Διαχρονικές αρχές βυζαντινής στρατηγικής και τακτικής | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Διαχρονικές αρχές βυζαντινής στρατηγικής και τακτικής

Με έμφαση στο έργο Τακτικά του Λέοντος Στ΄ του Σοφού

Η ευρύτερη σημασία των βιβλίων αυτών, κατά τη γνώμη μου, οφείλεται στο γεγονός ότι χρησιμοποιούν συστηματικά την ανθρώπινη ψυχολογία στην «καθημερινή μάχη για επιβίωση». Και ας μην απατώμεθα: ισχύει και εδώ το ρητό του Ηράκλειτου «Πόλεμος πάντων Πατήρ».

Δεύτερον, με διαφορετική έμφαση ο καθένας, οι συγγραφείς αυτών των πονημάτων τονίζουν ότι το έργο τους αποτελεί «ένα μέσο αυτοεκπαίδευσης [...] και όχι ένα δόγμα που μπορεί να χρησιμοποιείται ανεξέταστα στο πεδίο της μάχης». Συνακόλουθο αυτής της προτροπής είναι το γεγονός ότι, στις κρίσιμες ή απρόβλεπτες στιγμές μιας μάχης, ο στρατιωτικός ηγέτης πρέπει να συνδυάζει πνευματική προσαρμοστικότητα, γνώση του ανθρώπινου χαρακτήρα, γνώση των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων των δικών του ανθρώπων (και, ως εκ τούτου, να τους χρησιμοποιεί κατά τον τρόπο που αρμόζει στον καθέναν τους), προβλεπτικότητα αλλά και καλή πληροφόρηση.

Ως δάσκαλος, αισθάνομαι να με ενθουσιάζουν αυτού του είδους οι συμβουλές, οι οποίες με βάζουν στον πειρασμό να τις «δοκιμάσω» στο πεδίο της σύγχρονης καθημερινής ανταγωνιστικότητας και να κρίνω - τολμώ δε να διατυπώσω αμέσως και το συμπέρασμά μου- και να κατακρίνω τους σημερινούς αντιμαχόμενους πολιτικούς. Διότι στερούνται, σχεδόν κατά κανόνα, αυτών των αρετών, εφόσον στο μυαλό τους κυριαρχούν οι κομματικές ισορροπίες και τα επικοινωνιακά τεχνάσματα που οι καλοπληρωμένοι πολιτικοί κηφήνες -αναφέρομαι στους επικοινωνιολόγους- καθημερινά τούς βάζουν στο κεφάλι.

Πόσα από αυτά άραγε αναλογίστηκε, το καλοκαίρι του 2009, ο τότε πρωθυπουργός ή, έστω, τολμά να τα ξανασκεφτεί τώρα; Δεν θα ήταν άραγε διαφορετική η υστεροφημία του αν είχε κάνει τότε -όπως έπραξε στο Βουκουρέστι- ό,τι απαιτούσαν οι περιστάσεις, και όχι ό,τι του υπαγόρευσαν κάποιοι ως αναγκαίο για το οδεύον προς την καταστροφή κόμμα του;
Ένα σύγγραμμα έχει αξία εάν, με τη συνδρομή της φαντασίας του αναγνώστη του, μπορεί να προκαλεί διαχρονικά νέες σκέψεις, και όχι μόνο να δίνει πληροφορίες για το τι ίσχυε πριν από χίλια χρόνια. Το τονίζω αυτό διότι έτσι πρέπει ο αναγνώστης να αντιμετωπίσει και αυτό το βιβλίο, που είναι τόσο ικανό να τον οδηγήσει σε περαιτέρω συλλογισμούς.

Τελευταίο για τους παρόντες σκοπούς -αλλά και, για πολλούς αδαείς, παράδοξο ίσως- είναι το γεγονός ότι όλοι οι περί τα στρατιωτικά ασχολούμενοι, είτε είναι θεωρητικοί του πολέμου είτε είναι μάχιμοι, έχουν ως βασική αρχή «την αποφυγή ριψοκίνδυνων ενεργειών όταν δεν υπάρχει σημαντικός λόγος». Όπως παρατηρείται στα Τακτικά, «το να πολεμάει κανείς και να νικά σε όλες τις μάχες δεν είναι δείγμα μέγιστης ικανότητας. Η μεγίστη ικανότητα συνίσταται στην εξουδετέρωση της εχθρικής αντίστασης χωρίς μάχες».

Οι καλοί στρατιωτικοί δεν είναι, συνεπώς, φιλοπόλεμοι. Αν είναι όμως σοφοί, ετοιμάζονται -και πρέπει να ετοιμάζονται- για κάθε ενδεχόμενο, ακριβώς για να διασφαλίσουν την ειρήνη. Γι' αυτό και τα Τακτικά συνιστούν συνεχείς ασκήσεις, καλή γνώση της γεωγραφίας του εδάφους που πρέπει να προστατευθεί ή όπου θα γίνει μάχη, καθώς και συνεχή τήρηση ετοιμότητας και πειθαρχίας.

Όλες αυτές οι συνετές συμβουλές μπορεί να ωθήσουν τον σύγχρονο αναγνώστη να διερωτηθεί κατά πόσον η σύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία συνδυαζόμενη με την πολιτική αλαζονεία που δημιουργείται όταν μία μόνον κρατική δύναμη κυριαρχεί στον πλανήτη μπορούν να οδηγήσουν σε ασυλλόγιστους και άκαρπους υπερπόντιους πολέμους.

Εξέτασα αυτόν τον πειρασμό, τον οποίο δεν απέφυγε η Αμερική των δεκαετιών του 1990 και του 2000, στο βιβλίο μου «Μια Νέα Εξωτερική Πολιτική για την Ελλάδα» (εκδ. Α.Α. Λιβάνη, 2010) και αφήνω τους αναγνώστες να θαυμάσουν ξανά τις σκέψεις και συμβουλές σοφών ανθρώπων -Ελλήνων, προσθέτω- προτού φτάσουμε στο ατυχές σημείο να τους απαρνηθούμε και αυτούς στον βωμό του θνήσκοντος -ελπίζω- «νεωτεριστικού» κινήματος το οποίο τόσο υπονόμευσε «το υπερήφανο αίσθημα του ανήκειν» που κάποτε είχαμε σε αυτόν τον τόπο και που «πάλι με χρόνια και καιρούς, πάλι δικό μας θα 'ναι».

Όλες αυτές οι τελευταίες σκέψεις ουδόλως, βεβαίως, πρέπει να «χρεωθούν» στον κ. Κουράκη, ο οποίος μπορεί να τις συμμερίζεται, μπορεί όμως και όχι. Όπως ήδη σχολίασα, όμως, για μένα, η επιτυχία ενός βιβλίου ή μιας ομιλίας εξαρτάται εν πολλοίς από το αν μπορεί να προκαλέσει σοβαρό προβληματισμό και περαιτέρω σκέψεις στους αναγνώστες ή τους ακροατές. Το τονίζω με έμφαση αυτό, διότι, σε τελευταία ανάλυση, η σημασία ενός έργου, λογοτεχνικού ή καλλιτεχνικού, δεν εξαρτάται μόνον από το τι έγραψε, ζωγράφισε ή συνέθεσε ένας «δημιουργός», αλλά και από το πώς το αντιλήφθηκε το «ακροατήριό» του.

Κατά την άποψή μου, το ανά χείρας έργο επιτυγχάνει πλήρως ακόμη και σε αυτόν τον (έμμεσο) στόχο του.

[Το ανωτέρω κείμενο αποτελεί προσαρμογή από τον πρόλογο του βιβλίου].

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/#!/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr