Η σοφία της λιτότητας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η σοφία της λιτότητας

Οι ΗΠΑ πρέπει να αυτοπεριοριστούν αν θέλουν να προοδεύσουν

Στον απόηχο του Ψυχρού Πολέμου, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ υπέστη μια ριζική μεταμόρφωση. Χωρίς να περιορίζονται από τον ανταγωνισμό μιας άλλης υπερδύναμης, οι φιλοδοξίες των Ηνωμένων Πολιτειών ξεπέρασαν τα προηγούμενα όριά τους. Η Ουάσιγκτον αύξησε τις στρατιωτικές δαπάνες της πολύ πιο γρήγορα από οποιονδήποτε από τους αντιπάλους της, επέκτεινε το ΝΑΤΟ και ξεκίνησε την αποστολή δυνάμεων σε όλο τον κόσμο σε ανθρωπιστικές αποστολές, ενώ επέτρεψε σε σημαντικούς συμμάχους να απέχουν. Οι τάσεις αυτές επιταχύνθηκαν μετά την 9η Σεπτεμβρίου 2011, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες μπήκαν σε πόλεμο με το Αφγανιστάν και το Ιράκ, επέκτειναν τις αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις τους σε όλο τον κόσμο, επιτάχυναν το πρόγραμμα αντιπυραυλικής άμυνας και δημιούργησαν νέες βάσεις σε μακρινές χώρες.

Σήμερα, όμως, η ισχύς των ΗΠΑ έχει αρχίσει να εξασθενεί. Καθώς άλλα κράτη αναριχώνται σε εξέχουσες θέσεις, η συνήθεια των απείθαρχων δαπανών των Ηνωμένων Πολιτειών και οι δεσμεύσεις για ανοικτή εξωτερική πολιτική αρχίζουν να βαραίνουν τη χώρα. Παρακινούμενοι από το εκτοξευμένο στα ύψη δημόσιο χρέος και την εμφάνιση του κινήματος «Πάρτι του Τσαγιού», οι ιέρακες του προϋπολογισμού κάνουν κύκλους πάνω από την Ουάσιγκτον. Πριν από τη λήξη της θητείας του νωρίτερα φέτος, ο Υπουργός Άμυνας Ρόμπερτ Γκέιτς ανακοίνωσε περικοπές της τάξης των 78 δισ. δολαρίων για τα επόμενα πέντε χρόνια, ενώ η οροφή του χρέους, όπως συμφωνήθηκε πρόσφατα, θα μπορούσε να προκαλέσει μια περικοπή άλλων 350 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τον αμυντικό προϋπολογισμό για τα επόμενα δέκα χρόνια. Εκτός από τη δημοσιονομική πειθαρχία, η Ουάσιγκτον φαίνεται να ανακάλυψε εκ νέου τις αρετές της πολυμέρειας και της συγκρατημένης εξωτερικής πολιτικής. Έχει χαμηλώσει τον πήχη των στόχων της στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, έβγαλε την επέκταση του ΝΑΤΟ από την ατζέντα της και άφησε τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο να ηγηθούν της επέμβασης στη Λιβύη.

Αλλά αν οι αμερικανοί πολιτικοί έχουν μειώσει τις στρατηγικές δεσμεύσεις της χώρας ως απάντηση στην πτώση της σχετικής δύναμής της, έχουν ακόμα απόσταση από το να εναγκαλιστούν πλήρως τη λιτότητα ως μια πολιτική και να εγκρίνουν μεγάλες περικοπές δαπανών (ειδικά στους στρατιωτικούς), να επαναπροσδιορίσουν τις προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσινγκτον και να μετατοπίσουν περισσότερα αμυντικά βάρη των Ηνωμένων Πολιτειών πάνω τους συμμάχους της. Πράγματι, ο Υπουργός Άμυνας Λέων Πανέτα έχει προειδοποιήσει ότι η μείωση των αμυντικών δαπανών πέρα από αυτή που συμφωνήθηκε ως η ανώτατη για την αντιμετώπιση του χρέους, θα ήταν καταστροφική. «Θα αποδυναμώσει την εθνική άμυνά μας», είπε. «Θα υπονομεύσει την ικανότητά μας να διατηρήσουμε τις συμμαχίες μας σε όλο τον κόσμο». Η άποψη αυτή αντικατοπτρίζει τη συμβατική σοφία γενεών αμερικανών πολιτικών: όταν πρόκειται για δύναμη, το περισσότερο είναι πάντα καλύτερο. Πολλοί αξιωματούχοι φοβούνται ότι η μείωση της επιρροής της χώρας στο εξωτερικό θα αφήσει έδαφος στην τυραννία και θα αναγκάσει το εμπόριο να περιοριστεί. Αλλά και διάφορες ομάδες συμφερόντων αντιτίθενται στην ιδέα, καθώς κινδυνεύουν να χάσουν πολλά εξαιτίας μιας ξαφνικής μείωσης των διεθνών δεσμεύσεων των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στην πραγματικότητα, κάθε άλλο παρά προοιωνίζοντας χάος στο εξωτερικό και διαίρεση στο εσωτερικό, μια πολιτική συνετής λιτότητας δεν θα μειώσει μόνο το κόστος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά επίσης θα οδηγήσει σε μια πιο συνεκτική και βιώσιμη στρατηγική. Στο παρελθόν, οι μεγάλες δυνάμεις που χαμήλωσαν τους στόχους τους για να αντιμετωπίσουν τη μείωση των πόρων τους, ήταν σε θέση να ελιχθούν στις ξέρες της πολιτικής ισχύος καλύτερα από εκείνες που επέμειναν σε δαπανηρές και υπερβολικά φιλόδοξες δεσμεύσεις. Σήμερα, η μείωση των μελλοντικών σχεδιασμών ανάπτυξης δυνάμεων από τις ΗΠΑ θα μπορούσε να κατευνάσει τους αντιπάλους των ΗΠΑ, να εξαλείψει πιθανά σημεία ανάφλεξης και να ενθαρρύνει τους συμμάχους των ΗΠΑ να συμβάλουν περισσότερο στη συλλογική άμυνα - όλα αυτά ενώ ελαφρύνονται οι επιβαρύνσεις των Ηνωμένων Πολιτειών για τη διατήρηση της γεωπολιτικής τους κυριαρχίας. Μια πολιτική λιτότητας δεν χρειάζεται να προκαλέσει διεθνή αστάθεια ή να πυροδοτήσει κομματική μνησικακία στην Ουάσιγκτον. Αν μη τι άλλο, θα μπορούσε να βοηθήσει στη δημιουργία περιθωρίων για μεταρρυθμίσεις και ανάκαμψη, για αύξηση της στρατηγικής ευελιξίας και για ανανέωση της νομιμοποίησης της παγκόσμιας ηγεσίας των ΗΠΑ.

ΠΑΡΑΚΜΗ: ΠΛΑΝΗ Ή ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ;

Η ισχύς είναι πολύπλευρη και δύσκολο να μετρηθεί, αλλά οι μετρήσεις που έχουν μεγαλύτερη σημασία μακροπρόθεσμα είναι η στρατιωτική ικανότητα μιας χώρας και η οικονομική της ισχύς σε σύγκριση με τους αντιπάλους της. Χρησιμοποιώντας αυτούς τους δείκτες αναφοράς, υπάρχει το ισχυρό επιχείρημα ότι αν και η παρακμή των ΗΠΑ είναι πραγματική, ο βαθμός αυτής της παρακμής είναι μέτριος.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επενδύουν σε στρατιωτικό ανθρώπινο δυναμικό και σε αμυντικό εξοπλισμό περισσότερο από όλες τις άλλες χώρες. Όπως ο πολιτικός επιστήμονας Barry Posen υποστηρίζει, αυτό τους έδωσε τη δυνατότητα να ασκούν «διοίκηση επί της κοινότητας». Με τον τεράστιο στόλο τους από επιθετικά υποβρύχια και αεροπλανοφόρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ελέγχουν τις θάλασσες - ακόμα και αυτές που δεν αποτελούν χωρικά της ύδατα και εκείνες που βρίσκονται εκτός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της (ΑΟΖ). Τα μαχητικά αεροσκάφη και τα μη επανδρωμένων εναέρια οχήματα τους δίνουν ασυναγώνιστη ανωτερότητα στον αέρα. Και η κυριαρχία τους στο διάστημα και τον κυβερνοχώρο είναι σχεδόν το ίδιο εντυπωσιακή.

Αλλά η απόδοση των στρατιωτικών επενδύσεων των Ηνωμένων Πολιτειών μειώνεται. Το εργατικό κόστος και το κόστος της τεχνολογίας αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς. Οι εκθέσεις του Γραφείου Κυβερνητικού Καταλογισμού δείχνουν ότι, από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου η χρηματοδότηση για την απόκτηση αμυντικού εξοπλισμού έχει αυξηθεί κατά 5%, ενώ το μέσο κόστος κτήσης έχει αυξηθεί κατά 120%. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Ερευνών του Κογκρέσου, μεταξύ 1999 και 2005, το πραγματικό κόστος της στήριξης ενός ενεργού στρατιώτη αυξήθηκε κατά 33%. Φυσικά, τα οφέλη από τις απεριόριστες αμυντικές δαπάνες δεν συμβαδίζουν με το κόστος τους. Όπως το έθεσε ο Gates, οι αμυντικοί θεσμοί των ΗΠΑ έχουν «συνηθίσει στην μετά την 9η Σεπτεμβρίου πολιτική του ‘μην ρωτάς’ σχετικά με τα χρηματοδοτικά αιτήματα», ενθαρρύνοντας μια κουλτούρα σπατάλης και αναποτελεσματικότητας που περιγράφεται ως «ένα ημι-φεουδαρχικό σύστημα - ένα αμάλγαμα φέουδων, χωρίς κεντρικούς μηχανισμούς για την κατανομή των πόρων».

Η τάση της τελευταίας δεκαετίας είναι ανησυχητική: καθώς οι στρατιωτικές δαπάνες εκτινάχθηκαν στα ύψη, οι επιτυχίες των ΗΠΑ στο εξωτερικό λιγοστεύουν. Για να ειπωθεί σαφέστερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να διαθέτουν τα καλύτερα όπλα και τους πιο ικανούς στρατιωτικούς στον κόσμο. Οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και το Ιράκ έκαμψαν, αλλά δεν κατέστρεψαν, τον πλήρως εθελοντικό στρατό και το βάρος της διατήρησης αυτής της τρομερής δύναμης δεν είναι εξαιρετικά επαχθές οικονομικά. Η προτεινόμενη βασική χρηματοδότηση του αμυντικού προϋπολογισμού με 553 δισεκατομμύρια δολάρια για το 2012 αντιπροσωπεύει μόλις το 15% του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού και λιγότερο από 5% του ΑΕΠ. (Για να τεθεί αυτό το ποσοστό σε μια σύγκριση, αρκεί να σημειωθεί ότι ο προτεινόμενος προϋπολογισμός του 2012 για τις δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης φθάνει τα 760 δισεκατομμύρια δολάρια). Ωστόσο, οι τρέχουσες τάσεις θα καταστήσουν δυσκολότερο για τις Ηνωμένες Πολιτείες να συνεχίσουν να «αγοράζουν» ηγεμονία με την ίδια ευκολία όπως στο παρελθόν. Οι αλλαγές στις στρατιωτικές τακτικές και η εξέλιξη της τεχνολογίας διαβρώνουν τα πλεονεκτήματα των Ηνωμένων Πολιτειών. Η διάδοση των πυραύλων «κρουζ» κατά στόχων επιφανείας καθιστά πιο δύσκολο για το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ να λειτουργεί σε ακτές κοντά στους αντιπάλους του. Προηγμένοι πύραυλοι εδάφους-αέρος αυξάνουν επίσης το κόστος της διατήρησης της ανωτερότητας των ΗΠΑ στους αιθέρες σε εχθρικές περιοχές. Εθνικιστικές και φυλετικές εξεγέρσεις, που τροφοδοτούνται από ένα έντονο εμπόριο μικρών όπλων, έχουν αποδειχθεί δύσκολο να καταπολεμηθούν με συμβατικές χερσαίες δυνάμεις. Η κυριαρχία των ΗΠΑ στον αμυντικό τομέα γίνεται όλο και πιο ακριβή σε μια στιγμή που γίνεται όλο και λιγότερο δαπανηρό για άλλα κράτη και φορείς το να αμφισβητούν τη μοναδική υπερδύναμη.

Πέρα από αυτές τις προκλήσεις για την στρατιωτική κυριαρχία της χώρας, η αποδυνάμωση της οικονομικής τους κατάστασης συμβάλλει επίσης στη μείωση της ισχύος των ΗΠΑ. Η οικονομία των ΗΠΑ παραμένει η μεγαλύτερη στον κόσμο, αλλά η κατάταξή της κινδυνεύει. Μεταξύ 1999 και 2009, το μερίδιο των ΗΠΑ στο παγκόσμιο ΑΕΠ (μετρούμενο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης) έπεσε από το 23% στο 20%, ενώ το μερίδιο της Κίνας στο παγκόσμιο ΑΕΠ αυξήθηκε από 7% στο 13%. Σε περίπτωση που συνεχιστεί αυτή η τάση, η οικονομική παραγωγή της Κίνας θα ξεπεράσει εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών μέχρι το 2016. Η Κίνα καταναλώνει ήδη περισσότερη ενέργεια από όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες ενώ δυναμώνουν και οι φωνές που ζητούν την αντικατάσταση του δολαρίου ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος από ένα «καλάθι» νομισμάτων που θα περιλαμβάνει το ευρώ και το (κινεζικό) γουάν.

Η δημοσιονομική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ανησυχητική, είτε πιστεύει είτε δεν πιστεύει κανείς ότι η Standard & Poors ήταν δικαιολογημένη στο να υποβαθμίσει τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Μεταξύ 2001 και 2009, το αμερικανικό ομοσπονδιακό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ υπερδιπλασιάστηκε, από 32% σε 67%, ενώ και οι πολιτειακές και τοπικές κυβερνήσεις έχουν επίσης σημαντικά χρέη. Η εξάρτηση των Ηνωμένων Πολιτειών από εισαγωγές, σε συνδυασμό με τα υψηλά επιτόκια δανεισμού, οδήγησαν σε σημαντικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών: πάνω από 6% του ΑΕΠ το 2006. Η ισχύς ακολουθεί τα χρήματα και οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζουν διαρροή μετρητών.

Τα νέα δεν είναι όλα «μαύρα και άραχνα». Παρά το τεράστιο δημόσιο χρέος, οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπάνησαν λιγότερο από 5% του προϋπολογισμού του 2010 για καθαρές πληρωμές τόκων, περιορίζοντας την έκταση στην οποία το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους έχει παραγκωνίσει τις υπόλοιπες δαπάνες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να εξάγουν περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες από όσο οποιαδήποτε άλλη χώρα και ακολουθούν από κοντά την Κίνα που είναι ο μεγαλύτερος κατασκευαστής προϊόντων στον κόσμο. Όσον αφορά τη συναλλαγματική ισοτιμία της αγοράς, η οικονομία των ΗΠΑ εξακολουθεί να είναι υπερδιπλάσια από το μέγεθος της κινεζικής οικονομίας. Η Κίνα, άλλωστε, αντιμετωπίζει μια σειρά από εμπόδια που μπορεί να επιβραδύνουν την άνοδό της: εσωτερική αναταραχή, «φούσκες» στο χρηματιστήριο και την αγορά ακινήτων, διαφθορά, γήρανση του πληθυσμού, υψηλή αποταμίευση καθώς και ένα ιστορικό καινοτομίας που δεν αποδεικνύεται. Ωστόσο, η γενική εικόνα είναι σαφής: η οικονομική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι πλέον εξασφαλισμένη και αυτή η αβεβαιότητα θα μειώσει τη γεωπολιτική κυριαρχία της.

Στην ουσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πέσει σε μια συνήθη διαδικασία για τις ηγετικές δυνάμεις: υπερκατανάλωση, υπερεπέκταση και υπερεκτίμηση. Αλλά η χώρα έχει επίσης μια ικανότατη οικονομία και έναν στέρεο στρατό. Δεν είναι σε ελεύθερη πτώση. Τώρα, οι ΗΠΑ χρειάζονται μια εξωτερική πολιτική που να τους ταιριάζει.

ΑΝΤΙΣΤΕΚΟΜΕΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ

Παρά τη διάβρωση της αμερικανικής στρατιωτικής και οικονομικής κυριαρχίας, πολλοί παρατηρητές προειδοποιούν ότι μια γρήγορη απομάκρυνση από την τρέχουσα προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής θα ήταν καταστροφική. Ο ιστορικός Robert Kagan προειδοποιεί ότι «η μείωση των αμυντικών δαπανών... θα εκνευρίσει τους συμμάχους της Αμερικής και θα μειώσει τις προσπάθειες να επιτευχθεί μεγαλύτερη συνεργασία». Ο δημοσιογράφος Robert Kaplan, ακόμα πιο αποκαλυπτικά, προειδοποιεί ότι «η μείωση της δέσμευσης [των Ηνωμένων Πολιτειών] με τον υπόλοιπο κόσμο θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την ανθρωπότητα». Αλλά αυτοί οι υπερασπιστές του status quo συγχέουν τη λιτότητα με τον κατευνασμό ή τον απομονωτισμό. Η συνετή μείωση των εξωτερικών δεσμεύσεων των Ηνωμένων Πολιτειών δεν θα αποτρέψει τη χώρα από την αντιμετώπιση επικίνδυνων απειλών ούτε από το να συμπορεύεται με φίλους και συμμάχους. Πράγματι, οι μειώσεις αυτές θα δώσουν στη χώρα μεγαλύτερη στρατηγική ευελιξία και ελεύθερους πόρους για την προώθηση μιας μακροπρόθεσμης ανάπτυξης.

Ένα κάπως πιο συναρπαστικό θέμα που τίθεται από τους αντιπάλους της λιτότητας είναι ότι αυτή η πολιτική θα μπορούσε να υπονομεύσει τις δυνατότητες αποτροπής απειλών που έχουν σήμερα οι ΗΠΑ. Η μείωση του αμυντικού προϋπολογισμού ή η αναδιάταξη των δυνάμεων θα κάνουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να φαίνονται αδύναμες και θα ενθαρρύνουν όψιμους αντιπάλους, όπως λένε. «Η πρώιμη σηματοδότηση μιας τέτοιας υπεροπτικής πρόθεσης μπορεί να ενθαρρύνει τους περιφερειακούς επιθετικούς παίκτες του κόσμου», σημειώνει με ανησυχία ο Kaplan. Αυτό το άγχος έχει τις ρίζες του στην εκτίμηση ότι το καλύτερο εμπόδιο για τον τυχοδιωκτισμό των αντιπάλων είναι η προωθημένη άμυνα - η ανάπτυξη στρατιωτικού εξοπλισμού σε μεγάλες βάσεις κοντά στα σύνορά του εχθρού, οι οποίες χρησιμεύουν ως η περίφραξη ή, σύμφωνα με άλλους, το «Σινικό Τείχος» της Αμερικής.

Υπάρχουν πολλά προβλήματα σχετικά με αυτή την άποψη. Για αρχή, οι πολιτικές που έχουν βάλει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πρόβλημα τα τελευταία χρόνια είναι ενεργητικές, όχι παθητικές ή αμυντικές. Η υπό αμερικανική ηγεσία εισβολή στο Ιράκ αποξένωσε σημαντικούς συμμάχους από τις ΗΠΑ, όπως η Γερμανία και η Τουρκία, και αύξησε την περιφερειακή δύναμη του Ιράν. Η επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς δημιούργησε εντάσεις στη συμμαχία και αύξησε τις ρωσικές φιλοδοξίες στη Γεωργία και την Ουκρανία.

Γενικότερα, οι προωθημένες αναπτύξεις αμερικανικών δυνάμεων δεν είναι πλέον το κύριο εμπόδιο για την κάλυψη εδαφών από την υπερδύναμη. Η λήψη και η κατοχή εδάφους είναι πιο ακριβές ενέργειες από όσο ήταν κάποτε και οι μεγάλες δυνάμεις δεν έχουν ιδιαίτερα κίνητρα ή συμφέρον να επεκταθούν περαιτέρω. Οι βασικοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν αναπτύξει τα μέσα για να υπερασπιστούν τα εδαφικά όριά τους και να αποτρέψουν ανήσυχους γείτονες. Φυσικά, η περικοπή θα μπορούσε να δελεάσει απερίσκεπτους αντιπάλους να ακολουθήσουν απρόβλεπτες ή απρόσεκτες πολιτικές, όπως μερικές φορές κάνουν τα κράτη. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, όμως, η ανωτερότητα των συμβατικών όπλων των ΗΠΑ και η ικανότητά τους να προβάλουν την δύναμή τους θα εξασφαλίσει μια γρήγορη αμερικανική παρέμβαση. Τα αποτελέσματα τέτοιων ενεργειών θα είναι δαπανηρά, αλλά οι κίνδυνοι περιστολής των δαπανών πρέπει να συγκριθούν με τους κινδύνους περί το status quo. Σε δύσκολες οικονομικέςσυνθήκες, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να θέσουν προτεραιότητες. Η μεγαλύτερη απειλή για μια υπερδύναμη δεν είναι η πιθανότητα καθυστερημένης εμπλοκής σε μια περιφερειακή κρίση: είναι ο πειρασμός της αυτοκρατορικής υπερβολής. Αυτή ακριβώς είναι η παγίδα στην οποία οι αντιπαλοι των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως π.χ. η Αλ Κάιντα, θέλουν να δούν τους αμερικανούς να πέφτουν μέσα.

Ούτε υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι η μείωση των εξωτερικών δεσμεύσεων της Ουάσιγκτον θα οδηγούσε τους φίλους και τους αντιπάλους της να αμφισβητήσουν την αξιοπιστία της. Παρά τις κάποιες απαισιόδοξες προφητείες, η απόσυρση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων από τη Δυτική Ευρώπη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο ούτε καταδίκασε το ΝΑΤΟ ούτε απαξίωσε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ανάλογες μειώσεις του αριθμού των αμερικανικών δυνάμεων και των δυνάμεων «επανατοποθέτησης» στη Νότια Κορέα έχουν βελτιώσει τις -μερικές φορές- τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τη Σεούλ. Οι εκκλήσεις προς την Ιαπωνία να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος της άμυνάς της έχουν επίσης ως αποτέλεσμα την βαθύτερη εναρμόνιση των αμερικανικών και ιαπωνικών δυνάμεων. Η πίστη στο προωθημένο αμυντικό σύστημα είναι ένα κατάλοιπο από τον Ψυχρό Πόλεμο, με ρίζες σε οράματα για αμείλικτους αντιπάλους και για φαινόμενα ντόμινο. Δεν ταιριάζει στη σύγχρονη παγκόσμια πολιτική σκηνή, όπου οι ισορροπημένες συμμαχίες απουσιάζουν και όπου οι ιδεολογικές διαφορές εκφράζονται εξαιρετικά ήπια.

Άλλοι προειδοποιούν ότι το αμερικανικό πολιτικό σύστημα είναι υπερβολικά κατακερματισμένο για μπορεί να εφαρμόσει μια συντονισμένη περιοριστική πολιτική. Κατά την άποψη αυτή, ακόμη και αν η διπλωματική κοινότητα υιοθετήσει ομόφωνα αυτή την στρατηγική, δεν θα ήταν δυνατόν να υπερκεραστούν οι ομάδες πίεσης και οι γραφειοκρατικές δυνάμεις που ευνοούν μια πιο ενεργό προσέγγιση εξωτερικής πολιτικής. Οι εκλογικές πιέσεις ανταμοίβουν προσοδοφόρες συμβάσεις για την άμυνα και διαπύρσιες ρητορείες αντί των νηφάλιων εκτιμήσεων για εθνικά περιουσιακά στοιχεία που απομειώνονται. Όποιες και αν είναι οι προτιμήσεις των ηγετών, οι γραφειοκρατικές πιέσεις προωθούν συντηρητικές αποφάσεις, πολιτική αδράνεια και ογκώδεις προϋπολογισμούς – τίποτα από τα οποία δεν εγκαινιάζει μια εποχή αυτοσυγκράτησης.

Παρά το βαθύ κομματικό χάσμα, ωστόσο, οι Ρεπουμπλικανοί και οι Δημοκρατικοί έχουν συχνά βάλει στην άκρη τις διαφορές τους όταν πρόκειται για την εξωτερική πολιτική. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επανήλθαν στον απομονωτισμό των προηγούμενων περιόδων: και τα δύο κόμματα υποστήριξαν μαζικά προγράμματα για τον περιορισμό της Σοβιετικής Ένωσης. Κατά τη διάρκεια της θυελλώδους δεκαετίας του 1960, διαμορφώθηκε μια συναίνεση υπέρ της επιδίωξης μιας ύφεσης στις σχέσεις με τους Σοβιετικούς. Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου δημιούργησαν διακομματική υποστήριξη για την ανάληψη δράσης εναντίον της Αλ Κάιντα και των συμμάχων της. Στη συνέχεια, στον απόηχο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008, πολιτικοί από όλο το φάσμα αναγνώρισαν την ανάγκη να τελειώνουν οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Οι αμερικανοί πολιτικοί, όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με πιεστικές προκλήσεις εξωτερικής πολιτικής, γενικά ξεπερνούν τις ιδεολογικές διαφορές τους και σφυρηλατούν κοινές πολιτικές, μερικές φορές διευρύνοντας τις παγκόσμιες δεσμεύσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλες φορές περιστέλλοντάς τις.

Σήμερα, οι εκλογικές πιέσεις υποστηρίζουν μια πιο μετριοπαθή προσέγγιση στα διεθνή ζητήματα. Σύμφωνα με μια μελέτη του 2009 από το Pew Research Center, το 70% των Αμερικανών προτιμά να μοιράζονται οι ΗΠΑ τον παγκόσμιο ηγετικό ρόλο παρά να τον κατέχουν μόνες τους. Και μια μελέτη του 2010 από το Chicago Council on Global Affairs διαπίστωσε ότι το 79% του πληθυσμού πιστεύει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έπαιξαν το ρόλο του παγκόσμιου χωροφύλακα περισσότερο από όσο έπρεπε. Ακόμη και σε ιερά και απαραβίαστα θέματα όπως ο αμυντικός προϋπολογισμός, το κοινό έχει επιδείξει προθυμία να μελετηθεί το ενδεχόμενο μειώσεων. Σε μια μελέτη του 2010 που πραγματοποιήθηκε από το «Πρόγραμμα για τη Δημόσια Διαβούλευση» στο Πανεπιστήμιο του Maryland, το 64% των ερωτηθέντων υιοθέτησε τη μείωση των αμυντικών δαπανών, υποστηρίζοντας μια μέση μείωση 109 δισ. δολαρίων στον αμυντικό προϋπολογισμό.

Ωστόσο, τα θεσμικά εμπόδια για μεταρρυθμίσεις παραμένουν. Όμως, όταν οι πρόεδροι ηγούνται, οι γραφειοκράτες σε μεγάλο βαθμό ακολουθούν. Τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις, αρχίζοντας με εκείνη του Ρόναλντ Ρέιγκαν, ήταν σε θέση να δαμάσουν την αντίθεση του Κογκρέσου και να περάσουν ένα φιλόδοξο πρόγραμμα αναπροσαρμογών που τελικά είχε ως αποτέλεσμα το κλείσιμο 100 στρατιωτικών βάσεων, εξοικονομώντας 57 δις. δολάρια. Στον αμυντικό προϋπολογισμό του 2010, η διοίκηση Ομπάμα πέτυχε την ακύρωση των σχεδίων για την απόκτηση επιπλέον F-22 Raptors παρά την άγρια αντίσταση από διάφορους λομπίστες, μέλη του Κογκρέσου και την ηγεσία της πολεμικής αεροπορίας. Ο προϋπολογισμός του 2010 περιλαμβάνει επίσης περικοπές για το ναυτικό, σχετικά με τον στόλο των σκαφών τεχνολογίας «στελθ» αλλά και για τον εξοπλισμό της επόμενης γενιάς επανδρωμένων στρατιωτικών οχημάτων εδάφους.

Έτσι, οι ισχυρισμοί ότι η λιτότητα είναι πολιτικά ανέφικτη ή απίθανη, είναι αβάσιμοι. Ακριβώς όπως μια πιο ταπεινή εξωτερική πολιτική δεν θα προκαλέσει ούτε αστάθεια ούτε παρακμή, οι εγχώριοι πολιτικοί παράγοντες δεν θα εμποδίσουν τις έγκαιρες μεταρρυθμίσεις. Για να χαράξουν μια νέα πορεία, οι αμερικανοί πολιτικοί χρειάζονται μόνο διορατικότητα και θέληση.

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΣΥΓΚΡΑΤΗΣΗΣ

Ακόμα κι αν μια πολιτική λιτότητας είναι δυνατόν να εφαρμοστεί, θα μπορέσει λειτουργήσει; Η ιστορική καταγραφή δείχνει ότι μπορεί. Από το1870, υπήρξαν 18 περιπτώσεις στις οποίες μια μεγάλη δύναμη έπεσε στην κατάταξη, όπως μετράται από το ΑΕΠ της σε σχέση με τα ΑΕΠ των άλλων μεγάλων δυνάμεων. Δεκαπέντε από αυτές τις φθίνουσες μεγάλες δυνάμεις προχώρησαν σε κάποια μορφή λιτότητας, αυτοσυγκράτησης δαπανών. Μακράν του να προκαλέσει επιθετικότητα, η πολιτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα αυτά τα κράτη να είναι πιο πιθανό να αποφύγουν στρατιωτικές διαμάχες και να ανακτήσουν την προηγούμενη θέση τους, αντίθετα από τις τρεις φθίνουσες μεγάλες δυνάμεις που δεν προχώρησαν σε μέτρα λιτότητας: Η Γαλλία τη δεκαετία του 1880, η Γερμανία στη δεκαετία του 1930 και η Ιαπωνία τη δεκαετία του 1990. Τα κράτη αυτά δεν ανέκτησαν τις προηγούμενες θέσεις τους, σε αντίθεση με σχεδόν τα μισά από τα 15 κράτη που έκαναν οικονομίες, όπως, π.χ., η Ρωσία τη δεκαετία του 1880 και το Ηνωμένο Βασίλειο κατά την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα.

Η λιτότητα λειτουργεί με διάφορους τρόπους. Ο ένας είναι με τη μετατόπιση δεσμεύσεων και πόρων από την περιφέρεια προς τον πυρήνα των συμφερόντων αλλά και τη διατήρηση των επενδύσεων στις πιο πολύτιμες γεωγραφικές και λειτουργικές περιοχές. Αυτό μπορεί να βοηθήσει να μειωθεί ο αριθμός των πιθανών σημείων ανάφλεξης με αναδυόμενους αντιπάλους, με τη μείωση των πιθανοτήτων τυχαίων συγκρούσεων καθώς και τη μείωση των κινήτρων των περιφερειακών δυνάμεων να εμπλακούν συγκρουσιακά. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπεροχή υποχρεώνει ένα κράτος να υπερασπιστεί μια μεγάλη και εύθραυστη περίμετρο, μια πολιτική περιστολής του επιτρέπει να ανταποκριθεί στις σημαντικές απειλές, στον χρόνο και τον τόπο της επιλογής του. Η σύγκρουση δεν γίνεται εξ ολοκλήρου κατ’ επιλογήν, καθώς οι απειλές κατά των βασικών εθνικών συμφερόντων εξακολουθούν να πρέπει να απαντηθούν. Αλλά για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η λιτότητα θα μειώσει τη συνολική αμυντική επιβάρυνση καθώς και τον κίνδυνο να βαλτώσει η άμυνα σε ένα οριακό αδιέξοδο.

Θα μπορούσε επίσης να ενθαρρύνει τους συμμάχους των ΗΠΑ να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για τη συλλογική ασφάλεια. Μια τέτοια κατανομή βαρών θα ήταν πιο δίκαιη για τους αμερικανούς φορολογούμενους, οι οποίοι σήμερα επωμίζονται ένα δυσανάλογο βάρος για την ασφάλεια του κόσμου. Κάθε χρόνο, σύμφωνα με τον Christopher Preble του Cato Institute, πληρώνουν κατά μέσο όρο 2.065 δολάρια ο καθένας σε φόρους για να καλύψουν το κόστος της εθνικής άμυνας, σε σύγκριση με 1.000 δολάρια για τους Βρετανούς, 430 δολάρια για τους Γερμανούς και 340 δολάρια για τους Ιάπωνες.

Παρά τη μείωση δαπανών για την άμυνα, οι παραδοσιακοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών δεν έχουν σημαντικό πρόβλημα να προστατέψουν τα ζωτικά τους συμφέροντα. Κανένα κράτος δεν απειλεί αξιόπιστα την εδαφική ακεραιότητα κάποιας χώρας της Δυτικής Ευρώπης ή της Ιαπωνίας, και οι σύμμαχοι των ΗΠΑ δεν χρειάζονται την προβολή δύναμης από κάποια ανεξάρτητη πηγή για την προστασία των πατρίδων τους. Η επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη ήταν εσφαλμένη από πολλές απόψεις, αλλά έχει αποδειχθεί ότι τα ευρωπαϊκά κράτη - μέλη είναι σε θέση να διεξάγουν πολύπλοκες στρατιωτικές επιχειρήσεις, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να παίζουν δευτερεύοντα ρόλο. Προχωρώντας, η λιτότητα θα αναγκάσει τους συμμάχους των ΗΠΑ να βελτιώσουν τις υπάρχουσες δυνατότητές τους και να αναλάβουν το κόστος της όποιας αλτρουιστικής παρόρμησής τους.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους έχουν βασικά τους ίδιους στόχους: τη δημοκρατία, τη σταθερότητα και το εμπόριο. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στην εξής δύσκολη θέση: και να έχουν παρουσία σε όλο τον κόσμο και να ερεθίζουν πολλά κράτη με την παρουσία τους μέσα, ή κοντά, στο εδαφός τους. Το να ανατεθούν μερικές από τις ευθύνες στους συμμάχους, θα επιτρέψει στην κυβέρνηση των ΗΠΑ να επικεντρωθεί περισσότερο στους κρίσιμους στόχους της, όπως η εξασφάλιση μιας σταθερής και ευημερούσας οικονομίας. Περιφερειακοί εταίροι, οι οποίοι έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή αλλά και καλύτερη γνώση των τοπικών προκλήσεων, μπορούν να αναλάβουν μεγαλύτερες ευθύνες. Με την αύξηση των εισροών από τους άλλους και μια λιγότερο επεμβατική παρουσία, η λιτότητα θα επιτρέψει επίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες να αποκαταστήσουν κάποια λάμψη στην ηγεσία τους.

ΕΝΑ ΠΙΟ ΛΙΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Για να εφαρμόσουν μια πολιτική λιτότητας, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να κάνουν τρία βασικά βήματα: να μειώσουν την παγκόσμια στρατιωτική παρουσία τους, να αλλάξουν το μέγεθος και τη σύνθεση του αμερικανικού στρατού και να αξιοποιήσουν το παραγόμενο «μέρισμα από τη λιτότητα» για την προώθηση της εγχώριας οικονομικής ανάκαμψης.

Πρώτον, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να επανεξετάσουν την προωθημένη ανάπτυξη δυνάμεων. Η πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι να αποτρέψουν την όποια επιθετικότητα εναντίον των βασικών οικονομικών εταίρων τους στην Ευρώπη και την Ασία. Το καθήκον αυτό δεν είναι ιδιαίτερα επαχθές. Υπάρχουν λίγες υπολογίσιμες απειλές για τους συμμάχους των ΗΠΑ σε αυτές τις περιοχές και αυτά τα κράτη χρειάζονται μόνο λίγη βοήθεια από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αν και η Ρωσία συνεχίζει να αναμιγνύεται στα εσωτερικά των χωρών της περιοχής της και χρησιμοποίησε το εμπάργκο στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριό της για να καταναγκάσει τους άμεσους γείτονές της, οι πόροι της δυτικής Ευρώπης είναι περισσότερο από επαρκείς ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει μια δυναμική Ρωσία. Μια πιο αυτόνομη Ευρώπη θα χρειαστεί κάποιο χρόνο για να αναπτύξει μια συνεκτική πολιτική ασφάλειας και άμυνας και δεν θα βλέπει πάντα τα γεγονότα μέσα από το ίδιο πρίσμα, όπως κάνει η Ουάσιγκτον. Ωστόσο, η μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα ισχυρό κίνητρο για τα ευρωπαϊκά κράτη να δαπανούν περισσότερα για την άμυνα, να εκσυγχρονίσουν τις δυνάμεις τους και να εναρμονίσουν καλύτερα τις πολιτικές και τις ικανότητές τους. Οι αμερικανικές δυνάμεις στο ευρωπαϊκό θέατρο θα μπορούσαν ασφαλώς να μειωθούν κατά 40% – 50%, χωρίς να διακυβεύεται η ασφάλεια της Ευρώπης.

Η Ασία είναι επίσης έτοιμη για μια μειωμένη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ, και η Ουάσιγκτον θα πρέπει να αρχίσει σταδιακά να αποσύρει τα στρατεύματά της. Παρά το γεγονός ότι η Κίνα έχει ξεκινήσει μια φιλόδοξη πολιτική στρατιωτικού εκσυγχρονισμού και εμπλέκεται σε περιοδικούς διαξιφισμούς στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας, η ικανότητά της να προβάλλει στρατιωτική δύναμη εξακολουθεί να είναι περιορισμένη. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα ήδη επωμίζονται μεγαλύτερα βάρη για την άμυνά τους από όσο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η Ινδία, οι Φιλιππίνες και το Βιετνάμ είναι χώρες πρόθυμες να διαμορφώσουν στρατηγική συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Λόγω του κοινού συμφέροντος για την προώθηση της περιφερειακής ασφάλειας, αυτοί οι δεσμοί θα μπορούσαν να υποστηριχθούν μέσω διμερών πολιτικών και οικονομικών συμφωνιών, αντί της επ' αόριστον ανάπτυξης στρατιωτικών δυνάμεων και τις δεσμεύσεις «ανοικτού τύπου» όπως στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Σε περίπτωση που η Κίνα γίνει πιο αυταρχική, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στα σύνορά της θα λειτουργήσουν ως ένα φυσικό σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και ως μια πρώτη γραμμή άμυνας, καθώς και ως κόμβοι παροχής υλικοτεχνικής και οικονομικής υποστήριξης για τις απαραίτητες ενέργειες από τις ΗΠΑ. Ωστόσο, μια τέτοια κατάσταση δεν είναι καθόλου αναπόφευκτη. Προς το παρόν, υπάρχουν πολλές φθηνότερες εναλλακτικές λύσεις που μπορούν να ενισχύσουν την ισχύουσα γραμμή άμυνας, όπως η μεταφορά τεχνολογίας, οι πωλήσεις όπλων και η διπλωματική διαμεσολάβηση. Η υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας και η πρόληψη του κινεζικού ή του Βορειοκορεάτικου τυχοδιωκτισμού απαιτεί δυνάμεις ταχείας επέμβασης με ισχυρά αποθέματα και όχι 30.000 στρατιώτες που σταθμεύουν σήμερα σε κάθε χώρα. Καταργώντας σταδιακά το 20% αυτών των δυνάμεων και μεταθέτοντας άλλες δυνάμεις στο Γκουάμ ή τη Χαβάη θα μπορούσαν να επιτευχθούν τα ίδια αποτελέσματα με πιο αποτελεσματικό τρόπο.

Η μείωση αυτών των δεσμεύσεων στο εξωτερικό θα φέρει σημαντική εξοικονόμηση. Η έκθεση μιας δικομματικής ομάδας εργασίας που δημοσιεύθηκε το 2010 από το Πρόγραμμα για Αμυντικές Εναλλακτικές εκτιμά ότι και μόνο η αποστράτευση 50.000 στρατιωτών στην Ευρώπη και την Ασία θα μπορούσε να εξοικονομήσει μέχρι και 12 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Η συρρίκνωση του αποτυπώματος των ΗΠΑ θα δημιουργήσει, επίσης, έμμεσες αποταμιεύσεις υπό τη μορφή της μείωσης προσωπικού, της συντήρησης και του κόστους εξοπλισμού.

Η περιστολή των δαπανών θα απαιτήσει επίσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες να ελαχιστοποιήσουν την παρουσία τους στη Νότια Ασία και τη Μέση Ανατολή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συμφέρον να εξασφαλίσουν τη ροή φθηνού πετρελαίου, όμως οι ένοπλες παρεμβάσεις και οι προωθημένοι στρατιωτικοί σχηματισμοί μετά βίας μπορούν να εκληφθούν ως δόκιμοι τρόποι για την επίτευξη αυτού του στόχου. Οι δράσεις αυτές έχουν φανατίσει τους τοπικούς πληθυσμούς, προσέφεραν ελκυστικούς στόχους για τους τρομοκράτες, αποσταθεροποίησαν τις αγορές πετρελαίου και πυροδότησαν τις υποψίες των περιφερειακών ανταγωνιστών, όπως π.χ. το Ιράν. Ομοίως, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ένα ισχυρό κίνητρο για να εμποδίσουν τις τρομοκρατικές ομάδες από το να βρίσκουν ασφαλή καταφύγια σε ακυβέρνητους χώρους. Είναι ασαφές, ωστόσο, εάν η μεγάλη ανάπτυξη στρατευμάτων είναι ο πιο οικονομικά αποδοτικός τρόπος για να το πράξουν. Η καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ αποστολή του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν έχει δημιουργήσει προσωρινούς θύλακες σταθερότητας, αλλά κατέγραψε μικρή επιτυχία στην προώθηση της χρηστής διακυβέρνησης, την εξάλειψη της διαφθοράς ή την εξάλειψη των πιο επικίνδυνων δικτύων μαχητών. Η στρατιωτική παρουσία δεν βοήθησε ούτε στην βελτίωση των σχέσεων με το Πακιστάν ή την πολιτική αυτής της χώρας.

Γενικότερα, το Πεντάγωνο θα πρέπει να αφιερώσει λιγότερους πόρους για να διατηρήσει και να αναπτύξει τις ικανότητές του για να εμπλέκεται σε περιφερειακές συγκρούσεις, όπως ο πόλεμος στο Αφγανιστάν. Η οικοδόμηση ενός έθνους και οι πράξεις εναντίον ανταρτών έχουν μια θέση στον αμυντικό προγραμματισμό των ΗΠΑ, αλλά όχι σημαντική. Οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και το Ιράκ έχουν αυξήσει το προφίλ του δόγματος κατά των ανταρτών και έφερε στο προσκήνιο τους υποστηρικτές και τους επαγγελματίες του, όπως ο Ντέιβιντ Πετρέους, ο απόστρατος στρατηγός ο οποίος είναι σήμερα διευθυντής της CIA. Αυτό είναι μια κατανοητή εξέλιξη, υπολογίζοντας ότι στο παρελθόν οι αμυντικές δομές ήταν απροετοίμαστες να ξεκινήσουν έναν πόλεμο εναντίον ανταρτών. Αλλά, τέτοιες συγκρούσεις απαιτούν τεράστιες δεσμεύσεις αίματος και πόρων για πολλά χρόνια, σπανίως φέρνουν ως αποτέλεσμα μια αποφασιστική νίκη και σπάνια αποφέρουν απτά οφέλη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες σε φάση λιτότητας θα παρακάμπτουν προσπάθειες υψηλού κινδύνου και χαμηλής απόδοσης, ειδικά όταν η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και η εγχώρια επιβολή του νόμου και τα μέτρα ασφαλείας έχουν αποδειχθεί ότι είναι αποτελεσματικές εναλλακτικές λύσεις. Αν και δεν μπορούν να λύσουν κάθε πρόβλημα, σχετικά μικρές δυνάμεις, που δεν απαιτούν τεράστιες βάσεις μπορούν, ωστόσο, να πραγματοποιούν σημαντικά χτυπήματα - όπως αποδεικνύεται από τη επιχείρηση για την εξάλειψη του Οσάμα Μπιν Λάντεν.

Η περιστολή των δεσμεύσεων των Ηνωμένων Πολιτειών θα μειώσει τους κινδύνους, αλλά δεν μπορεί να τους εξαλείψει. Οι αντίπαλοι μπορεί να γεμίσουν τα κενά που θα εμφανιστούν στην περιφερειακή δύναμη και οι σύμμαχοι δεν πρόκειται ποτέ να συμπεριφέρονται ακριβώς όπως η Ουάσιγκτον θα επιθυμούσε. Ωστόσο, το κόστος αυτό θα αντισταθμιστεί από τα συγκεκριμένα οφέλη της οπισθοχώρησης. Η έμφαση σε βασικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών στη Δυτική Ευρώπη θα περιορίσει τον κίνδυνο καταστροφικών συγκρούσεων με τη Ρωσία για εθνικούς θύλακες στη Γεωργία και τη Μολδαβία, επιτρέποντας στις ΗΠΑ να αποφύγουν δεσμεύσεις που δεν θα ήταν φρόνιμο να τιμήσουν. Με τη μείωση των δεσμεύσεών τους στην Ασία, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να μειώσουν την πιθανότητα σύγκρουσης για ζητήματα όπως το καθεστώς της Ταϊβάν ή οι ανταγωνιστικές ναυτικές απαιτήσεις στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Ακριβώς όπως το Ηνωμένο Βασίλειο μετρίασε τις δεσμεύσεις του και φιλοξένησε τα συμφέροντα των ΗΠΑ στο δυτικό ημισφαίριο στο γύρισμα του περασμένου αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να μετριάσουν τώρα τις δεσμεύσεις τους και να καλλιεργήσουν έναν βιώσιμο συμβιβασμό με την Κίνα για το ζήτημα της Ταϊβάν.

Με το να αποσυνδεθούν από τα ανήθικα καθεστώτα στη Μέση Ανατολή οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προστατευθούν από κατηγορίες για υποκρισία, κατηγορίες που υπονομεύουν την υποστήριξη της κοινής γνώμης στην εξωτερική τους πολιτική σε ολόκληρη την περιοχή. Και μια ταχεία αποκλιμάκωση των πολεμικών επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν και το Ιράκ θα εξοικονομήσει ένα σημαντικό ποσό χρημάτων. Η τρέχουσα απαίτηση για 118 δισ. δολάρια προκειμένου να υποστηριχθούν αυτές οι πολεμικές επιχειρήσεις αντιπροσωπεύει μια εξοικονόμηση 42 δισ. δολαρίων σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Μια επιτάχυνση προς την λήξη αυτών των συγκρούσεων θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη εξοικονόμηση. Σε μια εποχή που η κυβέρνηση των ΗΠΑ είναι υπό απίστευτη πίεση για να δικαιολογήσει μεγάλες δαπάνες, η μικρή απόδοση των επενδύσεων που απαίτησαν αυτοί οι πόλεμοι δεν εγγυάται πια ότι θα υπάρξει κι άλλη υπομονή – ή θυσίες.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΩΤΙΑ ΣΤΗ ΦΡΟΝΗΣΗ

Το δεύτερο αναγκαίο βήμα για την περιστολή των δαπανών θα πρέπει να είναι οι αλλαγές στο μέγεθος και στη σύνθεση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Gates, ο αμυντικός προϋπολογισμός του 2012 παραμένει φουσκωμένος με κονδύλια για οπλικά συστήματα αμφισβητήσιμης στρατηγικής αξίας. Για παράδειγμα, παρά τις καθυστερήσεις, τις υπερβάσεις κόστους, τις αποτυχημένες ή αναβληθείσες δοκιμές και την υπάρχουσα αντίθεση από τους συμμάχους των ΗΠΑ, η κυβέρνηση Ομπάμα υποσχέθηκε περισσότερα από 10 δισεκατομμύρια δολάρια για διάφορα βαλλιστικά πυραυλικά αμυντικά συστήματα και σχεδόν άλλα 10 δισεκατομμύρια δολάρια για τη χρηματοδότηση του μαχητικού αεροσκάφους F-35 Joint Strike Fighter. Και αυτά τα προγράμματα είναι μόνο η αρχή. Μια ανεξάρτητη ομάδα εργασίας επιφανών εμπειρογνωμόνων, που συγκροτήθηκε πρόσφατα από το Institute for Policy Studies, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αμερικανική κυβέρνηση μπορεί να περικόψει περισσότερα από 77 δισεκατομμύρια δολάρια από τον αμυντικό προϋπολογισμό του 2012, μέσω οκτώ διαφορετικών προγραμμάτων. Καινούργια υποβρύχια και προκαταβολές για το ενδέκατο αμερικανικό αεροπλανοφόρο (όταν καμία άλλη χώρα δεν διαθέτει πάνω από ένα), δεν μπορεί να αποτελούν τον καλύτερο τρόπο για να δαπανηθούν πέντε δισεκατομμύρια δολάρια. Ομοίως, η διάθεση 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μέσα στα δέκα επόμενα χρόνια, για την αναβάθμιση των αμερικανικών πυρηνικών όπλων, δεν πρόκειται να μεταβάλει επί το θετικότερο τους υπολογισμούς οποιουδήποτε αντιπάλου.

Μεγαλύτερες περικοπές στον τομέα της άμυνας θα υποχρέωναν το Πεντάγωνο να πράξει από που κάνουν ήδη οι πάντες στις Ηνωμένες Πολιτείες: να αναθεωρήσουν τον ρόλο της χώρας σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο. Ένα πρόβλημα που προκύπτει από τα ισχύοντα σχέδια προμηθειών, σχετίζεται με το γεγονός ότι η στρατηγική τεκμηρίωση που υποστηρίζει ορισμένους στόχους (στόλο 320 πλοίων για το ναυτικό, 2.200 μαχητικά αεροσκάφη για την αεροπορία), παραμένει θολή. Πολύ συχνά προβάλλεται ως δικαιολογία για την ύπαρξη τέτοιων στρατιωτικών προγραμμάτων, η ανάγκη διασφάλισης των διεθνών εμπορικών δρόμων από την κινεζική επιθετικότητα. Το πώς, όμως, ακριβώς οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προστατεύσουν την παγκόσμια οικονομία με το να συγκρουστούν με τον τρίτο σε μέγεθος εμπορικό εταίρο τους, παραμένει συνήθως ανεξήγητο.

Η απουσία σαφούς αποτίμησης του κόστους και του οφέλους από τα νέα οπλικά συστήματα, μπορεί επίσης να οδηγήσει σε ακριβά λάθη. Ήδη οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ένα τεράστιο προβάδισμα σε αεροπλανοφόρα, σε μαχητικά αεροσκάφη τέταρτης γενιάς και σε μηχανοκίνητες επίγειες δυνάμεις. Δεν υπάρχουν παρά ελάχιστοι λόγοι για να σπαταληθούν πόροι που θα αντικαταστήσουν οπλικά συστήματα ήδη πολύ καλύτερα από εκείνα που διαθέτει μεμονωμένα κάθε αντίπαλος των ΗΠΑ. Επιπλέον, ο ταχύς ρυθμός των τεχνολογικών αλλαγών, ιδιαίτερα όταν σχετίζεται με προηγμένες αντιναυτικές και αντιαεροπορικές δυνατότητες, θέτει εν αμφιβόλω την ορθότητα της διάθεσης χρημάτων σε συστήματα που μπορεί να είναι ήδη απαρχαιωμένα την ώρα που θα βγαίνουν από τη γραμμή παραγωγής.

Αντιθέτως, συντηρητικές επενδύσεις σε αποδεδειγμένες ικανότητες είναι σε θέση να τονώσουν την αμερικανική άμυνα σε ζωτικής σημασίας περιοχές και να προσδώσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες τη μέγιστη ευελιξία, ώστε να ανταποκριθούν σε μελλοντικές απειλές. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, οι επενδύσεις που πρέπει να συνεχιστούν αφορούν βαλλιστικά πυραυλικά αμυντικά συστήματα ξηράς και θαλάσσης, που παραμένει ο καλύτερος τρόπος για να προστατευθούν οι σύμμαχοι των ΗΠΑ από πυραυλικές απειλές. Το Πεντάγωνο θα πρέπει να αποκτήσει φθηνές εναλλακτικές λύσεις στα υπάρχοντα συστήματα σε μεγάλες ποσότητες, όπως τα μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα. Το Κογκρέσο θα πρέπει να συνεχίσει να χρηματοδοτεί την έρευνα και την ανάπτυξη, αλλά μόνο τόσο όσο απαιτείται για να διασφαλιστεί η παράμετρος ότι οι νέες τεχνολογίες θα παράγονται μόλις θα προκύπτει σαφής και υπαρκτή ανάγκη. Αυτές οι αλλαγές στον εφοδιασμό, σε συνδυασμό με μια ελαφρώς πιο γρήγορη απαγκίστρωση δυνάμεων από το Αφγανιστάν και το Ιράκ και κάπως μικρότερες δυνάμεις στον αμερικανικό στρατό και το ναυτικό, θα εξοικονομήσουν για τις Ηνωμένες Πολιτείες τουλάχιστον 90 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Περικοπές αυτού του είδους μπορούν να αποτελέσουν μέρος ενός προγράμματος εξοικονόμησης, τα έσοδα του οποίου να διατεθούν για την ενίσχυση της αμερικανικής οικονομίας. Η εξοικονόμηση ξεκινάει με την περιστολή των κονδυλίων για την εξωτερική πολιτική, αλλά τελειώνει μόνο όταν αυτά τα κονδύλια διατίθενται στο εσωτερικό. Παρά το γεγονός ότι οι στρατιωτικές δαπάνες αποτελούν παραγωγική επένδυση, αυτήν την ιδιότητα δεν τη διατηρούν χωρίς περιορισμό ή χωρίς σύγκριση μεγεθών. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη περάσει το σημείο της ελαχιστοποίησης της απόδοσης όσον αφορά τις αμυντικές δαπάνες. Η Ουάσιγκτον θα πρέπει να θέσει σε προτεραιότητα μέτρα για πιο άμεση τόνωση της αμερικανικής οικονομίας, ώστε να την καταστήσει πιο ανταγωνιστική. Το πώς ακριβώς θα πετύχει αυτό το αποτέλεσμα, σίγουρα θα συνεχίσει να είναι το θέμα έντονων αντιπαραθέσεων. Όμως αυτή η αντιπαράθεση θα αποκτήσει πολύ μεγαλύτερο νόημα αν διεξαχθεί υπό το πρίσμα της επένδυσης των εξοικονομηθέντων πόρων.

Μια μέτρια μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής δύναμης, σε συνδυασμό με ένα ήπιο διεθνές περιβάλλον, εφοδιάζει τις Ηνωμένες Πολιτείες με μια μοναδική ευκαιρία να περιορίσουν τις δεσμεύσεις τους στην εξωτερική πολιτική με έναν λελογισμένο τρόπο. Για να προκύψει ένα όφελος από αυτήν την ανάγκη, οι κυβερνητικοί ιθύνοντες στην Ουάσιγκτον θα πρέπει να αντισταθούν στις πιέσεις για ενίσχυση του ελέγχου των ΗΠΑ σε επουσιώδη διεθνή ζητήματα, να αγνοήσουν ξεπερασμένες ρητορείες για μειωμένη αξιοπιστία και να υπερνικήσουν τις στερεότυπες διαμαρτυρίες της διογκωμένης γραφειοκρατίας. Με τον περιορισμό στις προωθημένες αναπτύξεις στρατευμάτων, την κατανομή των βαρών σε συνεργασία με τους συμμάχους τους, τη μείωση των πολεμικών συγκρούσεων σε εδάφη της περιφέρειας και το ψαλίδισμα των περιττών δαπανών για μη αναγκαία όπλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κατορθώσουν όχι μόνο να επιβραδύνουν τον ρυθμό της ύφεσης αλλά και να σπείρουν τους σπόρους της ανάκαμψης.

Πρωτότυπο: http://www.foreignaffairs.com/articles/136510/joseph-m-parent-and-paul-k...

Copyright © 2002-2010 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Συνδέσεις:
[1] http://www.as.miami.edu/politicalscience/
[2] http://web.wellesley.edu/web/Acad/PoliticalScience