Η πτώση της μεσαίας τάξης και το μέλλον της Δημοκρατίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η πτώση της μεσαίας τάξης και το μέλλον της Δημοκρατίας

Η αριστερά πάσχει από έλλειμμα ρεαλιστικών προτάσεων

Αυτό που ο πολιτικός επιστήμονας Samuel Huntington ονόμασε «τρίτο κύμα» του παγκόσμιου εκδημοκρατισμού, που ξεκίνησε στη νότια Ευρώπη κατά τη δεκαετία του 1970 και κορυφώθηκε με την πτώση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη το 1989, οδήγησε σε αύξηση των αντιπροσωπευτικών δημοκρατιών στον πλανήτη, από περίπου 45 το 1970 σε περισσότερες από 120 μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1990. Η οικονομική ανάπτυξη συνέβαλε στην ανάδυση νέων μεσαίων τάξεων σε χώρες όπως η Βραζιλία, η Ινδία, η Ινδονησία, η Νότια Αφρική και η Τουρκία. Όπως κατέδειξε ο οικονομολόγος Moisés Naím, αυτές οι μεσαίες τάξεις είναι σχετικά μορφωμένες, έχουν περιουσία και συνδέονται μέσω της τεχνολογίας με τον έξω κόσμο. Έχουν απαιτήσεις από τις κυβερνήσεις τους και κινητοποιούνται με ευκολία, χάρη στην πρόσβασή τους στην τεχνολογία. Δεν θα πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι οι πρωταίτιοι των εξεγέρσεων της Αραβικής Άνοιξης ήταν μορφωμένοι Τυνήσιοι και Αιγύπτιοι, των οποίων οι προσδοκίες για επαγγελματική απασχόληση και πολιτική συμμετοχή συμπιέζονταν από τη δικτατορία υπό την οποία διαβιούσαν.

Ο κόσμος της μεσαίας τάξης δεν υποστηρίζει κατ’ ανάγκην και κατ’ αρχήν τη δημοκρατία : όπως όλοι, είναι κι αυτοί άνθρωποι ιδιοτελείς, που τους απασχολεί η προστασία της περιουσίας και της κοινωνικο-οικονομικής θέσης τους. Σε χώρες όπως η Κίνα και η Ταϊλάνδη, πολλά μέλη της μεσαίας τάξης αισθάνονται να απειλούνται από τα αναδιανεμητικά αιτήματα των φτωχών και, ως εκ τούτου, τάχθηκαν υπέρ των αυταρχικών κυβερνήσεων που προστατεύουν τα συμφέροντα της τάξης τους. Ούτε, επίσης, ισχύει ότι οι δημοκρατίες κατ’ ανάγκην ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των αντίστοιχων μεσαίων τάξεων και, όταν αυτό δεν συμβαίνει, οι μεσαίες τάξεις μπορεί να γίνουν ανυπάκουες.

Η ΕΣΧΑΤΗ ΚΑΚΗ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ;

Σήμερα έχει διαμορφωθεί μια ευρεία παγκόσμια συναίνεση σχετικά με τη νομιμοποίηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, τουλάχιστον επί της αρχής. Παρακολουθούμε τη σκέψη του οικονομολόγου Amartya Sen: «Αν και η δημοκρατία δεν έχει ακόμη επικρατήσει παντού ούτε είναι στ’ αλήθεια αποδεκτή με τον ίδιο τρόπο παντού, εντούτοις το γενικό κλίμα στην παγκόσμια κοινή γνώμη φανερώνει ότι η δημοκρατική διακυβέρνηση έχει στις μέρες μας πετύχει να θεωρείται κατά κανόνα σωστή». Ευρύτερα είναι αποδεκτή σε χώρες που έχουν φθάσει σε ένα επίπεδο επαρκούς υλικής ευμάρειας, το οποίο να επιτρέπει στην πλειοψηφία των πολιτών τους να θεωρούν τους εαυτούς τους ως ανήκοντες στη μεσαία τάξη, πράγμα που εξηγεί και το γιατί υπάρχει συνάφεια ανάμεσα στα υψηλά επίπεδα ανάπτυξης και στη δημοκρατική σταθερότητα.

Ορισμένες κοινωνίες, όπως το Ιράν και η Σαουδική Αραβία, απορρίπτουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία προς όφελος μιας μορφής ισλαμικής θεοκρατίας. Εντούτοις, αυτά τα καθεστώτα είναι συνώνυμα του αναπτυξιακού αδιεξόδου και επιβιώνουν μόνο χάρη στο γεγονός ότι κάθονται πάνω σε τεράστια αποθέματα πετρελαίου. Οι Άραβες αποτελούσαν κάποτε τη μεγάλη εξαίρεση στο –κατά Huntington- τρίτο κύμα (προς τον εκδημοκρατισμό), αλλά η Αραβική Άνοιξη έδειξε ότι οι αραβικοί πληθυσμοί είναι δυνατόν να κινητοποιηθούν κατά των δικτατοριών με την ίδια ευκολία που μπορούν να το πράξουν οι Ανατολικο-Ευρωπαίοι και οι Λατινο-Αμερικανοί. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι θα είναι εύκολος και ευθύς ο δρόμος προς μια ορθώς λειτουργούσα δημοκρατία στην Τυνησία, στην Αίγυπτο ή στη Λιβύη, αλλά υποδεικνύει ότι ο πόθος για πολιτικές ελευθερίες και συμμετοχή δεν αποτελεί μια πολιτισμική ιδιαιτερότητα Ευρωπαίων και Αμερικανών.

Η μόνη πιο σοβαρή πρόκληση παγκοσμίως κατά της φιλελεύθερης δημοκρατίας σήμερα, προέρχεται από την Κίνα, η οποία συνδυάζει την αυταρχική διακυβέρνηση με μια μερικώς ελεύθερη οικονομία της αγοράς. Η Κίνα είναι κληρονόμος μιας μακράς και υπερήφανης παράδοσης ενός υψηλού επιπέδου γραφειοκρατικής διακυβέρνησης, που εκτείνεται δύο χιλιετίες πίσω στον χρόνο. Οι ηγέτες της χώρας πέτυχαν μια τεραστίων διαστάσεων πολυσύνθετη μετάβαση από μια κεντρικά σχεδιασμένη, σοβιετικού τύπου οικονομία σε μια οικονομία δυναμική και ανοιχτή, και αυτό το έπραξαν με μια αξιοσημείωτη ικανότητα -μεγαλύτερη, είναι αλήθεια, από εκείνη που επέδειξαν πρόσφατα οι Αμερικανοί ηγέτες στη διαχείριση της δικής τους μακρο-οικονομικής πολιτικής. Πολλοί είναι σήμερα εκείνοι που θαυμάζουν το κινεζικό σύστημα, όχι μόνο για την απόδοσή του στην οικονομία αλλά και γιατί μπορεί να λαμβάνει γρήγορα πολύ μεγάλες και σύνθετες αποφάσεις, σε αντίθεση με τη βασανιστική πολιτική παράλυση που έχει πλήξει τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη κατά τα τελευταία χρόνια. Ειδικότερα από τότε που ξέσπασε η πρόσφατη οικονομική κρίση, οι ίδιοι οι Κινέζοι έχουν αρχίσει να διαλαλούν το «κινεζικό μοντέλο» ως μια εναλλακτική λύση προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία.

Ωστόσο, το μοντέλο αυτό είναι απίθανο να αναδειχθεί ποτέ σε σοβαρή εναλλακτική προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία, σε περιοχές εκτός της Ανατολικής Ασίας. Καταρχάς, το μοντέλο είναι πολιτισμικά ιδιάζον: η κινεζική κυβέρνηση συγκροτείται γύρω από ένα μακράς παράδοσης αξιοκρατικό σύστημα προσλήψεων, από διαγωνισμούς για τη στελέχωση των δημοσίων υπηρεσιών, από μεγάλη έμφαση στην εκπαίδευση και σεβασμό στη δύναμη των τεχνοκρατών. Λίγες είναι οι αναπτυσσόμενες χώρες που μπορούν να συναγωνιστούν αυτό το μοντέλο. Αυτές που το επιχείρησαν, όπως η Σιγκαπούρη και η Νότια Κορέα (παλαιότερα, τουλάχιστον), βρίσκονταν ήδη εντός του κινεζικού πολιτισμικού χώρου. Οι ίδιοι οι Κινέζοι εκφράζουν σκεπτικισμό σχετικά με το κατά πόσον είναι εφικτό να εξαχθεί το δικό τους μοντέλο. Το λεγόμενο «consensus του Πεκίνου» είναι μια δυτική επινόηση και όχι κινεζική.