Η νέα κατάσταση στην Ευρώπη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η νέα κατάσταση στην Ευρώπη

Η Ελλάδα μπορεί να φύγει από το ευρώ αλλά η ευρωζώνη πρόκειται να επιζήσει

Πρώτον, η ευρωζώνη έχει, τουλάχιστον στην πράξη, απομακρυνθεί από τις θεμελιώδεις αρχές της. Σε κάθε νομισματική ένωση στην οποία τα κράτη διατηρούν την αυτονομία να φορολογούν, να δαπανούν και να δανείζονται, υπάρχει κίνδυνος ότι ο υπερβολικός δανεισμός από ορισμένες χώρες θα μπορούσε να απειλήσει την αξία του κοινού νομίσματος. Αναγνωρίζοντας αυτό, οι δημιουργοί του ευρώ συνέταξαν το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και την ρήτρα «μη διάσωσης» στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Το ΣΣΑ έθεσε νομικούς περιορισμούς σχετικά με το έλλειμμα των κρατών-μελών και τα επίπεδα του χρέους, και η ρήτρα μη διάσωσης απαγόρευσε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε μεμονωμένα κράτη μέλη να διασώσουν υπερχρεωμένα κράτη ώστε να αποφύγουν μια κρίση εμπιστοσύνης.

Το καθεστώς της διακυβέρνησης που προκύπτει από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ είναι νεκρό. Το ΣΣΑ δεν ήταν αυστηρά υποχρεωτικό και όταν χτύπησε η κρίση, η Ευρωπαϊκή Ένωση πέταξε κατά μέρος την ρήτρα μη διάσωσης. Φοβούμενη την μετάδοση της κρίσης, επέκτεινε τα δάνεια έκτακτης ανάγκης για την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία και δημιούργησε ένα μόνιμο ταμείο διάσωσης - τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) - ο οποίος θα είναι σε λειτουργία αυτό το καλοκαίρι.

Αφού έσπασε το ταμπού περί την διάσωση, η Ευρώπη έπρεπε να βρει έναν τρόπο να περιορίσει την κρίση εμπιστοσύνης των κρατών που στρέφονταν ξανά και ξανά στην Ευρωπαϊκή Ένωση για βοήθεια. Οι νομοθέτες της ΕΕ εισήγαγαν το λεγόμενο νομοθετικό πακέτο, το οποίο ενίσχυσε την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να παρακολουθεί τις δημοσιονομικές πολιτικές των κρατών μελών και να επιβάλλει τα όρια του χρέους. Είκοσι πέντε κράτη μέλη της ΕΕ υπέγραψαν μια φορολογική συνθήκη, με την οποία δεσμεύθηκαν να κατοχυρώσουν τα όρια του ελλείμματος στο εθνικό δίκαιο. Μόνο τα κράτη που θα κυρώσουν τη Συνθήκη τελικά θα είναι επιλέξιμα για δάνεια από το ESM.

Αυτές οι νομικές διατάξεις από μόνες τους δεν θα ξεπεράσουν την κρίση εμπιστοσύνης, αλλά συνοδεύονται από εξελίξεις στις αγορές ομολόγων, οι οποίες τώρα κάνουν διάκριση μεταξύ του χρέους των υγιών χωρών του ευρωπαϊκού πυρήνα και των αδύναμων στην περιφέρεια. Στην πρώτη δεκαετία της ζωής του νεαρού ευρώ, οι αγορές ομολόγων αξιολόγησαν το ρίσκο των ομολόγων των περιφερειακών οικονομιών σχεδόν το ίδιο με αυτά της Γερμανίας. Σήμερα, τα spreads των αποδόσεων είναι σημαντικά και διευρύνονται περαιτέρω στο πρώτο σημάδι αυξημένου ρίσκου. Και, με τον καταναγκασμό στους ιδιώτες επενδυτές να υποστούν σχεδόν 75% απώλεια από τα ελληνικά ομόλογα σε συνδυασμό με τη δεύτερη ελληνική διάσωση τον Φεβρουάριο του 2012, οι ευρωπαίοι ηγέτες κατέστησαν σαφές ότι οι ιδιώτες ομολογιούχοι, επίσης δεν θα πρέπει να περιμένουν διασώσεις για να καλύψουν τις ζημίες τους. Τώρα, περισσότερο προσεκτικές αγορές ομολόγων θα αστυνομεύουν τις κυβερνήσεις που διατηρούν μη βιώσιμα ελλείμματα ή των οποίων ο τραπεζικός τομέας γίνεται εύθραυστος.

Η δεύτερη σημαντική διαρθρωτική αλλαγή είναι ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα –για την οποία απαγορεύεται δια νόμου η αγορά του χρέους οποιουδήποτε κράτους μέλους - έχει παραμερίσει αυτούς τους κανόνες και αγοράζει απευθείας ελληνικά, ιρλανδικά, ιταλικά, πορτογαλικά και ισπανικά ομόλογα αξίας δισεκατομμυρίων. Επιπλέον, η ΕΚΤ έχει εμμέσως χρηματοδοτήσει επιπλέον δάνεια μέσω μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης, η οποία εκτείνεται σε πάνω από ένα τρισεκατομμύριο ευρώ σε χαμηλότοκα δάνεια προς τις εμπορικές τράπεζες.

Ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η Τράπεζα δεν επιδίδεται σε «νομισματική χρηματοδότηση» των χρεών των κρατών-μελών. Αν ήμουν ένας Ιταλός πρόεδρος μιας Κεντρικής Τράπεζας που εδρεύει στη Φρανκφούρτη με μια αποστολή που σχεδιάστηκε από γερμανικά αντιπληθωριστικά γεράκια, θα έλεγα κι εγώ το ίδιο. Αλλά στην πράξη, η ΕΚΤ έχει δείξει ότι είναι πολύ πιο ευέλικτη από ό, τι πολλοί είχαν προβλέψει. Μας αποκάλυψε ότι δεν θα επιβλέψει απλώς τη διάλυση του νομίσματος που δικαιολογεί την ύπαρξή της.

Αυτό το νέο σύστημα διακυβέρνησης της ευρωζώνης είναι πιο βιώσιμο από το καθεστώς προ της κρίσης που είχε τεθεί σε εφαρμογή με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Για παράδειγμα, θα αντέξει μια ελληνική έξοδο. Αν η Ελλάδα αρνηθεί να τηρήσει τους όρους του πακέτου διάσωσής της και αναγκαστεί να εξέλθει από την ευρωζώνη κατά τις προσεχείς εβδομάδες, η ΕΚΤ πιθανότατα θα αγωνιστεί για να σταματήσει την μετάδοση της κρίσης, αλλά δεν θα βρεθεί αντιμέτωπη με την κατάρρευση ολόκληρου του συστήματος. Στο μεταξύ, αντιμετωπίζοντας αυστηρά την Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει επίσης δείξει ότι οι όροι που συνδέονται με διασώσεις είναι σοβαροί, παρακινώντας άλλα κράτη να τηρήσουν τα μεταρρυθμιστικά τους προγράμματα.

Η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα ήταν μια καταστροφή για την Ελλάδα και ένα τραύμα για την Ευρώπη, αλλά δεν θα αλλάξει τις βασικές αρχές του -μετά το 2008- καθεστώτος διακυβέρνησης της Ευρωζώνης, η οποία θα εξακολουθεί να βασίζεται στην ενίσχυση της δημοσιονομικής εποπτείας, σε πιο αποτελεσματικές διαδικασίες επιβολής, σε πιο προσεκτικές αγορές ομολόγων καθώς και μια πιο ενεργητική Κεντρική Τράπεζα. Με ένα τέτοιο σύστημα ενεργοποιημένο και με θεσμοθετημένη τη δέσμευσή τους για δημοσιονομική πειθαρχία, οι ηγέτες της ΕΕ θα αντιμετωπίσουν πλέον το μακρό, δύσκολο έργο της προσαρμογής και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Και αυτά τα βάρη θα πρέπει να τα μοιράζονται όλοι. Είναι κατανοητό ότι η Γερμανία και η ΕΚΤ αρχικά απαίτησαν λιτότητα ως προϋπόθεση για διάσωση, αλλά αυτή η μονόπλευρη προσέγγιση έχει οδηγήσει τις περιφερειακές οικονομίες βαθύτερα στην ύφεση. Προχωρώντας προς τα εμπρός, η λιτότητα, οι μειώσεις μισθών και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην περιφέρεια πρέπει να συνδυαστούν με δημόσιες δαπάνες και μισθολογικές αυξήσεις στη Γερμανία, που θα τονώσουν τη ζήτηση. Δεν θα υπάρξει καμία γρήγορη λύση, όμως η ευρωζώνη θα ανακάμψει, αργά αλλά σταθερά.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.