Η επανεκλογή του Πούτιν σημαίνει μελλοντικά προβλήματα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η επανεκλογή του Πούτιν σημαίνει μελλοντικά προβλήματα

Η επαναπροσέγγιση με τις ΗΠΑ αποτελεί παρελθόν
Περίληψη: 

Δεν αποτελεί κάτι καινούργιο για τον Πούτιν και το καθεστώς του να θολώνουν την εγχώρια αντιπολίτευση με συνομωσίες και τρομοκρατία, και μετά να ισχυρίζονται ότι ο ένοχος είναι τα ξένα συμφέροντα. Αυτό που είναι καινούργιο σήμερα είναι η ανασφάλεια του Πούτιν για το μέλλον της εξουσίας του, κάτι που θα καταστήσει την εξωτερική πολιτική του ως προέδρου περισσότερο απρόβλεπτη.

Ο ANDREW C. KUCHINS είναι διευθυντής και βασικός συνεργάτης στο Πρόγραμμα Ρωσίας και Ευρασίας του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών στην Ουάσιγκτον.

Όταν πρόκειται για την μελλοντική πολιτική της Ρωσίας, το μόνο σίγουρο είναι η αβεβαιότητα. Ναι, σήμερα ο Βλαντιμίρ Πούτιν θα εκλεγεί πρόεδρος της Ρωσίας για μια εξαετή θητεία, με μια άνετη πλειοψηφία. Ναι, επίσης, τεράστιος αριθμός διαδηλωτών, ίσως περισσότερο από εκατό χιλιάδες, θα βγουν στους δρόμους την επόμενη μέρα για να διαμαρτυρηθούν.

Ωστόσο, τι θα συμβεί μετά από αυτό είναι δύσκολο να το προβλέψει κανείς.

Ο Πούτιν έχει χάσει την ισορροπία του από εξαιτίας της εμφάνισης μιας μεγάλης, κυρίως βασισμένης σε αστικά κέντρα, αντιπολίτευσης που ζητεί πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Αλλά υπάρχει επίσης λόγος να υποπτεύεται κανείς ότι θα προβεί σε αλλαγές στην εξωτερική πολιτική του. Βέβαια, όταν η επιστροφή του στη ρωσική προεδρία είχε ανακοινωθεί τον περασμένο Σεπτέμβριο, οι περισσότερες πιθανότητες καταδείκνυαν μάλλον μια συνέχεια πολιτικής παρά μιααλλαγή [1]. Κατ’ αρχήν, ήταν εύκολο τότε να υποθέσει κανείς ότι ο Πούτιν ενέκρινε την εξωτερική πολιτική του νεότερου συνεργάτη του, του προέδρου Ντμίτρι Μεντβέντεφ. Επιπλέον, φαινόταν τότε ότι οι οικονομικές προκλήσεις της Ρωσίας θα κέρδιζαν την προσοχή του Πούτιν για το προβλέψιμο μέλλον. Τέλος, υπήρχαν ισχυρά κίνητρα για τη Ρωσία να βελτιώσει τους δεσμούς της με την Ουάσιγκτον για να πετύχει μια ισορροπία έναντι της αναδυόμενης Κίνας.

Τώρα, όμως, αυτές οι προβλέψεις φαίνονται εξαιρετικά αμφίβολες. Σε πρόσφατο άρθρο του Πούτιν από την προεκλογική του εκστρατεία με τίτλο «Η Ρωσία και ο μεταβαλλόμενος κόσμος [2]», καθιστά σαφές ότι η λεγόμενη επανεκκίνηση στις σχέσεις ΗΠΑ -Ρωσίας έχει τελειώσει και ότι δύσκολες στιγμές βρίσκονται μπροστά μας. Απαντώντας την δική του ερώτηση – «Ποιος υπονομεύει την εμπιστοσύνη;» -ο Πούτιν κατέδειξε τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ, αλλά κυρίως τους Αμερικανούς, οι οποίοι «έχουν εμμονή με την ιδέα του να γίνουν απόλυτα άτρωτοι». Μερικοί μπορούν να εκλάβουν το αντιαμερικανικό ύφος του Πούτιν ως προεκλογική ρητορική, αλλά γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η αυθάδης στάση του προς την Ουάσιγκτον αντανακλά ό, τι σκέφτεται πραγματικά για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την εξωτερική πολιτική της. Στην πραγματικότητα, ο Πούτιν έχει από καιρό αυτές τις απόψεις.

Σήμερα είναι σαν ο Πούτιν να έχει γυρίσει τις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας πίσω στο 2007, όταν εκφώνησε την αντιαμερικανική ομιλία του στη διάσκεψη ασφαλείας στο Wehrkunde του Μονάχου. Τότε, ο αντιαμερικανισμός του Πούτιν ήταν θυμωμένος και επιθετικός. Τώρα, όπως είπε ο ρώσος ειδικός επί των διεθνών σχέσεων Fyodor Lukyanov μιλώντας ενώπιον ακροατηρίου στην Ουάσιγκτον νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, «ο αντιαμερικανισμός του είναι αμυντικός». Βλέπει προκλήσεις επί της εξωτερικής πολιτικής πίσω από κάθε γωνία, ιδιαίτερα με το φιάσκο του χρέους της Ευρώπης και την άνοδο της Κίνας. Αυτά είναι τα διλήμματα στα οποία έχει ελάχιστο έλεγχο. Όμως, η εσωτερική πολιτική σταθερότητα είναι η κύρια ανησυχία του και ο Πούτιν βλέπει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως μια απειλή για την κυρίαρχη εξουσία του. Ο αντιαμερικανισμός, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, αποτελούσε μια βάση στη ρωσική πολιτική ρητορική από την έναρξη της εποχής Πούτιν, αλλά ποτέ τόσο πολύ.

Η επαναπροσέγγιση μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας είχε ήδη αρχίσει να επιβραδύνεται την περασμένη άνοιξη εξαιτίας της δυτικής στρατιωτικής επέμβασης στη Λιβύη και της κατάρρευσης των συζητήσεων για τη συνεργασία στην πυραυλική άμυνα. Ο Πούτιν ανακοίνωσε την επιστροφή του στην προεδρία στις 24 Σεπτεμβρίου 2011 και στη συνέχεια ο τόνος των ρωσικών δηλώσεων σχετικά με τις διαφορές με την Ουάσιγκτον για τη Συρία, το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και τα σχέδια πυραυλικής άμυνας, έγινε οξύτερος.

Στη συνέχεια ήρθαν οι βουλευτικές εκλογές του Δεκεμβρίου, μετά τις οποίες δεκάδες χιλιάδες Ρώσοι πολίτες βγήκαν στους δρόμους σε τρεις περιπτώσεις. Ήταν σαν η ρωσική εσωτερική πολιτική να συνετρίβη πάνω στην εξωτερική πολιτική. Σε απάντηση της κριτικής τής υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χίλαρι Κλίντον, ότι αυτές οι εκλογές ήταν «προβληματικές», ο Πούτιν την κατηγόρησε ότι «στέλνει μηνύματα» υποστήριξης της αντιπολίτευσης. Όταν ο νέος πρέσβης των ΗΠΑ στη Ρωσία, Michael McFaul, έφτασε στη Μόσχα, υπέστη δριμείες επιθέσεις από την ρωσική κρατική τηλεόραση για την υποτιθέμενη αποστολή του να υποδαυλίσει την επανάσταση στη Ρωσία. Ακόμα και στις πιο σκοτεινές ημέρες του Ψυχρού Πολέμου, κανείς πρέσβης των ΗΠΑ δεν αντιμετώπισε ποτέ τέτοια σκληρή μεταχείριση κατά την άφιξή του στη Μόσχα. Για να κάνει τα πράγματα χειρότερα, η ρωσική ηγεσία γνωρίζει πολύ καλά ότι ο Μακφόλ είναι ένας πολύ αξιόλογος και έμπιστος σύμβουλος του προέδρου Ομπάμα. Η κακομεταχείρισή του, σε κάποιο βαθμό, αποτελεί προσβολή για τον αμερικανό πρόεδρο.

Δεν είναι καθόλου νέο φαινόμενο για τον Πούτιν και τους ανθρώπους του να θολώνουν την εγχώρια αντιπολίτευση με συνομωσίες και τρομοκρατία και στη συνέχεια τα αποδίδουν σε ξένη υποστήριξη (διάβαζε: τις Ηνωμένες Πολιτείες) ως σαν αυτές να είναι ο ένοχος. Αυτό που είναι καινούργιο σήμερα είναι η ανασφάλεια του Πούτιν για το μέλλον της εξουσίας του. Αυτό ήταν εμφανές όταν έγραφε στον «Μεταβαλλόμενο Κόσμο» ότι το Διαδίκτυο πρέπει να παρακολουθείται πιο προσεκτικά ώστε «να μειωθεί ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθεί από τρομοκράτες και άλλα εγκληματικά στοιχεία». Έγραψε ότι οι λεγόμενες μέθοδοι ήπιας ισχύος - και πάλι ένα νεύμα στην Ουάσιγκτον – «χρησιμοποιούνται πολύ συχνά για την ανάπτυξη και την πρόκληση ακραίων, αποσχιστικών και εθνικιστικών τάσεων για να χειραγωγήσουν το κοινό και να διεξάγουν άμεση παρέμβαση στην εσωτερική πολιτική των κυρίαρχων χωρών». Και μετά υπάρχει και το χρόνιο πρόβλημα του Πούτιν με τις «ψευδο - ΜΚΟ και άλλους φορείς που προσπαθούν με εξωτερική υποστήριξη να αποσταθεροποιήσουν άλλες χώρες». Είναι φυσικό ότι ο Πούτιν θα έβλεπε το καθοδηγητικό χέρι του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ και των μυστικών υπηρεσιών τους πίσω από την αντιπολίτευση στη χώρα του. Και για να μην ξεχαστεί η εντύπωσή του αυτή, ο γερουσιαστής των ΗΠΑ Τζον Μακ Κέιν τον προειδοποίησε ότι η αραβική άνοιξη ερχόταν προς τη Ρωσία.