Το ετήσιο διάγγελμα Ομπάμα και η εξωτερική πολιτική του | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το ετήσιο διάγγελμα Ομπάμα και η εξωτερική πολιτική του

Οι πολιτικοί υπολογισμοί πίσω από την ομιλία
Περίληψη: 

Ο πρόεδρος γνωρίζει ότι μια κρίση στην εξωτερική πολιτική - ειδικά μια που οι επικριτές του έχουν προβλέψει - θα μπορούσε να εκτροχιάσει την εκστρατεία επανεκλογής του ανά πάσα στιγμή. Έτσι, κατά την ομιλία για την «Κατάσταση του Έθνους», θα προσπαθήσει να προσδώσει στον εαυτό του κάποια πολιτική κάλυψη ιδίως σε συγκεκριμένα θέματα: το Ιράν, το Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Ο JAMES M. LINDSAY είναι Ανώτερος Αντιπρόεδρος, Διευθυντής Σπουδών και κατέχει την έδρα Maurice R. Greenberg Chair στο Council on Foreign Relations.

Απόψε, καθώς θα εκφωνεί το τρίτο του διάγγελμα για την «Κατάσταση του Έθνους», ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα θα δώσει έμφαση στην οικονομία. Τούτο έχει όντως πολιτικό νόημα. Η ημέρα των εκλογών είναι μόλις εννέα μήνες μακριά, και η ανεργία καλύπτει όλες τις άλλες τις ανησυχίες του κοινού. Πράγματι, πρέπει να εκνευρίζει τον Λευκό Οίκο ότι κανένας πρόεδρος στη σύγχρονη εποχή δεν επανεξελέγη όταν το ποσοστό ανεργίας ήταν πάνω από 7,2%. Σήμερα, κυμαίνεται γύρω στο 8,5%.

Το τι θα πει ο Πρόεδρος για την εξωτερική πολιτική, ωστόσο, θα είναι εξίσου σημαντικό για τις πιθανότητες επανεκλογής του. Με περισσότερα από 40 εκατομμύρια τηλεθεατές που αναμένεται να παρακολουθήσουν την ομιλία – θα είναι το μεγαλύτερο ακροατήριο που θα έχει μέχρι την ομιλία του στο Εθνικό Συνέδριο των Δημοκρατικών, τον Σεπτέμβριο - έχει μια ανεπανάληπτη ευκαιρία να υποστηρίξει ότι οι χειρισμοί του στην εξωτερική πολιτική αξίζουν μια δεύτερη θητεία. Ο ίδιος θα βάλει σίγουρα τα δυνατά του.

Τα καλά νέα για τον Ομπάμα είναι ότι μπορεί να μιλά για εξωτερική πολιτική, σε αντίθεση με την οικονομία, από θέση ισχύος. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση από τους CBS News και New York Times διαπίστωσε ότι το 48% των Αμερικανών που ρωτήθηκαν ενέκριναν τους χειρισμούς του επί της εξωτερικής πολιτικής σε σύγκριση με 35% που ήταν αντίθετοι. Η ίδια δημοσκόπηση διαπίστωσε ακόμη μεγαλύτερη υποστήριξη για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε την τρομοκρατική απειλή, με έξι στους δέκα Αμερικανούς που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση να τον επικροτούν. Αυτή είναι η ανταμοιβή του για το ότι έβαλε τον Οσάμα Μπιν Λάντεν στον βυθό της Αραβικής Θάλασσας.

Αλλά ο πρόεδρος γνωρίζει επίσης ότι δεν μπορεί απλά να επαναπαυτεί στις δάφνες του. Οι δύσκολες περιπτώσεις της εξωτερικής πολιτικής θα μπορούσαν να εκτροχιάσουν ακόμη και τώρα την προεκλογική του εκστρατεία, ιδίως δεδομένου ότι τα περιθώρια λάθους στην οικονομία είναι ελάχιστα. Θα μπορούσε να γίνει η προεκλογική του εκστρατεία ένας περίπατος σε περίπτωση ενός πραγματικά απρόβλεπτου γεγονότος – θυμηθείτε τον πρώην πρόεδρο Τζορτζ Μπους και την 11η Σεπτεμβρίου - αλλά το κοινό δεν είναι πιθανό να είναι τόσο επιεικές εάν η κρίση είναι αυτή για την οποία οι επικριτές του τον έχουν προειδοποιήσει εδώ και μήνες. Ο Ομπάμα θα χρησιμοποιήσει αναμφίβολα την ομιλία του για να δείξει ότι κατανοεί τους κινδύνους που οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν στο εξωτερικό και ότι κάνει συνετά βήματα για να προλάβει τα χειρότερα.

Στο πλαίσιο αυτά, ο Ομπάμα θα προσπαθήσει να διαφημίσει τις επιτυχίες του και να δώσει στον εαυτό του κάποια πολιτική προστασία σε πέντε θέματα κυρίως.

Το πρώτο είναι το Ιράν, το οποίο μπορεί να είναι το πιο ευάλωτο σημείο της εξωτερικής πολιτικής του Ομπάμα. Οι Ρεπουμπλικάνοι υποψήφιοι για την προεδρία, με την αξιοσημείωτη εξαίρεση του Ron Paul (από το Τέξας), τον έχουν κατακεραυνώσει επειδή δεν αντιμετωπίζει την Τεχεράνη πιο δυναμικά για τις πυρηνικές της δραστηριότητες. Και αυτές οι κατηγορίες έχουν χτυπήσει διάνα [1]: μια πρόσφατη δημοσκόπηση από τους Washington Post και ABC News δείχνει ότι το αμερικανικό κοινό αποδοκιμάζει τους χειρισμούς του στο Ιράν κατά ένα μεγάλο ποσοστό.

Τον Ομπάμα σώζει το γεγονός ότι οι Αμερικανοί δεν δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στο Ιράν αυτή τη στιγμή. Για να περιορίσει την πολιτική ζημιά στην προεκλογική εκστρατεία του σε περίπτωση που αρχίσουν να δίνουν σημασία, αναμφίβολα θα επαναλάβει μια σταθερή δέσμευση να αποτρέψει το Ιράν από την απόκτηση ενός πυρηνικού όπλου. Πιθανώς θα υπενθυμίσει την επιτυχία του στο να δημιουργήσει τον ευρύ διεθνή συνασπισμό που σήμερα είναι σε θέση να επιβάλει εξοντωτικές κυρώσεις στο Ιράν. Επίσης, θα σημειώσει ότι η επίμονη διπλωματία του έχει πείσει ακόμη και το Πεκίνο να συμμετάσχει στο χορό των φωνών προειδοποίησης προς την Τεχεράνη να μην προχωρήσει στην πυρηνική ενέργεια. Τέλος, σίγουρα θα επαναλάβει αυτό που έχει γίνει σλόγκαν από την κυβέρνησή του: Όταν πρόκειται για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, όλες οι επιλογές είναι στο τραπέζι.

Το δεύτερο θέμα είναι το Ισραήλ. Δεν είναι μυστικό ότι οι σχέσεις του Ομπάμα με την κυβέρνηση του ισραηλινού πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου υπήρξαν τεταμένες. Η έκκληση του Λευκού Οίκου το Μάιο του 2009 για να σταματήσει την κατασκευή οικισμού στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη γύρισε σαν μπούμερανγκ και η κυβέρνηση απέρριψε τελικά την ιδέα. Αυτός ο κακός χειρισμός επί της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας και οι ανησυχίες σχετικά με την αντίδραση του Ομπάμα σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, έχουν δώσει ζωή στις κατηγορίες από τους Ρεπουμπλικάνους ότι ο πρόεδρος αμφιταλαντεύεται για την υποστήριξή του προς το Ισραήλ. Οι ρεπουμπλικάνοι υποψήφιοι βλέπουν τώρα μια ευκαιρία για να πάρουν τις ψήφους και τις προεκλογικές συνεισφορές των Εβραίων Αμερικανών, που κλίνουν σε μεγάλο βαθμό προς τους Δημοκρατικούς.

Το σίγουρο είναι ότι ο ο Ομπάμα εδώ και καιρό αναγνώρισε ότι έχει ένα πολιτικό πρόβλημα με το θέμα αυτό. Η αντίδρασή του ήταν να μιλά λιγότερο για παλαιστινιακό κράτος και περισσότερο για την ανυποχώρητη δέσμευσή του να υπερασπιστεί το Ισραήλ. Η ομιλία για την «Κατάσταση του Έθνους» μάλλον θα λέει μια από τα ίδια.

Όσον αφορά τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, η πολιτική του Ομπάμα έχει αφήσει δυσαρεστημένους τόσο τους συντηρητικούς όσο και τους φιλελεύθερους. Οι μεν παραπονιούνται ότι απομείωσε τις δυνατότητες των ΗΠΑ με το να αποσύρει αμερικανικές δυνάμεις πριν νικηθούν οριστικά οι Ταλιμπάν. Οι δε, ισχυρίζονται ότι ποτέ δεν έπρεπε εξαρχής να έχει ενισχύσει τα εκεί στρατεύματα.