεραστικές κλήσεις τα σαββατοκύριακα κοστίζουν ένα δολάριο το λεπτό. Τα αεροπορικά ταξίδια έχουν απαγορευτικό κόστος. Η πόλη κοντά στην οποία ζουν δεν είναι πλέον ένας τόπος όπου τους αρέσει να περνούν πολύ χρόνο: βρώμικα πεζοδρόμια, πρεζόνια στις γωνιές, βανδαλισμένοι τηλεφωνικοί θάλαμοι, ημι-ερειπωμένα βαγόνια του μετρό, σκεπασμένα με γκράφιτι.

Με τις σημερινές προδιαγραφές, η ζωή το 1978 ήταν άβολη, μίζερη και άσχημη. Τα πράγματα δεν είχαν φτιαχτεί σωστά και δεν λειτουργούσαν πολύ καλά. Βιομηχανίες, όπως οι τηλεπικοινωνίες και οι αερομεταφορές, που υπόκεινται σε αυστηρούς ελέγχους, στοίχιζαν ακριβά και δεν προσέφεραν πολλές επιλογές. Το βιομηχανικό τοπίο παρουσίαζε σημάδια φθοράς, αλλά η γοητευτική επανάσταση της πληροφορίας δεν είχε ακόμη προκύψει, ώστε να την αντικαταστήσει. Η ζωή πριν από το Android, το Apple Store, τη FedEx, το HBO, το Twitter Feeds, τα Whole Foods, το Lipitor, τους αερόσακους, τον Δείκτη των Αναδυομένων Αγορών και τα προνηπιακά προκαταρκτικά Προγράμματα Σπουδών για Προικισμένα και Ταλαντούχα παιδιά, είναι ένας κόσμος στον οποίο πολλοί από εμάς δεν θα ήσαν πρόθυμοι να επιστρέψουν.