Η πτώση της Τεχεράνης | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η πτώση της Τεχεράνης

Πώς θα πυροδοτηθεί μια επανάσταση στο Ιράν
Περίληψη: 

Με το να επικεντρώνεται κανείς στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν χάνει το βασικό νόημα. Η υπεράσπιση των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους από το Ιράν και τα ενεργούμενά του απαιτεί αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, κάτι που δεν μπορεί να επιτευχθεί με κυρώσεις και διπλωματία μόνο. Δεδομένου ότι ο πόλεμος δεν είναι ούτε αναγκαίος ούτε επιθυμητός, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να ξεκινήσει την υποστήριξη μιας επανάστασης στο Ιράν.

Ο MICHAEL LEDEEN είναι μελετητής στο Ίδρυμα για την Δημοκρατική Άμυνα. Το blog του, Faster, Please[1], φιλοξενείται από την PJ Media.

Το πυρηνικό ζήτημα βρίσκεται στο επίκεντρο των πολιτικών των περισσότερων χωρών σχετικά με το Ιράν. Κίνα, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ηνωμένες Πολιτείες ενεπλάκησαν σε διαπραγματεύσεις για να πείσουν την Τεχεράνη να εγκαταλείψει την υποτιθέμενη προσπάθειά της για τη βόμβα. Τώρα, με τις συνομιλίες να αποτυγχάνουν, οι δυτικές δυνάμεις έχουν θέσει σε εφαρμογή όλο και πιο σκληρές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένου του πρόσφατου εμπάργκο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το πετρέλαιο του Ιράν, με την ελπίδα να αναγκάσει το καθεστώς να πάρει αντίστροφη πορεία.

Όμως η ιστορία δείχνει ότι οι κυρώσεις δεν θα αναγκάσουν τους ηγέτες του Ιράν να καταργήσουν το πυρηνικό του πρόγραμμα και σε αυτό συμφωνούν ακόμη και πολλοί συνήγοροι των κυρώσεων. Στην πραγματικότητα, από την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο ως το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν, οι εχθρικές χώρες σπάνια έχουν αλλάξει πολιτική σε απάντηση προς τα διάφορα εμπάργκο από την Δύση. Ορισμένοι υποστηρικτές των κυρώσεων υποστηρίζουν ότι οι κυρώσεις πέτυχαν να κάνουν την Χιλή να εγκαταλείψει τον κομμουνισμό, την Νότια Αφρική να τερματίσει το απαρτχάιντ και τη Λιβύη να εγκαταλείψει το πυρηνικό της πρόγραμμα. Αλλά οι κυβερνήσεις της Χιλής και της Νοτίου Αφρικής δεν ήταν εχθρικές - ήταν φιλοδυτικές και, συνεπώς, πιο δεκτικές στις απαιτήσεις της Δύσης. Και ο Λίβυος Μουαμάρ αλ Καντάφι, σταμάτησε την επιδίωξη των πυρηνικών μόνο μετά την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003, φοβούμενος ότι θα υποστεί την ίδια τύχη με τον Σαντάμ Χουσεΐν.

Το Ιράν, το οποίο είναι σαφώς εχθρικό και το οποίο παρακολούθησε το τι ακριβώς συνέβη σε μια αφοπλισμένη Λιβύη, δεν θα υποχωρήσει. Κάποιοι βλέπουν ως εκ τούτου τις κυρώσεις απλώς ως ένα προοίμιο της στρατιωτικής δράσης - από το Ισραήλ, τις Ηνωμένες Πολιτείες ή και τους δύο. Με άλλα λόγια, η σημερινή στρατηγική του Ιράν βράζει σε μια ενδεχόμενη επιλογή μεταξύ της ειρήνευσης και της επίθεσης. Καμία από τις δύο δεν είναι ελκυστική. Ωστόσο, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους διευρύνουν την προοπτική τους και δώσουν προσοχή όχι μόνο στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν αλλά και στην ευρύτερη επιθετικότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας προς τη Δύση, θα δουν ότι υπάρχει μια τρίτη και καλύτερη επιλογή: η υποστήριξη μιας δημοκρατικής επανάστασης στο Ιράν.

Η εμμονή με το πυρηνικό ζήτημα έχει επισκιάσει το γεγονός ότι, μετά την Ισλαμική επανάσταση του 1979, το Ιράν έχει εξαπολύσει έναν πόλεμο χαμηλού επιπέδου εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτός ο πόλεμος άρχισε το 1983, όταν, όπως δείχνουν τα στοιχεία, ομάδες υποστηριζόμενες από το Ιράν βομβάρδισαν το στρατόπεδο των Αμερικανών Πεζοναυτών στη Βηρυτό. Αυτή η βία συνεχίστηκε σε όλη τη δεκαετία του 1980, καθώς η Χεζμπολάχ, μια τρομοκρατική οργάνωση που δημιουργήθηκε από το Ιράν, απήγαγε και δολοφόνησε Αμερικανούς στο Λίβανο. Εκτός από την υποστήριξη της Χεζμπολάχ, το Ιράν άρχισε να χρηματοδοτεί κι άλλες τρομοκρατικές ομάδες, όπως την Χαμάς, την Ισλαμική Τζιχάντ και το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Κατά την τελευταία δεκαετία, Ιρανοί πράκτορες έχουν επιτεθεί σε αμερικανικά στρατεύματα στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Στα τέλη του περασμένου έτους, η κυβέρνηση Ομπάμα αποκάλυψε ότι Ιρανοί πράκτορες είχαν επιχειρήσει να δολοφονήσουν τον πρέσβη της Σαουδικής Αραβίας στις Ηνωμένες Πολιτείες και να ανατινάξουν τις πρεσβείες της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ στην Ουάσινγκτον.

Εν ολίγοις, το πυρηνικό πρόγραμμα δεν είναι το κεντρικό θέμα στη χάραξη πολιτικής σχετικά με το Ιράν – κεντρικό ζήτημα είναι η υπεράσπιση των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους από τους ιρανούς τρομοκράτες και τα ενεργούμενά τους. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, η Ουάσιγκτον πρέπει να αντικαταστήσει το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Οι θεοκράτες στην Τεχεράνη αποκαλούν τις Ηνωμένες Πολιτείες ως τον «Μεγάλο Σατανά» και ο πόλεμος εναντίον τους είναι ένας από τους κεντρικούς στόχους της ιρανικής ηγεσίας. Ο Αγιατολάχ Χομεϊνί διακήρυξε αυτόν τον στόχο αμέσως μόλις ανετράπη ο Σάχης το 1979. Οι εκκλήσεις για «Θάνατο στην Αμερική» ήταν μια σταθερή επωδός έκτοτε. Η αλλαγή καθεστώτος δεν μπορεί να επιτευχθεί απλώς με την επιβολή κυρώσεων και την διπλωματία. Και, παρόλο που ένας πόλεμος θα μπορούσε να ρίξει το καθεστώς, δεν είναι ούτε αναγκαίος ούτε επιθυμητός. Η υποστήριξη μιας εγχώριας επανάστασης είναι μια σοφότερη στρατηγική.

Το ιρανικό καθεστώς δεν είναι σε πόλεμο μόνο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους. Είναι επίσης σε πόλεμο με τους δικούς του ανθρώπους. Το καθεστώς καταπιέζει Ιρανούς πολίτες, περιορίζοντας τις πολιτικές ελευθερίες τους και φυλακίζοντάς τους, βασανίζοντας και σκοτώνοντας τους όποιους πολιτικούς του αντιπάλους. Η λαϊκή δυσαρέσκεια ξεχύθηκε σε ανοικτή διαμαρτυρία μετά από τις νοθευμένες εκλογές του Ιουνίου του 2009, καθώς αυτό που έγινε γνωστό ως το Πράσινο Κίνημα ξεκίνησε μια ανοικτή πρόκληση στο πολιτικό κατεστημένο. Το καθεστώς κατέστειλε βίαια τις διαδηλώσεις και κρατά τους δύο ηγέτες του κινήματος, προεδρικούς υποψήφιους Μιρ Χοσεΐν Μουσαβί και Μεχντί Καρουμπί, μαζί με τη σύζυγό του Μουσαβί, σε κατ' οίκον περιορισμό.

Η κοινή γνώμη περιγράφει το Πράσινο Κίνημα ως μια εξαντλημένη δύναμη, επικαλούμενη την έλλειψη μαζικών διαδηλώσεων κατά το παρελθόν ενάμιση έτος. Οι ιρανικές Αρχές περιορίζουν τακτικά και λογοκρίνουν το Διαδίκτυο, υποκλέπτουν και μπλοκάρουν κινητά τηλέφωνα και δορυφορικές επικοινωνίες και έχουν αυξημένη παρουσία δυνάμεων ασφαλείας στις πόλεις σε όλη τη χώρα. Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, οι σκεπτικιστές υποστηρίζουν, μπορεί να υπάρξει λίγη έκφραση αντιπολίτευσης, πόσω μάλλον μια αντιπολίτευση με ηγεσία και μαζική υποστήριξη τέτοια ώστε να αμφισβητήσει το καθεστώς.

Αλλά αυτή ήταν, επίσης, η κοινή πεποίθηση πίσω στις αρχές του 2009 και είναι τόσο λάθος τώρα όπως ήταν και τότε. Η Δύση πιάστηκε εξ απήνης από την έκρηξη της λαϊκής οργής μετά την νοθεία της εκλογής του Μουσαβί και δεν μπόρεσε να υποστηρίξει την αντιπολίτευση. Το καθεστώς δεν πληρώνει κανένα τίμημα για την καταστολή.