Τα κράτη - μαφίες | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Τα κράτη - μαφίες

Το οργανωμένο έγκλημα αναλαμβάνει καθήκοντα

Οι συμβατικές γνώσεις γύρω από τα δίκτυα της διεθνούς εγκληματικότητας στηρίζονται σε τρεις λανθασμένες υποθέσεις. Πρώτον, πολύς κόσμος νομίζει ότι όσον αφορά τις παρανομίες, όλα είναι γνωστά από παλιά. Είναι γεγονός ότι εγκληματίες, λαθρέμποροι και μαυραγορίτες υπήρχαν πάντα. Όμως, η φύση του διεθνούς εγκλήματος έχει αλλάξει πολύ στη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας, καθώς τα εγκληματικά δίκτυα επεκτάθηκαν πέρα από τις παραδοσιακές αγορές τους και άρχισαν να επωφελούνται από πολιτικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς, εκμεταλλευόμενα και τις νέες τεχνολογίες. Για παράδειγμα, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι εγκληματικές οργανώσεις υιοθέτησαν από νωρίς τις καινοτομίες στον τομέα των επικοινωνιών, όπως την προηγμένη ηλεκτρονική κρυπτογράφηση. Επίσης, τα συνδικάτα του εγκλήματος υπήρξαν πρωτοπόρα στη χρήση νέων μέσων για τη μεταφορά των ναρκωτικών, όπως τα «ναρκο-υποβρύχια»: ημι-καταδυόμενα πλοία, ικανά να αποφεύγουν τα ραντάρ, τα σόναρ και τα συστήματα υπέρυθρης ακτινοβολίας. (Τα καρτέλ των ναρκωτικών στην Κολομβία σταδιακά προχώρησαν στη χρήση πλήρως καταδυομένων υποβρυχίων). Πιο πρόσφατα, οι εγκληματικές οργανώσεις επωφελούνται από τα πλεονεκτήματα του διαδικτύου, γεγονός που έχει οδηγήσει σε ιλιγγιώδη αύξηση την εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο, με κόστος για την παγκόσμια οικονομία 114 δισεκατομμύρια δολάρια το 2011, σύμφωνα με στοιχεία της Symantec, ασφαλιστικής εταιρείας για το διαδίκτυο.

Μια δεύτερη παρεξήγηση αποτελεί η αντίληψη ότι το διεθνές έγκλημα είναι ένας παράνομος χώρος όπου δραστηριοποιείται μια μικρή μόνο κοινότητα διεστραμμένων ανθρώπων που κινούνται στο περιθώριο της κοινωνίας. Η αλήθεια είναι ότι σε πολλές χώρες σήμερα οι εγκληματίες δεν καταβάλλουν καμία προσπάθεια να παραμείνουν στα σκοτεινά ούτε είναι στο ελάχιστο περιθωριακοί. Αντιθέτως, οι πιθανολογούμενοι αρχηγοί πολλών μεγάλων εγκληματικών οργανώσεων έχουν γίνει τρόπον τινά διασημότητες. Πλούσιοι άνθρωποι με ύποπτη επιχειρηματική προϊστορία είναι περιζήτητοι φιλάνθρωποι και έχουν κατορθώσει να ελέγχουν ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς και να έχουν στην ιδιοκτησία τους εφημερίδες με επιρροή. Επιπροσθέτως, η συσσώρευση πλούτου και δύναμης σε εγκληματίες εξαρτάται όχι μόνο από τις δικές τους παράνομες δραστηριότητες, αλλά και από τη δράση του μέσου όρου των μελών της κοινωνίας: για παράδειγμα, τα εκατομμύρια των πολιτών που σχετίζονται με την κινεζική βιομηχανία μαϊμού καταναλωτικών προϊόντων και με το εμπόριο ναρκωτικών του Αφγανιστάν, τα εκατομμύρια των πολιτών της Δύσης που καπνίζουν τακτικά μαριχουάνα, οι εκατοντάδες χιλιάδες των μεταναστών που κάθε χρόνο πληρώνουν εγκληματίες για να τους μεταφέρουν λαθραία στην Ευρώπη, οι καριερίστες του Μανχάταν και του Μιλάνου που απασχολούν παράνομους μετανάστες για οικιακές δουλειές. Συνηθισμένοι άνθρωποι σαν τους προαναφερθέντες αποτελούν ζωτικό τμήμα του εγκληματικού οικοσυστήματος.

Η τρίτη εσφαλμένη αντίληψη είναι ότι το διεθνές έγκλημα είναι αποκλειστικά ζήτημα επιβολής του νόμου, που απαιτεί καλή διαχείριση από την αστυνομία, τις εισαγγελικές και τις δικαστικές αρχές. Στην πραγματικότητα, το διεθνές έγκλημα γίνεται καλύτερα κατανοητό ως πολιτικό πρόβλημα με επιπτώσεις στην εθνική ασφάλεια. Το μέγεθος και το πεδίο δράσης των πλέον ισχυρών εγκληματικών οργανώσεων σήμερα θυμίζει άνετα τα αντίστοιχα των μεγαλυτέρων πολυεθνικών επιχειρήσεων στον κόσμο. Και όπως ακριβώς οι νόμιμοι οργανισμοί επιδιώκουν ν’ αποκτήσουν πολιτική επιρροή, το ίδιο κάνουν και οι εγκληματικοί. Βεβαίως, οι εγκληματίες ανέκαθεν επεδίωκαν να διαφθείρουν τα πολιτικά συστήματα προς όφελός τους. Όμως, οι παράνομες οργανώσεις ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν κατορθώσει να αποκτήσουν πολιτική επιρροή σε τέτοιο βαθμό σαν αυτόν που απολαμβάνουν σήμερα εγκληματίες σε μια σειρά χωρών της Αφρικής, της ανατολικής Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής, για να μην αναφέρουμε την Κίνα και τη Ρωσία.

Κατά την περασμένη δεκαετία ή περίπου τόσο, το φαινόμενο αυτό ξεπέρασε τα γνωστά όρια και το αποτέλεσμα ήταν να αναδυθούν ισχυρά μαφιόζικα κράτη. Ο Ισπανός εισαγγελέας Χοσέ Γκρίντα, με πολλά χρόνια εμπειρίας στην καταπολέμηση των εγκληματικών οργανώσεων ανατολικο-ευρωπαϊκής προέλευσης, ισχυρίζεται ότι σε πολλές περιπτώσεις ήταν αδύνατον, τόσο στον ίδιον όσο και σε συναδέλφους του, να ξεχωρίσουν τα συμφέροντα των εγκληματικών οργανώσεων από εκείνα των κυβερνήσεων που τις φιλοξενούσαν. Σύμφωνα με τον Γκρίντα, οι δυνάμεις επιβολής του νόμου στην Ισπανία έρχονται συνεχώς αντιμέτωπες με συνδικάτα του εγκλήματος, που λειτουργούν ως παραρτήματα των κυβερνήσεων της Λευκορωσίας, της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Σε εμπιστευτικές παρατηρήσεις του που περιλαμβάνονται σε αμερικανικά διπλωματικά τηλεγραφήματα τα οποία δημοσιεύθηκαν στον διαδικτυακό τόπο καταγγελιών WikiLeaks, εκθέτει λεπτομερώς την ανησυχία του για τον «τρομακτικό έλεγχο» που ασκείται από αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «ρωσική μαφία», επί μιας σειράς στρατηγικών τομέων της παγκόσμιας οικονομίας, όπως είναι το αλουμίνιο και το φυσικό αέριο. Ο έλεγχος αυτός, υπονοούσε ο Γκρίντα, καθίσταται εφικτός χάρη στο εύρος της συνεργασίας του Κρεμλίνου με ρωσικές εγκληματικές οργανώσεις.