Απλά μαθήματα μεταναστευτικής πολιτικής | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Απλά μαθήματα μεταναστευτικής πολιτικής

Αναχρονιστικό το επιχείρημα της πολυπολιτισμικότητας
Περίληψη: 

Το ζήτημα της μετανάστευσης αποτελεί πονοκέφαλο για την Ευρώπη εδώ και δεκαετίες. Γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη προχωρήσει στη χάραξη ορισμένων πολιτικών προκειμένου να ωθήσει τα κράτη μέλη της ΕΕ να εναρμονίσουν τις στρατηγικές τους στο θέμα αυτό. Η Ελλάδα, μια χώρα με ίσως το εντονότερο μεταναστευτικό πρόβλημα τα τελευταία χρόνια, ακόμα πελαγοδρομεί χωρίς να έχει ξεκάθαρη αντίληψη ούτε για τα ζητήματα της μετανάστευσης ούτε για την επίλυσή τους. Ένα πρώτο, αναγκαίο και σωστό βήμα είναι η ίδρυση Κέντρων Προσωρινής Κράτησης.

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΤΟΥΛΑΣ είναι ιστορικός, Δρ. Φ., ιδρυτικό μέλος του Επιστημονικού Ινστιτούτου Γεωπολιτικών Μελετών και Αναλύσεων, συγγραφέας των μελετών «Μετανάστευση και Κυρίαρχη Εθνική Κουλτούρα: Θρησκεία-πολιτική-πολυπολιτισμικότητα» (Παπαζήσης 2011) και «Πρότυπα μεταναστευτικής πολιτικής» (Παπαζήσης 2012).

Η σταδιακή αλλαγή υποδείγματος στον τομέα της μεταναστευτικής πολιτικής, η οποία παρατηρείται κατά την τελευταία δεκαετία στον ευρωπαϊκό χώρο, αποτυπώνεται στις αποφάσεις των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και στην διαμόρφωση μίας νέας αντίληψης όσον αφορά αφενός στην διαχείριση των μεταναστευτικών ροών στο εξωτερικό αφετέρου τις διαδικασίες ενσωμάτωσης των νομίμων μεταναστών στο εσωτερικό των κρατών-μελών της ΕΕ. [1]

Στη Συνθήκη του Άμστερνταμ (υπογραφή 1997, ενεργοποίηση 1999) δηλώνεται με σαφήνεια ότι ένας από τους εκπεφρασμένους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι «να διατηρήσει και να αναπτύξει την Ένωση ως χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, εντός του οποίου θα διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, σε συνδυασμό με κατάλληλα μέτρα όσον αφορά στους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα, στο άσυλο, στη μετανάστευση και στην αποτροπή και την καταπολέμηση του εγκλήματος».[2] Η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται σταθερά τα τελευταία έτη προς τον συντονισμό των επιμέρους εθνικών μεταναστευτικών πολιτικών, εξέλιξη, η οποία επιβεβαιώνεται και από την υπογραφή της Συνθήκης της Λισαβόνας (υπογραφή 2007, ενεργοποίηση 2009), με την οποία καταδεικνύεται η βούληση καθιέρωσης μίας κοινής προσέγγισης της ΕΕ στο θέμα της μετανάστευσης.

Στη σύνοδο κορυφής των Βρυξελλών τον Δεκέμβριο του 2003, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αφού επιβεβαίωσε την αναγκαιότητα καθιέρωσης μίας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής για το άσυλο, ενέκρινε μία ιδιαίτερα σημαντική οδηγία, βάσει της οποίας καθορίζονται ελάχιστοι κανόνες, ώστε αλλοδαποί πολίτες τρίτων χωρών ή ανιθαγενή άτομα να αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες ή ως πρόσωπα που χρήζουν επικουρικής προστασίας. Η εν λόγω οδηγία επίσης προσδιορίζει το ακριβές περιεχόμενο της παρεχομένης προστασίας (Οδηγία 2004/83/ΕΚ).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πλέον προσανατολίζεται στην κατεύθυνση της ενίσχυσης του επαναπατρισμού ενός σημαντικού αριθμού παρανόμων μεταναστών. Η Πράσινη Βίβλος της 6ης Ιουνίου 2007, η οποία εξετάζει το μέλλον του προτεινόμενου κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, αποτελεί κατ’ ουσίαν το προσχέδιο για τον καθορισμό ενός συγκεκριμένου προγράμματος δράσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εγκρίνει την χορήγηση σφαιρικής χρηματοδότησης ενίσχυσης στις δράσεις επανεγκατάστασης, τις οποίες θα πραγματοποιούν τα επιμέρους κράτη-μέλη με απώτερο σκοπό τον επαναπατρισμό των παρανόμων μεταναστών και τον έλεγχο των ροών, αλλά και την καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας, η οποία διασυνδέεται με τις μεταναστευτικές ροές.[3]

Στην ίδια προσπάθεια εντάσσεται και το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο που εγκρίθηκε τον Οκτώβριο του 2008 από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (Έγγραφο 13440/08). Βάσει του ανωτέρω Συμφώνου, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη της δεσμεύτηκαν να εφαρμόσουν μία αποτελεσματική πολιτική με άξονα τις αρχές του σεβασμού των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά και της προστασίας της κοινωνικής συνοχής. Με το ανωτέρω Σύμφωνο ενισχύθηκε η προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως χάρη στην ανάδειξη του ευρωπαϊκού οργανισμού Frontex για τη διασυνοριακή συνεργασία.

Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο αναφέρει συγκεκριμένα: «Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θεωρεί ότι η νόμιμη μετανάστευση πρέπει να δηλώνει τη βούληση αμφότερων των πλευρών, τόσο του μετανάστη όσο και της χώρας υποδοχής, και να αποβλέπει σε αμοιβαίο όφελος. Υπενθυμίζει ότι εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να αποφασίζει τις προϋποθέσεις εισόδου των νόμιμων μεταναστών στο έδαφός του και να καθορίζει ενδεχομένως τον αριθμό τους. Η επιβολή ποσοστώσεων που μπορεί να προκύψει, θα μπορούσε να γίνει σε σύμπραξη με τις χώρες προέλευσης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν μια επιλεκτική και συντονισμένη μεταναστευτική πολιτική, ιδίως σε συνάρτηση με τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς εργασίας και λαμβανομένων υπόψη των πιθανών επιπτώσεων στα υπόλοιπα κράτη μέλη. Τέλος, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπογραμμίζει τη σημασία της διαμόρφωσης μιας πολιτικής που να επιτρέπει την ίση μεταχείριση των μεταναστών και την αρμονική ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία της χώρας που τους υποδέχεται».

Η πρόσφατη (27 Μαρτίου 2012) υπερψήφιση από την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πρότασης του ευρωβουλευτή Γιώργου Παπανικολάου για την τροποποίηση του κώδικα συνόρων του χώρου Σένγκεν καταδεικνύει τη σταθερή πορεία της ΕΕ προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της Κοινής Μεταναστευτικής Πολιτικής. Κύρια σημεία της εν λόγω πρότασης αποτελούν η ενδυνάμωση των συνοριακών ελέγχων στα σύνορα των κρατών μελών του χώρου Σένγκεν, η ενίσχυση της αλληλεγγύης μεταξύ τους, ιδίως προς εκείνα τα κράτη που βρίσκονται αντιμέτωπα με μεγάλο αριθμό παράνομων μεταναστευτικών ροών, καθώς και η σαφής διατύπωση και πρόβλεψη των πολιτικών για τη διέλευση, παραμονή και αναχώρηση από τον χώρο Σένγκεν πολιτών τρίτων κρατών. Κατά τον τρόπο αυτό η ΕΕ επιβεβαιώνει την βούλησή της να συνδράμει τα κράτη-μέλη της στο ζήτημα της αποτελεσματικής διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών.

Στο πλαίσιο μίας Κοινής Μεταναστευτικής Πολιτικής των κρατών-μελών της ΕΕ είναι δυνατόν να ισχύουν οι εξής διατάξεις: