Οι μύθοι και οι λύσεις για το ελληνικό πρόβλημα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι μύθοι και οι λύσεις για το ελληνικό πρόβλημα

Οι προοπτικές υπάρχουν αλλά υστερεί η πολιτική βούληση

Τελικά: Πρώτον, οι Ευρωπαίοι εταίροι μας επισήμαναν με όση δύναμη διέθεταν ότι η συγκεκριμένη λύση αφορά στην Ελλάδα και μόνον. Με αυτόν τον τρόπο αγνόησαν για μία ακόμη φορά την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια διάσταση της κρίσης. Περιορίζοντας την αντίδρασή τους στην περίπτωση της Ελλάδας και μόνον, μετέφεραν θολά μηνύματα στις αγορές. Δεν ανέδειξαν την κατάλληλη βούληση συνολικής αντιμετώπισης του προβλήματος στην Ευρωζώνη. Η πολιτική συναίνεση που επιτεύχθηκε στην περίπτωση της Ελλάδας δεν σημαίνει αυτόματα ενεργοποίησή της και σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις, ιδιαίτερα στο βαθμό που στις περιπτώσεις των κρίσεων σε χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία απαιτούνται πολλαπλάσιοι πόροι. Ακόμη όμως και στην περίπτωση της Ισπανίας επιμένουν να οριοθετούν τη κρίση εντός των ορίων του τραπεζικού συστήματος την στιγμή που τουλάχιστον δύο ανεξάρτητες κυβερνήσεις, της Καταλονίας και της Βαλένθιας έχουν (σχεδόν) κηρύξει στάση πληρωμών. Παρόμοια είναι η προσέγγιση και στην περίπτωση της Κύπρου, εμμονή δηλαδή στις αδυναμίες του τραπεζικού συστήματος, ενώ το επίσημο Κυπριακό κράτος με αγωνία αναζητά πόρους από τη Ρωσία και τη Κίνα.

Δεύτερον, η καταγραφή και διάθεση πόρων δεν λειτουργεί αποτρεπτικά στην περίπτωση ασύμμετρων σοκ και ανισορροπιών στην οικονομία Τείνουν, βραχυπρόθεσμα, να απαλύνουν τον πόνο του ασθενή χωρίς, όμως, να επιλύουν τις διαρθρωτικές αιτίες εμφάνισης του νοσήματος. Ακόμη λοιπόν και εάν ο ασθενής προσωρινά βγει από την εντατική δεν σημαίνει ότι η αρρώστια δεν θα εμφανισθεί εκ νέου. Σε αυτή την περίπτωση οι πιθανότητες θεραπείας θα είναι περιορισμένες αφού η συνταγή έχει ήδη δοκιμασθεί χωρίς τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Τρίτον, η επιβεβαίωση των θέσεων της Γερμανίας είναι εμφανής στο νέο πλαίσιο που δημιουργήθηκε. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο που οι αρχές του οικονομικού εθνικισμού επηρεάζουν τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων στην Ευρώπη περισσότερο από ποτέ. Η καγκελάριος της Γερμανίας έπρεπε να πείσει το εκλογικό της σώμα και τον εθνικό της περίγυρο ότι η διάθεση εθνικών πόρων εξυπηρετεί τα οικονομικά συμφέροντα του. Αυτό το πέτυχε σε μεγάλο βαθμό αφού:

• διατήρησε την ευρωζώνη στο πλαίσιο της οποίας η Γερμανία έχει κυρίαρχο ρόλο και διαμορφώνει τη κεντρική θέση της στην παγκόσμια πολιτική οικονομία,
• δανειοδότησε ένα κράτος μέλος της Ευρωζώνης με επικερδείς χρηματοοικονομικούς όρους,
• εξασφάλισε τους πόρους που διέθεσε μέσα από εμπράγματες εξασφαλίσεις και άλλες διευθετήσεις (ιδιωτικοποιήσεις, κ.ο.κ.),
• μοιράστηκε το κόστος της «επένδυσης» σε ποσοστό, τουλάχιστον 30%, μέσα από τη συμμετοχή των ιδιωτών.

Με βάση τα παραπάνω, η Ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση είναι ακόμη το ζητούμενο. Πολλά πρέπει να γίνουν προς αυτή τη κατεύθυνση και πάνω από όλα να βρεθεί η πολιτική βούληση και η κατάλληλη ηγεσία για αυτή την πορεία.

ΜΥΘΟΣ ΤΡΙΤΟΣ: ΚΑΝΤΟ ΟΠΩΣ Η ΡΟΥΜΑΝΙΑ, Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ, Η ΤΟΥΡΚΙΑ

Η συνεχής επιχειρηματολογία περί της ανάγκης μείωσης των μισθών αλλά και του εσωτερικού αποπληθωρισμού ως προϋποθέσεις για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, και, άρα, της προσέλκυσης επενδύσεων ως λύση για την επίτευξη της πολυπόθητης ανάπτυξης, συνιστά μια ακόμη ουτοπική προσέγγιση στη σημερινή πραγματικότητα. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις εμφανίζονται τα παραδείγματα της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Τουρκίας ως εκείνα που αποδεικνύουν ότι η εν λόγω επιχειρηματολογία είναι ορθή.

Οι υποστηρικτές της εν λόγω άποψης αγνοούν η ξεχνούν να αναφέρουν ότι:
α) Η Ρουμανία ακόμη και σήμερα βρίσκεται υπό την εποπτεία του ΔΝΤ και δεν προβλέπεται να διαφύγει από αυτή στο άμεσο χρονικό διάστημα,
β) Στις τρεις προαναφερόμενες χώρες οι μισθοί ήταν ήδη ιδιαίτερα χαμηλοί, όπως και το βιοτικό επίπεδο, που σημαίνει ότι και οι προσδοκίες των πολιτών για το μέλλον ήταν από ανύπαρκτες έως και ιδιαίτερα περιορισμένες,
γ) Τα δημοσιονομικά χαρακτηριστικά είναι εντελώς διαφορετικά, αφού, για παράδειγμα, το δημόσιο χρέος της Ρουμανίας για το 2011 υπολογίζεται σε 38,6% του ΑΕΠ και για τη Βουλγαρία στο 17,5%,
δ) Οι προαναφερόμενες χώρες είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν νομισματική πολιτική ενώ η Ελλάδα όχι,
ε) Η λήψη των αποφάσεων και η λειτουργία του πολιτικού συστήματος, ειδικά στην περίπτωση της Τουρκίας, διαφοροποιείται από την αντίστοιχη ελληνική αφού είναι πολύ ποιο συγκεντρωτική και η συμμετοχή των πολιτών περιορισμένη,
στ) Το διεθνές οικονομικό και επενδυτικό περιβάλλον είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που αφορούσε στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, αφού τη τελευταία τριετία βρισκόμαστε σε μια συνεχή ύφεση, γεγονός που σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπει τη μηχανιστικά αισιόδοξη προοπτική προσέλκυσης επενδύσεων από το εξωτερικό στην Ελλάδα.

ΜΥΘΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ: ΚΑΝΤΟ ΟΠΩΣ ΤΟ ΔΝΤ ΣΤΗ ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ

Αυτό, όμως, που πρέπει να μας εκπλήσσει, ανάμεσα σε άλλα, είναι ότι τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα και την πρόοδο των οποίων καλείται η Τρόικα να πιστοποιήσει, είναι ταυτόσημα με αυτά που τέθηκαν από το ΔΝΤ στις δεκαετίες του ’80 και του ‘90 σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, στο πλαίσιο των προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής. Όμως, πως είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν αντίγραφα των ίδιων προγραμμάτων προσαρμογής σε χώρες και λαούς που διαβιούν σε διαφορετικές συνθήκες;