Η καταστροφή της Ευρώπης μπορεί να αποφευχθεί | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η καταστροφή της Ευρώπης μπορεί να αποφευχθεί

Η μοίρα της νομισματικής ένωσης είναι στα χέρια τής Γερμανίας

Αυτή η πράξη τύπου Superman, τουλάχιστον σύμφωνα με αυτό το άρθρο, έσωσε το σύστημα του ευρώ από τη διάλυση. Χωρίς την έκτακτη στήριξη της Κεντρικής Τράπεζας, οι ιδιωτικές τράπεζες σε ολόκληρη την ευρωζώνη θα πάλευαν να συγκεντρώσουν χρήματα και θα είχαν καταρρεύσει. Ιδιωτικές εταιρίες, μη μπορώντας να πάρουν τραπεζικά δάνεια, θα μπορούσαν επίσης να χρεοκοπήσουν. Οι δανειζόμενες χώρες δεν θα μπορούσαν να βασίζονται στις τράπεζες που αγοράζουν τα κρατικά ομόλογα τους και έτσι θα είχαν χρεοκοπήσει με τη σειρά τους, καταστρέφοντας τις ιδιωτικές τράπεζες που κατείχαν ήδη ομόλογά τους. Το τύπωμα χρημάτων από την ΕΚΤ βελτίωσε δεόντως κλίμα στην αγορά. Το επιτόκιο των δεκαετών ομολόγων της Ιταλίας, για παράδειγμα, υποχώρησε, από περίπου 7% σε περίπου 5,5%, αν και έκτοτε έχει αυξηθεί.

Η ΕΚΤ θα χρησιμοποιήσει τελικά μέχρι και το έσχατο περιθώριο των ελιγμών της. Ορισμένοι παρατηρητές φοβούνται ότι ο τεράστιος όγκος των πρόσφατα τυπωμένων ευρώ είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε σοβαρό πληθωρισμό, είτε όταν τα χρήματα αρχίσουν να κυκλοφορούν πιο γρήγορα ή όταν ακριβώς η προοπτική αυτής της ενέργειας δημιουργήσει αυτο-εκπλήρωση των πληθωριστικών προσδοκιών. Αλλά το καλύτερο στοίχημα είναι ότι, με αμετάβλητη την ανάπτυξη και την ανεργία πάνω από 10%, η απειλή της ραγδαίας ανόδου του πληθωρισμού σε ολόκληρη την ήπειρο είναι απομακρυσμένη: με άφθονη πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα κάθε αύξηση της ζήτησης θα καλυφθεί με την αύξηση της προσφοράς και όχι με υψηλότερες τιμές. Για το ορατό μέλλον, ως εκ τούτου, η ΕΚΤ μπορεί να συνεχίσει την εκτύπωση χρήματος για να στηρίξει τις τράπεζες. Μπορεί να επεκτείνει τις επιφυλακτικές απευθείας αγορές ομολόγων για να εξασφαλίσει ότι τα υπουργεία Οικονομικών μπορούν να συγκεντρώσουν χρήματα με επιτόκια που να μην μοιάζουν με τιμωρία. Θα μπορούσε να επεκτείνει την υποστήριξή της ακόμα και σε μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, για παράδειγμα, ανακοινώνοντας ότι είναι έτοιμη να συμπεριλάβει δάνεια προς μικρές επιχειρήσεις στον δικό της ισολογισμό. Προφανώς, η ΕΚΤ μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση της κρίσης διατηρώντας τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα.

Η αύξηση της προσφοράς χρήματος μερικές φορές απορρίπτεται ως απλά παρηγορητική. Αλλά εκτός από το να ενισχύει τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις, το εύκολο χρήμα μπορεί να διευκολύνει και τις διαρθρωτικές προσαρμογές. Εάν η ΕΚΤ τυπώσει αρκετά χρήματα για να φθάσει το όριό της για πληθωρισμό 2% σε όλη την ευρωζώνη, αυτό είναι πιθανό να σημαίνει μηδέν πληθωρισμό στις χώρες της κρίσης, όπου η ανεργία είναι υψηλή, και 3% - 4% πληθωρισμό στις ισχυρές οικονομίες της Ευρώπης, όπου οι εργαζόμενοι έχουν αρκετή αυτοπεποίθηση για να απαιτήσουν μισθολογικές αυξήσεις. Με άλλα λόγια, επιτυγχάνοντας τον στόχο του πληθωρισμού, η ΕΚΤ μπορεί να βοηθήσει την Ιταλία και την Ισπανία να ανταγωνιστούν τη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες, μειώνοντας σταδιακά την διαφορά του κόστους εργασίας που βρίσκεται στην καρδιά των προβλημάτων της Ευρώπης. Ταυτόχρονα, μια αποφασιστική και παρατεταμένη περίοδος χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής θα οδηγήσει κατά πάσα πιθανότητα σε εξασθένιση του ευρώ. Αυτό θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών που βρίσκονται σε κρίση έναντι του υπολοίπου κόσμου, αυξάνοντας περαιτέρω τις πιθανότητες μιας ανάκαμψης μέσω των εξαγωγών.

Εν ολίγοις, η ΕΚΤ έχει πραγματική δύναμη. Μπορεί να αποτρέψει μια κατάρρευση της αγοράς και την ίδια στιγμή να κάνει σταδιακά την περιφέρεια πιο ανταγωνιστική. Αλλά για να ανταποκριθεί στις δυνατότητές της η ΕΚΤ, η Γερμανία πρέπει να αποφασίσει να μην σταθεί εμπόδιο. Θα πρέπει να επιτρέψει την επέκταση των καινοτόμων μέτρων διάσωσης της ΕΚΤ και να αποδεχθεί πληθωρισμό στη Γερμανία από 3% έως 4%. Κατά το παρελθόν έτος, δυστυχώς, οι Γερμανοί οικονομική ηγέτες έστειλαν ανάμικτα μηνύματα. Το μεγάλο ερώτημα του 1992 - πόσο μακριά θα πάει η Γερμανία για χάρη της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης; - δεν έχει απαντηθεί με σαφήνεια. Και έτσι το μέλλον της Ευρώπης παραμένει θολό.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΔΙΑΦΥΓΗΣ

Οι ηγέτες της Γερμανίας έχουν δίκιο ότι οι χώρες που αντιμετωπίζουν κρίση πρέπει να κερδίσουν μόνες τους την ανάκαμψη. Η ΕΚΤ δεν μπορεί να τους σώσει από μόνη της. Ειδικότερα, θα πρέπει να βελτιώσουν τη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών τους, να πατάξουν την φοροδιαφυγή και την σπατάλη των κρατικών δαπανών και να άρουν κανονισμούς που υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα από τις αγορές προϊόντων και εργασίας. Αλλά οι μεταρρυθμίσεις αυτές έχουν την τάση να αποδίδουν μακροπρόθεσμα. Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, οι περικοπές των προϋπολογισμών θα συρρικνώσουν τη ζήτηση και θα περιστείλουν την ανάπτυξη, ενώ ορισμένες μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας που καθιστούν ευκολότερες τις απολύσεις εργαζομένων μπορεί αρχικά να ανεβάσουν την ανεργία, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και μειώνοντας περαιτέρω την ανάπτυξη. Ως εκ τούτου, τα πιο επείγοντα συμπληρώματα της αντίδρασης της ΕΚΤ βρίσκονται αλλού - και απαιτούν πρωτοβουλία από τη Γερμανία.

Η Γερμανία πρέπει αρχικά να αναπροσαρμόσει τη στάση της σχετικά με τα δημόσια οικονομικά της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Μέχρι στιγμής, η στρατηγική της Γερμανίας έδωσε έμφαση στη μείωση του ελλείμματος, με βάση τη θεωρία ότι οι χώρες που δανείζονται λιγότερο θα συσσωρεύουν λιγότερα χρέη σε μακροπρόθεσμη βάση. Αλλά επειδή η μείωση του ελλείμματος κρατά μια οικονομία μακριά από την ανάπτυξη, μπορεί να χάσει τον στόχο. Κατά το παρελθόν έτος, η ευρωζώνη έχει πράγματι μειώσει δραστικά τα ελλείμματα, αλλά ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ έχει επιδεινωθεί. Η Γερμανία θα πρέπει να αποδεχθεί ότι τα επιθετικά προγράμματα λιτότητας δεν είναι ούτε πολιτικά βιώσιμα ούτε έξυπνα από οικονομικής απόψεως. Για να πάρει τον έλεγχο του χρέους της, μια χώρα πρέπει να επιτεθεί άμεσα στο ίδιο της το χρέος.