Ο παράδοξος θρίαμβος της φιλελεύθερης Δημοκρατίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Ο παράδοξος θρίαμβος της φιλελεύθερης Δημοκρατίας

Έρικ Χομπσμπάουμ και Γιαν-Βέρνερ Μύλερ φωτίζουν την πρόσφατη ιστορία των ιδεολογιών στην Ευρώπη
Περίληψη: 

Οι διανοούμενοι παρατηρητές της πορείας της Ευρώπης στη δεκαετία του 1930 θεωρούσαν ότι το μέλλον ανήκε στον κομμουνισμό ή στον φασισμό και θα γελούσαν με την πρόβλεψη ότι δεκαετίες αργότερα ολόκληρη η ήπειρος θα ήταν δημοκρατική. Δύο νέα βιβλία, το ένα από τον Γιαν-Βέρνερ Μύλερ και το άλλο από τον Έρικ Χομπσμπάουμ φωτίζουν τις μεταβαλλόμενες τύχες των μεγάλων ιδεολογιών της Ευρώπης.

Ο SHLOMO AVINERI είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ και συγγραφέας, μεταξύ άλλων βιβλίων, του The Social and Political Thought of Karl Marx. Έχει διατελέσει Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εξωτερικών του Ισραήλ κατά την πρώτη κυβέρνηση του πρωθυπουργού Γιτζάκ Ραμπίν.

Ο οποιοσδήποτε ευφυής παρατηρητής στην Ευρώπη της δεκαετίας του 1930, με δυσκολία θα αρνούνταν ένα μέλλον της ηπείρου μακριά από τον κομμουνισμό ή τον φασισμό. Η φιλελεύθερη δημοκρατία, ασφυκτικά αποκλεισμένη στα αριστερά από τη Σοβιετική Ένωση του Στάλιν και στα δεξιά από τη Γερμανία του Χίτλερ και την Ιταλία του Μουσολίνι, δεν φαινόταν να έχει πιθανότητες επιβίωσης. Οι περισσότερες χώρες της κεντρικής και της ανατολικής Ευρώπης είχαν ήδη ενδώσει σε αυταρχικά καθεστώτα ή σε διάφορες παραλλαγές του φασισμού. Η Μεγάλη Ύφεση φανέρωνε ότι οι μαχητικές λύσεις που εφάρμοζαν και τα δύο άκρα ήταν καλύτερες από τα αδύναμα γιατροσόφια που μπορούσε να προσφέρει ο φιλελευθερισμός. Εκείνη την εποχή, η ιδέα ότι με την αυγή του 21ου αιώνα η Ευρώπη θα ήταν δημοκρατική από τον Τάγο και τον Έβρο μέχρι τον Δούναβη και τον Βιστούλα, θα φάνταζε εντελώς γελοία.

Πράγματι, ο θρίαμβος της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν ήταν ούτε κατά διάνοια αναπόφευκτος. Δύο βιβλία που εκδόθηκαν πρόσφατα, από συγγραφείς που διαφέρουν τα μέγιστα ως προς την κοσμοαντίληψη και τη μεθοδολογία, επιχειρούν να ερμηνεύσουν γιατί η ιστορία εξελίχθηκε κατά τον συγκεκριμένο τρόπο. Στο βιβλίο Contesting Democracy, ο Γιαν-Βέρνερ Μύλερ, ένας αγγλοτραφής Γερμανός πολιτικός επιστήμονας που διδάσκει στο Πρίνστον, ιχνηλατεί τους βασικούς ιδεολογικούς άξονες της ευρωπαϊκής πολιτικής στη διάρκεια του αιώνα, υποστηρίζοντας στην ουσία ότι η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων αναδύθηκε και αποδείχθηκε ανθεκτική, επειδή προσέφερε πρωτότυπες και ικανοποιητικές απαντήσεις στα μείζονα προβλήματα. Από την άλλη πλευρά, στο βιβλίο με τον τίτλο How to Change the World, ο σπουδαίος μαρξιστής ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ καταγίνεται να ερμηνεύσει την ήττα του μαρξισμού και να διερευνήσει αν ενδεχομένως έχει ακόμη κάτι να προσφέρει σήμερα.

Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Το βιβλίο του Μύλερ αποτελεί μια πολιτική ιστορία της Ευρώπης από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, αλλά συγχρόνως και μια έρευνα για τους λόγους εξαιτίας των οποίων η Ευρώπη απέτυχε να εδραιώσει φιλελεύθερες δημοκρατίες κατά τον μεσοπόλεμο, πράγμα το οποίο έπραξε ικανοποιητικά μετά το 1945. Στο ίδιο βιβλίο αποτυπώνεται και μια συλλογή δοκιμίων πάνω σε μια σειρά σημαντικών Ευρωπαίων πολιτικών στοχαστών. Παρά το γεγονός ότι τα κεφάλαια του βιβλίου δείχνουν να καταπιάνονται με διαφορετικό αντικείμενο, εντούτοις το γενικό μήνυμα, πολύπλοκο και ενίοτε εξαιρετικά πρωτότυπο, είναι σαφές. Με λίγα λόγια, η δημοκρατική εξέλιξη στην Ευρώπη μετά το 1945 δεν επιτεύχθηκε με ευκολία ούτε συνέβη ως αποκατάσταση μιας προηγούμενης πολιτικής τάξης πραγμάτων. Πήγασε από το μάθημα που ο κόσμος διδάχθηκε από τις εύθραυστες δημοκρατίες του μεσοπολέμου και από την κληρονομιά ορισμένων από τα αντιδημοκρατικά κινήματα της ίδιας περιόδου. Ενισχύθηκε, επιπλέον, από την επείγουσα ανάγκη και τη συνεκτικότητα που επέβαλε το ευρύτερο περιβάλλον του Ψυχρού Πολέμου.

Όπως υποστηρίζει ο Μύλερ, η αδυναμία που εμφάνισαν τα μετά το 1918 ευρωπαϊκά δημοκρατικά καθεστώτα, προήλθε κατά κύριο λόγο από τις ανακατατάξεις που προκάλεσε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Συγκεκριμένα, η αιφνίδια κατάρρευση τεσσάρων -στην πλειοψηφία τους πολυεθνικών- αυτοκρατοριών (των Αψβούργων, των Γερμανών, των Ρώσων και των Οθωμανών), υπήρξε μια διαπάλη που κατεδάφισε μια καλά εδραιωμένη συντηρητική και ιεραρχική δομή, και την αντικατέστησε με μια σειρά από αδύναμα δημοκρατικά καθεστώτα. Πολλά από αυτά βασίστηκαν στην αρχή του εθνικού αυτοπροσδιορισμού, αλλά παράλληλα επιβαρύνθηκαν με σοβαρά προβλήματα εθνικών μειονοτήτων, εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και αμφισβητούμενων συνόρων.

Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, που δημιουργήθηκε το 1919 στη Γερμανία, υπήρξε το πρωταρχικό παράδειγμα αυτής της ταραχώδους δημοκρατίας. Κατά φυσικό τρόπο, λοιπόν, δεδομένης και της γερμανικής καταγωγής του αλλά και της κεντρικής θέσης που η χώρα κατέχει στην Ευρώπη, ο Μύλερ της αφιερώνει σημαντικό μέρος του βιβλίου του. Επρόκειτο για μια ηττημένη χώρα, που είχε υποστεί σημαντικές εδαφικές απώλειες στα δυτικά και στα ανατολικά, η οποία υιοθέτησε ένα υπερβολικά φιλελεύθερο Σύνταγμα, μόνο και μόνο για να δει τη γραφειοκρατική, στρατιωτική, εκκλησιαστική και ακαδημαϊκή ελίτ να αμφισβητούν τη νομιμότητα του δημοκρατικού καθεστώτος. Ο Μύλερ ερευνά τη Γερμανία της Βαϊμάρης μέσα από το πρίσμα της σκέψης του κοινωνιολόγου Μαξ Βέμπερ, θέλοντας να δείξει το πώς αναγνωρισμένα -σήμερα- και κατά τα φαινόμενα διαχρονικά έργα, όπως το δοκίμιο «Politics as a Vocation», στην πραγματικότητα γράφτηκαν ως αντίδραση απέναντι στις προκλήσεις που έθεσε ένα ιδιάζον πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο, δηλαδή την κρίση νομιμότητας που αντιμετώπισε η Δημοκρατία της Βαϊμάρης μετά το 1919, βεβαρημένη από βίαιες αριστερές επαναστατικές ενέργειες, όπως αυτές της Βαυαρίας.

Εκείνη την εποχή η Γερμανία, όπως και αρκετές άλλες χώρες, ενστερνιζόταν με γοργό ρυθμό τις δημοκρατικές ηθικές αξίες, καθώς ο Μεγάλος Πόλεμος και τα επακόλουθά του είχαν οδηγήσει σε κεντρικό σχεδιασμό μεγάλου μέρους της οικονομίας, σε επέκταση του δικαιώματος ψήφου και σε ανάπτυξη των ιδεών του Ουίλσον περί εθνικού αυτοπροσδιορισμού. Δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει το γεγονός ότι οι νεότευκτες δημοκρατίες αντιμετώπισαν τόσο μεγάλη δυσκολία στο να διαχειριστούν μια τόσο αντιφατική πραγματικότητα και τόσο αντιφατικές αρχές. Ο Μύλερ εξηγεί το πώς -κάτω από αυτές συνθήκες- οι ιδεολογίες, ιδιαιτέρως οι απολυτρωτικές και οι ολοκληρωτικές, όπως ο φασισμός και ο κομμουνισμός, κατόρθωσαν για πρώτη φορά να υπερβούν τον απλό πνευματικό διάλογο και να αιχμαλωτίσουν το φαντασιακό επίπεδο των μαζών, που πίστεψαν ότι οι φορμαλιστικές δημοκρατικές δομές αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις ανάγκες και τις προσδοκίες τους.