Η σοφία της λιτότητας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η σοφία της λιτότητας

Οι ΗΠΑ πρέπει να αυτοπεριοριστούν αν θέλουν να προοδεύσουν
Περίληψη: 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν πλέον να αντέξουν οικονομικά μια εξωτερική πολιτική εκτεινόμενη σε ολόκληρο τον κόσμο. Η περιστολή – οι περικοπές των στρατιωτικών δαπανών, ο επαναπροσδιορισμός των προτεραιοτήτων της εξωτερικής πολιτικής και η μετατόπιση μεγαλύτερου αμυντικού βάρους στους συμμάχους - είναι η μόνη λογική πορεία. Ευτυχώς, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα και αστάθεια στο εξωτερικό. Η ιστορία δείχνει ότι οι παύσεις για να επαναφορτιστούν οι εθνικές μπαταρίες μπορεί να ανανεώσουν τη νομιμοποίηση μιας δεσπόζουσας διεθνούς δύναμης.

Ο JOSEPH M. PARENT είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι[1].
Ο PAUL K. MACDONALD είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Wellesley College [2].

Στον απόηχο του Ψυχρού Πολέμου, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ υπέστη μια ριζική μεταμόρφωση. Χωρίς να περιορίζονται από τον ανταγωνισμό μιας άλλης υπερδύναμης, οι φιλοδοξίες των Ηνωμένων Πολιτειών ξεπέρασαν τα προηγούμενα όριά τους. Η Ουάσιγκτον αύξησε τις στρατιωτικές δαπάνες της πολύ πιο γρήγορα από οποιονδήποτε από τους αντιπάλους της, επέκτεινε το ΝΑΤΟ και ξεκίνησε την αποστολή δυνάμεων σε όλο τον κόσμο σε ανθρωπιστικές αποστολές, ενώ επέτρεψε σε σημαντικούς συμμάχους να απέχουν. Οι τάσεις αυτές επιταχύνθηκαν μετά την 9η Σεπτεμβρίου 2011, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες μπήκαν σε πόλεμο με το Αφγανιστάν και το Ιράκ, επέκτειναν τις αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις τους σε όλο τον κόσμο, επιτάχυναν το πρόγραμμα αντιπυραυλικής άμυνας και δημιούργησαν νέες βάσεις σε μακρινές χώρες.

Σήμερα, όμως, η ισχύς των ΗΠΑ έχει αρχίσει να εξασθενεί. Καθώς άλλα κράτη αναριχώνται σε εξέχουσες θέσεις, η συνήθεια των απείθαρχων δαπανών των Ηνωμένων Πολιτειών και οι δεσμεύσεις για ανοικτή εξωτερική πολιτική αρχίζουν να βαραίνουν τη χώρα. Παρακινούμενοι από το εκτοξευμένο στα ύψη δημόσιο χρέος και την εμφάνιση του κινήματος «Πάρτι του Τσαγιού», οι ιέρακες του προϋπολογισμού κάνουν κύκλους πάνω από την Ουάσιγκτον. Πριν από τη λήξη της θητείας του νωρίτερα φέτος, ο Υπουργός Άμυνας Ρόμπερτ Γκέιτς ανακοίνωσε περικοπές της τάξης των 78 δισ. δολαρίων για τα επόμενα πέντε χρόνια, ενώ η οροφή του χρέους, όπως συμφωνήθηκε πρόσφατα, θα μπορούσε να προκαλέσει μια περικοπή άλλων 350 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τον αμυντικό προϋπολογισμό για τα επόμενα δέκα χρόνια. Εκτός από τη δημοσιονομική πειθαρχία, η Ουάσιγκτον φαίνεται να ανακάλυψε εκ νέου τις αρετές της πολυμέρειας και της συγκρατημένης εξωτερικής πολιτικής. Έχει χαμηλώσει τον πήχη των στόχων της στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, έβγαλε την επέκταση του ΝΑΤΟ από την ατζέντα της και άφησε τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο να ηγηθούν της επέμβασης στη Λιβύη.

Αλλά αν οι αμερικανοί πολιτικοί έχουν μειώσει τις στρατηγικές δεσμεύσεις της χώρας ως απάντηση στην πτώση της σχετικής δύναμής της, έχουν ακόμα απόσταση από το να εναγκαλιστούν πλήρως τη λιτότητα ως μια πολιτική και να εγκρίνουν μεγάλες περικοπές δαπανών (ειδικά στους στρατιωτικούς), να επαναπροσδιορίσουν τις προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσινγκτον και να μετατοπίσουν περισσότερα αμυντικά βάρη των Ηνωμένων Πολιτειών πάνω τους συμμάχους της. Πράγματι, ο Υπουργός Άμυνας Λέων Πανέτα έχει προειδοποιήσει ότι η μείωση των αμυντικών δαπανών πέρα από αυτή που συμφωνήθηκε ως η ανώτατη για την αντιμετώπιση του χρέους, θα ήταν καταστροφική. «Θα αποδυναμώσει την εθνική άμυνά μας», είπε. «Θα υπονομεύσει την ικανότητά μας να διατηρήσουμε τις συμμαχίες μας σε όλο τον κόσμο». Η άποψη αυτή αντικατοπτρίζει τη συμβατική σοφία γενεών αμερικανών πολιτικών: όταν πρόκειται για δύναμη, το περισσότερο είναι πάντα καλύτερο. Πολλοί αξιωματούχοι φοβούνται ότι η μείωση της επιρροής της χώρας στο εξωτερικό θα αφήσει έδαφος στην τυραννία και θα αναγκάσει το εμπόριο να περιοριστεί. Αλλά και διάφορες ομάδες συμφερόντων αντιτίθενται στην ιδέα, καθώς κινδυνεύουν να χάσουν πολλά εξαιτίας μιας ξαφνικής μείωσης των διεθνών δεσμεύσεων των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στην πραγματικότητα, κάθε άλλο παρά προοιωνίζοντας χάος στο εξωτερικό και διαίρεση στο εσωτερικό, μια πολιτική συνετής λιτότητας δεν θα μειώσει μόνο το κόστος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά επίσης θα οδηγήσει σε μια πιο συνεκτική και βιώσιμη στρατηγική. Στο παρελθόν, οι μεγάλες δυνάμεις που χαμήλωσαν τους στόχους τους για να αντιμετωπίσουν τη μείωση των πόρων τους, ήταν σε θέση να ελιχθούν στις ξέρες της πολιτικής ισχύος καλύτερα από εκείνες που επέμειναν σε δαπανηρές και υπερβολικά φιλόδοξες δεσμεύσεις. Σήμερα, η μείωση των μελλοντικών σχεδιασμών ανάπτυξης δυνάμεων από τις ΗΠΑ θα μπορούσε να κατευνάσει τους αντιπάλους των ΗΠΑ, να εξαλείψει πιθανά σημεία ανάφλεξης και να ενθαρρύνει τους συμμάχους των ΗΠΑ να συμβάλουν περισσότερο στη συλλογική άμυνα - όλα αυτά ενώ ελαφρύνονται οι επιβαρύνσεις των Ηνωμένων Πολιτειών για τη διατήρηση της γεωπολιτικής τους κυριαρχίας. Μια πολιτική λιτότητας δεν χρειάζεται να προκαλέσει διεθνή αστάθεια ή να πυροδοτήσει κομματική μνησικακία στην Ουάσιγκτον. Αν μη τι άλλο, θα μπορούσε να βοηθήσει στη δημιουργία περιθωρίων για μεταρρυθμίσεις και ανάκαμψη, για αύξηση της στρατηγικής ευελιξίας και για ανανέωση της νομιμοποίησης της παγκόσμιας ηγεσίας των ΗΠΑ.

ΠΑΡΑΚΜΗ: ΠΛΑΝΗ Ή ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ;

Η ισχύς είναι πολύπλευρη και δύσκολο να μετρηθεί, αλλά οι μετρήσεις που έχουν μεγαλύτερη σημασία μακροπρόθεσμα είναι η στρατιωτική ικανότητα μιας χώρας και η οικονομική της ισχύς σε σύγκριση με τους αντιπάλους της. Χρησιμοποιώντας αυτούς τους δείκτες αναφοράς, υπάρχει το ισχυρό επιχείρημα ότι αν και η παρακμή των ΗΠΑ είναι πραγματική, ο βαθμός αυτής της παρακμής είναι μέτριος.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επενδύουν σε στρατιωτικό ανθρώπινο δυναμικό και σε αμυντικό εξοπλισμό περισσότερο από όλες τις άλλες χώρες. Όπως ο πολιτικός επιστήμονας Barry Posen υποστηρίζει, αυτό τους έδωσε τη δυνατότητα να ασκούν «διοίκηση επί της κοινότητας». Με τον τεράστιο στόλο τους από επιθετικά υποβρύχια και αεροπλανοφόρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ελέγχουν τις θάλασσες - ακόμα και αυτές που δεν αποτελούν χωρικά της ύδατα και εκείνες που βρίσκονται εκτός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της (ΑΟΖ). Τα μαχητικά αεροσκάφη και τα μη επανδρωμένων εναέρια οχήματα τους δίνουν ασυναγώνιστη ανωτερότητα στον αέρα. Και η κυριαρχία τους στο διάστημα και τον κυβερνοχώρο είναι σχεδόν το ίδιο εντυπωσιακή.