Μελετώντας τον Πούτιν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Μελετώντας τον Πούτιν

Το πνεύμα και το κράτος του προέδρου της Ρωσίας

Πάνω απ’ όλα ο Πούτιν εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που σε κάθε στάδιο της ζωής και της σταδιοδρομίας του διατηρούσε έναν σεβασμό προς τους θεσμούς, όχι ιδεολογία, και μια εμμονή με την ιδέα ότι μια μέρα θα μπορούσε να ελέγχει τους πραγματικούς μοχλούς εξουσίας, που βρίσκονται πίσω από τους θεσμούς. Όμως, ο ίδιος είπε στους βιογράφους του για το βιβλίο First Person, «πιο πολύ μου προκαλούσε κατάπληξη το πώς μια μικρή δύναμη, ένα μόνο άτομο, στην πράξη μπορεί να ολοκληρώσει ένα έργο στο οποίο έχει αποτύχει ένας ολόκληρος στρατός. ... Ένας και μόνος αξιωματικός των μυστικών υπηρεσιών θα μπορούσε να κυβερνήσει τη μοίρα χιλιάδων ανθρώπων».

Καθώς ο Πούτιν σταδιακά συγκροτούσε αυτήν την εξουσία στα πρώτα χρόνια της θητείας του, η διακυβέρνησή του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα είδος αυταρχικού εκσυγχρονισμού. Με την καθοδήγηση των δύο οικονομικών συμβούλων του, Αλεξέι Κουντρίν και Γκέρμαν Γκρεφ, προώθησε την ψήφιση σειράς νόμων για την ιδιοκτησία γης, την απελευθέρωση των τιμών και τη φορολογική μεταρρύθμιση, που όλοι μαζί συνέστησαν το μέτρο προβλεψιμότητας για την οικονομία της χώρας και άνοιξαν τον δρόμο για τα χρόνια της ανάπτυξης που ακολούθησαν. Ανάμεσα στο 1999 και το 2008, το ΑΕΠ της Ρωσίας αυξήθηκε κατά 7% ετησίως, δηλαδή ποσοστό μεγαλύτερο από εκείνο που γνώρισε η χώρα στη διάρκεια της σταλινικής περιόδου με την ταχεία εκβιομηχάνιση.

Αυτού του είδους η οικονομική ανάπτυξη σχετίζεται ασφαλώς με τα κέρδη από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αλλά και με τον ίδιον τον Πούτιν. Πολύ γρήγορα, όμως, η οικονομική ανάκαμψη συνδέθηκε άρρηκτα με την προεδρία Πούτιν. Στα πρώτα χρόνια, ο ενθουσιασμός για την ανάκαμψη της χώρας ήταν μεταδοτικός και ο απόηχος συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Όπως είπε στον Ρόξμπουργκ ο Μιχαήλ Κασιάνοφ, ο πρώην πρωθυπουργός που αποπέμφθηκε από τον Πούτιν το 2004 και στη συνέχεια στρατεύθηκε στην αντιπολίτευση, «είχα την αίσθηση ότι ο Πούτιν κι εγώ ήμαστε σύμμαχοι και ότι οικοδομούσαμε -όχι χωρίς λάθη- ένα δημοκρατικό κράτος με οικονομία της αγοράς».

Όμως, καθώς αργοκυλούσε η θητεία του ως προέδρου, ο Πούτιν υπέκυψε στην παρόρμηση να παγιώσει την εξουσία του και να απαλλαγεί από δυνητικούς αντιπάλους. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου σύντομα πλημμύρισαν τη Ρωσία με νεόκοπο πλούτο, περιβάλλοντας τον ίδιον και τους συμμάχους του στο Κρεμλίνο με εμπιστοσύνη αλλά και με κάθε δικαιολογία για λήξη της περιόδου των μεταρρυθμίσεων. Τότε άρχισαν να σφίγγουν τα λουριά: η σύλληψη του Μιχαήλ Χοντορκόφσκι, του πολυεκατομμυριούχου πρώην επικεφαλής της πετρελαϊκής εταιρείας Yukos, η κατάργηση των άμεσων εκλογών κυβερνητών στις επαρχίες, η καθιέρωση κατώτατου ορίου για την είσοδο κομμάτων στο κοινοβούλιο, κλπ. Η προκύψασα πολιτική τάξη, στον βαθμό που είναι δυνατόν να κατηγοριοποιηθεί, χαρακτηρίστηκε «ηγεμονική» ή «ελεγχόμενη» δημοκρατία από τον Βλαντισλάβ Σουρκόφ, τον υπεύθυνο στρατηγικού σχεδιασμού του Πούτιν (ένα πρόσωπο που επιδεικτικά απουσιάζει από τις σελίδες του βιβλίου της Γκέσεν). Εν ολίγοις, όπως αναφέρει ο Ρόξμπουργκ, ο Πούτιν «πίστευε ότι στην καρδιά της ρωσικής παθογένειας βρίσκεται η έλλειψη κεντρικού ελέγχου». Κι αυτό ακριβώς έβαλε ως στόχο να διορθώσει.

ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΠΟΥΤΙΝ

Για τον Πούτιν και τους πρώην συναδέλφους του των υπηρεσιών ασφαλείας, που απέκτησαν εξουσία στη διάρκεια της θητείας του, τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία και οι συνωμοσίες είναι πανταχού παρούσες. Είναι κωμικό αλλά ο Πούτιν φαίνεται πράγματι να πιστεύει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Μπους διέταξε ο ίδιος την απόλυση του Νταν Ράδερ από το CBS το 2006 και ότι οι ΗΠΑ επίτηδες εξήγαγαν στη Ρωσία κακής ποιότητας πουλερικά. Πιο πρόσφατα, και πιο σοβαρά, ο Πούτιν αδυνατεί να κατανοήσει ότι οι μαζικές διαδηλώσεις του περασμένου χειμώνα δεν ήταν μια οργανωμένη, δυσοίωνη σκευωρία, αλλά η εκδήλωση της οργής της μεσαίας τάξης κατά της διακυβέρνησής του.

Το αποκαλυπτικό μέρος του βιβλίου The Strongman, βρίσκει τον Ρόξμπουργκ στη Ρωσία ως σύμβουλο της Ketchum, της διεθνούς εταιρείας δημοσίων σχέσεων, που το Κρεμλίνο προσέλαβε το 2006 για να διαχειριστεί την εικόνα του στο εξωτερικό. Αναφερόμενος στους υψηλά ιστάμενους Ρώσους αξιωματούχους με τους οποίους ήρθε σε επαφή, ο Ρόξμπουργκ τους παρουσιάζει σαν μια κλίκα φιλύποπτων ανθρώπων, οι οποίοι πιστεύουν ότι οι πάντες και τα πάντα είναι δυνατόν να χειραγωγηθούν, ότι ένα ευνοϊκό δημοσίευμα στη Wall Street Journal έχει ασφαλώς μια τιμή, και ότι, όπως θυμάται ο Ρόξμπουργκ, η Ketchum θα πρέπει απλώς να «χρησιμοποιήσει το σύνολο των μέσων [της] για να βελτιώσει την κάλυψη». Όπως γράφει ο Ρόξμπουργκ, «δεν είχα ιδέα τι εννοούσαν».

Ωστόσο, τόσο ο Ρόξμπουργκ όσο και η Γκέσεν συγχέουν το πάθος του Πούτιν για απόλυτη, αποτελεσματική εξουσία με την αποκλειστική ιδιοκτησία της. Και οι δύο συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ο Πούτιν έχει στη διάρκεια της βασιλείας του ασκήσει παντοδύναμο έλεγχο σχεδόν σε κάθε στιγμή της ρωσικής πολιτικής ζωής. Όμως, εδώ γίνεται μια σύγχυση με τον τρόπο οργάνωσης του κράτους. Η φημισμένη «κάθετη εξουσία» του Πούτιν δεν είναι τόσο ένα καλολαδωμένο αυταρχικό σύστημα, όσο ένα είδος σύμβασης. Σε αντάλλαγμα της αφοσίωσης, συχνά με τη μορφή της ψήφου ή με άλλες μορφές υποστήριξης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, οι αξιωματούχοι της γραφειοκρατικά ιεραρχημένης αλυσίδας (από τους περιφερειακούς κυβερνήτες μέχρι τους τοπικούς αρχηγούς της αστυνομίας) μπορούν να διαφεντεύουν τα φέουδά τους όπως αυτοί νομίζουν, εισπράττοντας μισθώματα και βάζοντας στην τσέπη εκατομμύρια ή επιτρέποντας στις καταχρήσεις να ευδοκιμούν. Η Τσετσενία, υπό τον σημερινό πρόεδρό της Ραμζάν Καντίροφ, προσφέρει το πιο ακραίο παράδειγμα αυτής της σύμβασης ενός μικρο-κράτους, με τη δική του εκδοχή για τη σαρία και την τσετσενική παράδοση. Όπως δήλωσε ο Καντίροφ το 2009 σε ρωσική εφημερίδα, «είμαι ψυχή τε και σώματι ο άνθρωπος του Βλαντιμίρ Πούτιν. Δεν πρόκειται να τον προδώσω ποτέ. Δεν θα τον εγκαταλείψω. Ορκίζομαι στον Παντοδύναμο. Καλύτερα να πεθάνω είκοσι φορές».