Αντεπανάσταση στο Κίεβο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Αντεπανάσταση στο Κίεβο

Οι Ελπίδες Σβήνουν για την Ουκρανία

Η Ουκρανία, που δεν είναι άμαθη από κρίσεις, βρίσκεται πάλι σε αναταραχή. Ο πρόεδρος Βίκτορ Γιανουκόβιτς απέτυχε να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε από τις προεκλογικές του υποσχέσεις - οικονομική μεταρρύθμιση, μεγαλύτερη ευημερία και πάταξη της διαφθοράς – αντίθετα έφερε τη δημοκρατία σε χειρότερη κατάσταση όπως και το κράτος δικαίου, ενώ μεγέθυνε την πολιτική, περιφερειακή και γλωσσική διαίρεση της χώρας. Πέτυχε μόνο στο να στρέψει την Ουκρανία εναντίον του εαυτού του και της κυβέρνησής του. Σύμπτωμα της ανικανότητας και της κακοδιοίκησης της κυβέρνησής του είναι και η δίκη για «κατάχρηση εξουσίας» της πρώην πρωθυπουργού Γιούλια Τιμοσένκο, της φλογερής δημοκρατικής πολιτικού που παραλίγο να τον νικήσει στις προεδρικές εκλογές του 2010 και η οποία παραμένει η βασική πολιτική του αντίπαλος. Οι κατηγορίες εναντίον της είναι παράλογες και η δίκη χαλύβδωσε την αντιπολίτευση. Επίσης, απαξίωσε την Ουκρανία ακριβώς την ώρα που προσπαθούσε να κινηθεί προς την Δύση με την υπογραφή μιας συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η κυβέρνηση Γιανουκόβιτς σπατάλησε την ευκαιρία να ανοικοδομήσει μια χώρα που έχασε τον δρόμο της τα τελευταία χρόνια της διακυβέρνησης του πρώην προέδρου Βίκτορ Γιούσενκο, ο οποίος είχε εκλεγεί μετά την Πορτοκαλί Επανάσταση του 2004 και ηγήθηκε ενός συνασπισμού δυνάμεων μαζί με την Τιμοσένκο. Η κυβέρνηση Γιανουκόβιτς ενεπλάκη επίσης σε πολλές αδιέξοδες καταστάσεις από τις οποίες δεν ήταν εύκολο να ξεμπλέξει. Παρότι η συζήτηση που εξαπλώνεται στην Ουκρανία περί της πτώσης της κυβέρνησης είναι μάλλον πρόωρη, ο Γιανουκόβιτς και το κυβερνητικό Κόμμα των Περιφερειών έχουν σίγουρα χάσει την υποστήριξη και την εμπιστοσύνη των περισσότερων ουκρανών, οι οποίοι χρεώνουν στην κυβέρνηση την ευθύνη για την φτώχεια και την αποξένωσή τους. Η ανικανότητα του Γιανουκόβιτς να κυβερνήσει αποτελεσματικά δημιουργεί το ρίσκο της απομόνωσης της Ουκρανίας και από τη Δύση όσο και από τη Ρωσία, επιδεινώνοντας την αυξανόμενη αποξένωσή του στο εσωτερικό με την απομόνωσή του και στο εξωτερικό.

Εκτός από την περίπτωση που ο Γιανουκόβιτς αντιστρέψει την πορεία του, συνεργαστεί με την δημοκρατική αντιπολίτευση και παράλληλα προχωρήσει σε δραματικές πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις που θα είναι σκληρές τόσο για το κόμμα του όσο και για τον λαό του, η κρίση στην Ουκρανία θα βαθύνει και η χώρα θα γίνεται με αυξανόμενο ρυθμό αυταρχική, πιο φτωχή, πολωμένη και ασταθής. Ένα τέτοιο σενάριο ανησυχεί τη Δύση, καθώς η Ουκρανία είναι μια χώρα με 46 εκατομμύρια ανθρώπους, και βρίσκεται σε μια στρατηγικά σημαντική περιοχή μεταξύ της Ε.Ε. και της Ρωσίας. Η αστάθεια της Ουκρανίας θα μπορούσε να υπονομεύσει την ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ της Δύσης και της Ρωσίας, να απειλήσει τις συνεχιζόμενες προσπάθειες της Ευρώπης για οικονομική σταθεροποίηση και να ενθαρρύνει τη Μόσχα να σκεφθεί μια κάποια μορφή παρέμβασης, η οποία πρόκειται, σχεδόν αναπόφευκτα, να αποσταθεροποιήσει την ίδια τη Ρωσία – όλα τα παραπάνω κάνουν τους ανθρώπους που χαράσσουν πολιτική στην Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες αυξανόμενα νευρικούς.

ΟΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΙ

Από την εκλογή του Γιανουκόβιτς στις αρχές του 2010, η κυβέρνησή του αποστασιοποιήθηκε από τις αξίες της προκατόχου «πορτοκαλί» κυβέρνησης, αυτής του Γιούσενκο. Κατ’ αρχήν ο Γιανουκόβιτς αντικατέστησε την μετρίως φιλοδυτική εξωτερική πολιτική με έναν αποφασιστικά φιλορωσικό προσανατολισμό. Αυτό εκδηλώθηκε ξεκάθαρα με τις συμφωνίες του Χαρκίβ (Kharkiv) τον Απρίλιο του 2010, με τις οποίες επεκτάθηκαν τα δικαιώματα των ρώσων στη ναυτική βάση της Κριμαίας στη Μαύρη Θάλασσα για άλλα 25 χρόνια, με αντάλλαγμα υποτιθέμενες μειώσεις στην τιμή του ρωσικού φυσικού αερίου αλλά και μιας πιστωτικής γραμμής δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ακόμα και ουκρανοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι παραδέχθηκαν σε ιδιωτικές συζητήσεις ότι αυτή ήταν μια κακή συμφωνία: Η Ουκρανία εξακολουθεί να πληρώνει εξαιρετικά υψηλές τιμές για το φυσικό αέριο και απέτυχε να διαπραγματευθεί ένα επαρκές ενοίκιο για τη ναυτική βάση, ενώ η Ρωσία πέτυχε να τοποθετηθεί μακροπρόθεσμα στην εξαιρετικά φιλορωσική Κριμαϊκή χερσόνησο. Ακολούθως, ο Γιανουκόβιτς αχρήστευσε τις δημοκρατικές προσδοκίες του Γιούσενκο και έκανε μια ακλόνητη στροφή προς τον αυταρχισμό: μετέτρεψε το ουκρανικό κοινοβούλιο σε ένα θεσμό-σφραγίδα ο οποίος ελέγχεται από το Κόμμα των Επαρχιών, εξάρτησε τα δικαστήρια στην εξουσία του και συγκέντρωσε στα χέρια του τεράστια δύναμη. Αυτή η στροφή προς τον αυταρχισμό κωδικοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2010 όταν το κοινοβούλιο ενέκρινε ένα Σύνταγμα που κατοχύρωνε την προεδρική κυριαρχία. Τελικώς, ο Γιανουκόβιτς αντέστρεψε τις φιλο-ουκρανικές πολιτιστικές πρωτοβουλίες του Γιούσενκο με το να τοποθετήσει τον αντι-ουκρανό Ντμίτρο Τάμπατσνικ (Dmytro Tabachnyk) στη θέση του υπουργού Παιδείας και Επιστημών και επιτρέποντάς του να πάρει πίσω μια σειρά από προγράμματα υπό κρατική χρηματοδότηση που στόχευαν στο να προωθήσουν την ουκρανική γλώσσα και κουλτούρα.

Όλα αυτά μαζί τα στοιχεία του συστήματος Γιανουκόβιτς προκάλεσαν αμέσως την μήνιν σε μεγάλα τμήματα του ουκρανικού πληθυσμού, ιδίως στους υπέρμαχους της δημοκρατίας, ουκρανόφωνους που ζουν στην κεντρική και Δυτική Ουκρανία. Αυτές οι ίδιες εκλογικές περιφέρειες άσκησαν κριτική στον Γιανουκόβιτς για την αποτυχία του να ενώσει τη χώρα και να διορθώσει τα πολλά λάθη του Γιούσενκο, από το να μην θεσμοθετήσει την οικονομική μεταρρύθμιση ως το να παραμελήσει να αντιμετωπίσει την εγγενή διαφθορά και την διοικητική ανικανότητα. Όντως, το πλέον εντυπωσιακό επίτευγμα του Γιανούκοβιτς είναι ότι ένωσε το μεγαλύτερο μέρος της χώρας εναντίον του.