Τι μπορούν να πετύχουν και τι δεν μπορούν οι ρώσοι διαδηλωτές | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τι μπορούν να πετύχουν και τι δεν μπορούν οι ρώσοι διαδηλωτές

Γιατί ο εναγκαλισμός του Πούτιν με την εξουσία παραμένει ισχυρός

Πριν από μια εβδομάδα, δεκάδες χιλιάδες Μοσχοβίτες συγκεντρώθηκαν στην τρίτη μαζική διαδήλωση διαμαρτυρίας μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες, φωνάζοντας «Putin, ukhodi!» (Πούτιν, φύγε!) και «Rossiya bez Putina» (Ρωσία χωρίς Πούτιν). Αυτή η, χωρίς προηγούμενο στη μετά-σοβιετική Ρωσία, επίδειξη δημόσιας δυσαρέσκειας είναι ένα σημάδι μιας ευρύτερης πολιτικής κρίσης.

Τούτη η κρίση πυροδοτήθηκε από δύο γεγονότα. Πρώτον, το Σεπτέμβριο, ο Ρώσος Πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ και ο πρωθυπουργός Βλαντιμίρ Πούτιν ανακοίνωσαν ότι ο Πούτιν -και όχι ο Μεντβέντεφ- θα θέσει υποψηφιότητα για πρόεδρος στις επερχόμενες εκλογές του Μαρτίου. Το ρωσικό κοινό είδε τους δύο ηγέτες να αλλάζουν θέσεις ως απόδειξη ότι περιφρονούν πλήρως τους ρώσους πολίτες, ειδικά όταν Μεντβέντεφ, ατυχώς, πρόσθεσε ότι η απόφασή τους να ανταλλάξουν γραφεία είχε ληφθεί πολύ καιρό πριν.

Στη συνέχεια ήρθε η νοθεία στις βουλευτικές εκλογές της 4ης Δεκεμβρίου. Στη Ρωσία του Πούτιν, ο κυβερνήτης ο οποίος αδυνατεί να προσφέρει καλά εκλογικά αποτελέσματα για την Ενωμένη Ρωσία, το φιλοκυβερνητικό κόμμα, κινδυνεύει να απομακρυνθεί από τη θέση του. Πράγματι, μερικοί έχουν χάσει το αξίωμά τους τα τελευταία χρόνια όταν η Ενωμένη Ρωσία δεν τα πήγε καλά στις εκλογές στις περιοχές τους. Προσπαθώντας να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλο στο να προωθήσουν την Ενωμένη Ρωσία, οι τοπικοί κυβερνήτες πίεσαν τους υφισταμένους τους, από εκλογικούς αξιωματούχους ως στελέχη της τοπικής αυτοδιοίκησης και μεγάλους βιομήχανους. Ειδικότερα, ο νέος δήμαρχος της Μόσχας, Σεργκέι Σομπιάνιν, που διορίστηκε τον Οκτώβριο του 2010, ήταν επίσης αγχωμένος να αποδείξει την πίστη και την αποτελεσματικότητά του - αλλά με δεδομένο το γεγονός ότι η εκλογική περιφέρεια της Μόσχας κατοικείται από μορφωμένους ανθρώπους με κριτικό πνεύμα, η προσπάθεια του δημάρχου απαιτούσε φοβερές εκλογικές παραποιήσεις. Εκλογικοί παρατηρητές ανέφεραν περιστατικά νοθείας και περιπτώσεις τοπικών αξιωματούχων που ξανάγραφαν τα πρακτικά της ψηφοφορίας υπέρ της Ενωμένης Ρωσίας. Σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις από ανεξάρτητες κοινωνικές ομάδες, η πραγματική δύναμη της Ενωμένης Ρωσίας στη Μόσχα ήταν περίπου 30% με 35%. Μία δημοσκόπηση που διεξήχθη από το FOM, ένα πρακτορείο δημοσκοπήσεων με στενούς δεσμούς με το Κρεμλίνο, ανέφερε 32%. Αλλά στην τελική καταμέτρηση στη Μόσχα, οι εφορευτικές επιτροπές ανέφεραν ότι 46% των ψήφων πήγε στην Ενωμένη Ρωσία.

Το σίγουρο είναι ότι δεν αποτελεί κάτι καινούργιο για τη Ρωσία η αλαζονική ηγεσία ή η εκλογική νοθεία. Πριν από έξι χρόνια, για παράδειγμα, το ρωσικό κοινό ενημερώθηκε ότι οι ψηφοφόροι δεν θα εκλέγουν πλέον τους κυβερνήτες τους, συμπεριλαμβανομένων των δημάρχων της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης. Και πριν από δύο χρόνια, οι εφορευτικές επιτροπές στη Μόσχα νόθευσαν τις εκλογές για την τοπική Δούμα τόσο σκανδαλωδώς ώστε όλες οι παρατάξεις της αντιπολίτευσης στην εθνική βουλή αποχώρησαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Ωστόσο, τα δύο επεισόδια αποδείχθηκαν «μη γεγονότα» όσον αφορά τις δημόσιες αντιδράσεις.

Για χρόνια, οι σχέσεις μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας στη Ρωσία του Πούτιν διέπονται από ό, τι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα σιωπηρό «σύμφωνο μη-παραβίασης». Με πολλούς τρόπους, μεταξύ των οποίων η αντικατάσταση αιρετών με διορισμένους και η εισαγωγή περιορισμών που εμποδίζουν την είσοδο ανεπιθύμητων παικτών στο πολιτικό πεδίο, η κυβέρνηση έστειλε ένα σιωπηρό μήνυμα στο λαό ότι δεν πρέπει να αναμιγνύεται στις υποθέσεις του κράτους. Με τη σειρά της, η κυβέρνηση δεν θα επεμβαίνει στις ατομικές επιδιώξεις και οι δημιουργικές και επιχειρηματικές τάξεις της χώρας απόλαυσαν μάλλον ευρείες ευκαιρίες για προσωπική ικανοποίηση. Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση και οι πολίτες ζούσαν σε παράλληλους κόσμους. Το ρωσικό πολιτικό κατεστημένο δεν είχε να ανησυχεί για λογοδοσία. Η διαφθορά, η ανομία και η κατάχρηση εξουσίας έγιναν πανταχού παρούσες, ενώ οι επιδόσεις της κυβέρνησης έγιναν όλο και περισσότερο αναποτελεσματικές. Τα τελευταία χρόνια, οι κακές υποδομές και τα χαλαρά πρότυπα ασφαλείας έχουν οδηγήσει σε μεγάλης κλίμακας καταστροφές, που έχουν αφήσει δεκάδες νεκρούς.

Παρά το γεγονός ότι οι Ρώσοι δεν ήταν σε καμία περίπτωση τυφλοί απέναντι στην επιδείνωση των επιδόσεων της κυβέρνησης, γύρισαν την πλάτη τους στην πολιτική και τους πολιτικούς. Σύμφωνα με το Κέντρο Levada, την πιο έγκυρη εταιρεία δημοσκοπήσεων της Ρωσίας, χρόνο με το χρόνο περισσότερο από το 80% των ερωτηθέντων Ρώσων δήλωναν ότι «δεν επηρεάζουν τις εθνικές ούτε καν τις περιφερειακές υποθέσεις».

Αλλά τα τελευταία χρόνια δεν ήταν εντελώς χαμένα για τη ρωσική κοινωνία: η νέα γενιά των κατοίκων των αστικών κέντρων, κυρίως στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη, ενηλικιώθηκαν σε έναν κόσμο ευκαιριών για επαγγελματική καταξίωση και έχουν εξοικειωθεί με οργανωτικές και διαχειριστικές ικανότητες. Νέοι των αστικών κέντρων της Ρωσίας αισθάνονται άνετα με την χρήση σύγχρονων μέσων επικοινωνίας. Και τα τελευταία χρόνια έχουν συστρατευθεί για να προωθήσουν διάφορους σκοπούς, οι περισσότεροι από αυτούς μη πολιτικοί, για να αντιπαρέλθουν την αναποτελεσματικότητα της κυβέρνησης. Για παράδειγμα, πολλοί συνέβαλαν σε άκρως αποτελεσματικές επιχειρήσεις δημόσιας φιλανθρωπίας, καλύπτοντας ιατρικά έξοδα για άρρωστα παιδιά που χρειάζονται δαπανηρή θεραπεία στη Ρωσία ή στο εξωτερικό. Ένα άλλο παράδειγμα ήταν η εντυπωσιακή προσπάθεια πυρόσβεσης από εθελοντές το καλοκαίρι του 2010. Εκείνο το καλοκαίρι, όταν ένα πρωτοφανές κύμα καύσωνα προκάλεσε μεγάλες δασικές πυρκαγιές, η απάντηση της κυβέρνησης ήταν αργή και της έλλειπε ο απαραίτητος εξοπλισμός. Οι Μοσχοβίτες, στην πλειονότητά τους νέοι επαγγελματίες και επιχειρηματίες, οργάνωσαν με μεγάλη ταχύτητα την ανταλλαγή πληροφοριών και την παροχή αρωγής στα θύματα καθώς και την παροχή εξοπλισμού και βοήθειας στους πυροσβέστες.

Είναι ως επί το πλείστον στην ίδια κατηγορία με τους ανθρώπους που βγήκαν στους δρόμους για τρίτη φορά στις 4 Φεβρουαρίου για να διαμαρτυρηθούν εναντίον του Πούτιν και να απαιτήσουν δίκαιες εκλογές, και, γενικότερα, να φέρουν πίσω την ακεραιότητα του πολίτη στη ρωσική κοινωνική και πολιτική ζωή. Είναι αυτοί οι νέοι, μορφωμένοι, επαγγελματικά κινητικοί Ρώσοι, οι οποίοι προσφέρθηκαν να παρακολουθήσουν ως παρατηρητές τις βουλευτικές εκλογές στις 4 Δεκεμβρίου. Πολλοί περισσότεροι προτίθενται να παρακολουθήσουν τις προεδρικές εκλογές στις 4 Μαρτίου. Μετά από χρόνια αδιαφορίας και κυνισμού σε σχέση με την πολιτική, αυτοί οι Ρώσοι - πρώτα και κύρια Μοσχοβίτες - δεν μπορούν πλέον να δεχθούν το ρόλο των παθητικών θεατών. Ούτε θα ανεχτούν να «αντιμετωπίζονται ως βοοειδή», όπως είναι τώρα μια συνηθισμένη φράση που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την αλαζονεία και την περιφρόνηση της κυβέρνησης για τον λαό.

Ο Πούτιν και οι σύμμαχοί του έχουν απαντήσει στις διαμαρτυρίες με υποσχέσεις για φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, όπως η επιστροφή των εκλογών για την ανάδειξη κυβερνητών ή τη χαλάρωση των περιορισμών με βάση τους οποίους άτομα και κόμματα μπορούν να συμμετάσχουν στις εκλογές. Αλλά το Κρεμλίνο έχει παρουσιάσει επίσης ένα διαφορετικό είδος απάντησης: στην κρατική τηλεόραση έχει δείξει υλικό με στόχο την αμαύρωση των διοργανωτών των διαδηλώσεων και οπαδοί της κυβέρνησης έχουν πραγματοποιήσει παράλληλες μαζικές διαδηλώσεις υποστήριξης του Πούτιν, με άφθονες αποδείξεις ότι όσοι συμμετείχαν αναγκάστηκαν να το κάνουν ή πληρώθηκαν γι' αυτό.

Παρά τις υποσχέσεις για μεταρρυθμίσεις, η συνολική πολιτική ατμόσφαιρα έχει αλλάξει ελάχιστα: η κυβέρνηση μπορεί να θεωρήσει τους διαδηλωτές ως έναν παράγοντα που πρέπει τώρα να αντιμετωπίσει, αλλά δεν τους βλέπει ως το αντίπαλο δέος στη χάραξη πολιτικής ή στη διεξαγωγή διαλόγου. Ο Γκριγκόρι Γιαβλίνσκι, από το φιλελεύθερο κόμμα Γιάμπλοκο, και ο μόνος υποψήφιος που θα μπορούσε να υπολογίζει στην ουσιαστική στήριξη των διαδηλωτών κατά του Πούτιν, είχε αποκλειστεί από τον εκλογικό αγώνα και δεν θα συμπεριληφθεί στις προεδρικές εκλογές.

Ακόμη και πριν από την επίσημη εκκίνηση της προεκλογικής εκστρατείας στις 5 Φεβρουαρίου, ο Πούτιν ξεκίνησε για προφανείς πρακτικούς λόγους μια περιοδεία, συναντώντας τους ψηφοφόρους του στη ρωσική επαρχία. Οι επισκέψεις αυτές καλύφθηκαν ευρέως τηλεοπτικά. Την ίδια στιγμή, η κρατική τηλεόραση μεταδίδει αυτά που ονομάζονται «ντοκιμαντέρ», που μοιάζουν περισσότερο με ωριαίες διαφημίσεις, δοξάζοντας τα επιτεύγματα του Πούτιν. Τέλος, ο Πούτιν δήλωσε ότι δεν θα συμμετάσχει σε συζητήσεις με άλλους διεκδικητές. Αντί γι’ αυτό έχει δημοσιεύσει άρθρα σε ρωσικές εφημερίδες, στα οποία προσδιορίζει το όραμά του για το μέλλον της Ρωσίας. Όταν μια ρωσική ΜΚΟ κατήγγειλε ότι η δημοσίευση αυτών των άρθρων πριν από την έναρξη της επίσημης προεκλογικής περιόδου ήταν μια παραβίαση των εκλογικών κανόνων, η πάντα πιστή Κεντρική Εκλογική Επιτροπή διευκρίνισε ότι αυτά τα άρθρα ήταν «πληροφορίες», όχι προεκλογική κινητοποίηση.

Εξαιτίας αυτών των ισχυρών πλεονεκτημάτων του, τα οποία ευρέως θεωρούνται ως άδικα - και κυρίως λόγω της εξαίρεσης του Γιαβλίνσκι από την ψηφοφορία – η επικείμενη επιστροφή του Πούτιν στην προεδρία εγείρει σοβαρές αμφιβολίες για τη νομιμοποίησή του σε ευρύτερες εκλογικές περιφέρειες. Επιπλέον, με το να κατέβει στις εκλογές για την προεδρία για τρίτη φορά, ο Πούτιν μπορεί να ενεργεί σύμφωνα με το γράμμα του συντάγματος της Ρωσίας, η οποία περιορίζει την προεδρική θητεία σε δύο συνεχόμενες θητείες, αλλά βρίσκεται αναμφισβήτητα σε σύγκρουση με το πνεύμα του, το οποίο προβλέπει μια δημοκρατική μεταβίβαση της ανώτατης αρχής.

Υπάρχει ένας καλός λόγος να υποπτεύεται κανείς ότι ο Πούτιν θέλει να κερδίσει από τον πρώτο γύρο και να αποφύγει διαρροές: αφού ήταν ένας αδιαμφισβήτητος ηγέτης για πολλά χρόνια, το να πρέπει να συμμετάσχει σε ένα δεύτερο γύρο θα τον κάνει να φαίνεται αδύναμος. Η επιτακτική ανάγκη για νίκη στον πρώτο γύρο είναι βέβαιο ότι θα καθοδηγήσει τη λογική των πιστών σε αυτόν γραφειοκρατών, πιθανόν ωθώντας κάθε αξιωματούχο να καταγράψει όσο περισσότερους ψήφους είναι δυνατόν, προκαλώντας αναπόφευκτα νοθεία και ως εκ τούτου θα ανανεωθούν οι διαμαρτυρίες.
Από μόνες τους, οι τρέχουσες διαδηλώσεις είναι πολύ αδύναμες για να επιφέρει αλλαγή πολιτικής. Οι διαδηλωτές στη Μόσχα δεν έχουν την αφοσίωση των νεαρών Αιγυπτίων στην πλατεία Ταχρίρ. Στο Κάιρο, οι νέοι άνθρωποι ήρθαν στην πλατεία έτοιμοι να θυσιάσουν την ασφάλειά τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τις ζωές τους. Στη Μόσχα, όμως, οι διαμαρτυρίες τον Δεκέμβριο είχαν εγκριθεί από την κυβέρνηση της πόλης και η αστυνομία δεν ταρακούνησε ούτε συνέλαβε κανέναν. Τα πλήθη στην πλατεία Ταχρίρ δεν θα έφευγαν για μέρες ή και για εβδομάδες, ενώ στη Μόσχα, μετά το δεύτερο μαζικό συλλαλητήριο στις 24 Δεκεμβρίου, οι διοργανωτές της διαμαρτυρίας καθώς και οι συμμετέχοντες έφυγαν ήσυχα κατά τη διάρκεια των μεγάλων χειμερινών διακοπών.

Τούτων λεχθέντων, η κυβέρνηση φαίνεται να χάνει την υπομονή της με τις διαδηλώσεις: αφού ενέκρινε εύκολα τις δύο διαδηλώσεις του Δεκεμβρίου, ήταν πολύ λιγότερο συνεργάσιμη όσον αφορά τη διοργάνωση του συλλαλητηρίου της 4ης Φεβρουαρίου. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης μιλούν για μια άλλη διαδήλωση ακριβώς πριν από τις προεδρικές εκλογές στις 4 Μαρτίου, αλλά αν η διοίκηση της πόλης εμποδίσει το συλλαλητήριο, η προσέλευση αναμένεται να είναι πολύ μικρότερη - λίγοι άνθρωποι θα ρισκάρουν να αψηφήσουν την απαγόρευση από την κυβέρνηση.

Οι διαδηλωτές επιδιώκουν το σεβασμό, την ακεραιότητα και τη δικαιοσύνη και αυτό τους προσδίδει ηθική δύναμη. Αλλά τους λείπει μια πολιτική οργάνωση ή οι μηχανισμοί για να μεταδώσουν τα αιτήματά τους στην κυβέρνηση. Καλωσορίζουν δημοσιογράφους, bloggers και συγγραφείς ως ηγέτες και ομιλητές στις συγκεντρώσεις, αλλά αποφεύγουν τους πολιτικούς. Αυτή η απόρριψη της πολιτικής μειώνει την ισχύ τους.

Αλλά ακόμα κι αν οι διαδηλωτές μπορεί να φαίνονται πολιτικά αδύναμοι, με δεκάδες χιλιάδες άτομα στη Μόσχα να φωνάζουν «Πούτιν φύγε» η νομιμοποίηση του Πούτιν θα συνεχίσει να διαβρώνεται. Μπορεί να έχει ακόμα αρκετή λαϊκή υποστήριξη για να κερδίσει την εκλογή στις 4 Μαρτίου, αλλά δεν είναι τόσο δημοφιλής ώστε να διατηρηθεί το πολιτικό μονοπώλιο που έχει δημιουργήσει για τον εαυτό του κατά την τελευταία δεκαετία. Ανεξάρτητα από το αν ή όχι οι διαμαρτυρίες συνεχίζονται και μετά την επανεκλογή του, διάφορα κέντρα εξουσίας, όπως το κοινοβούλιο, οι μεγάλες επιχειρήσεις ή οι τοπικοί άρχοντες - οι οποίοι είχαν παραμείνει υπό αυστηρό έλεγχο κατά τη διάρκεια των ετών της αδιαμφισβήτητης ηγεσίας του Πούτιν– θα αποκτήσουν πιθανότατα περισσότερη αυτονομία. Στα επόμενα δύο χρόνια, η ελίτ που βρίσκεται τώρα κάτω από τη σκιά του Πούτιν θα δει τον αποδυναμωμένο ηγέτη της ως επιβάρυνση και όχι ως διασφάλισης της σταθερότητας. Ένα πιθανό επόμενο βήμα θα ήταν αυτή η ελίτ να κατανείμει την εξουσία του ανάμεσα στα μέλη της.

Πρωτότυπο: http://www.foreignaffairs.com/articles/137091/maria-lipman-and-nikolay-p...

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.