Η Ονδούρα στον λάθος δρόμο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η Ονδούρα στον λάθος δρόμο

Οι ΗΠΑ έκαναν την Τεγκουσιγκάλπα όργανό και υπονόμευσαν την επιρροή τους
Περίληψη: 

Από τον Ιούνιο του 2009, οπότε έγινε και το στρατιωτικό πραξικόπημα, η βία και οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν πληθύνει στην Ονδούρα. Κατά κάποιο τρόπο, η Ουάσιγκτον είναι υπεύθυνη για αυτή τη θλιβερή στροφή με την υποστήριξή της προς τους ηγέτες της χώρας και την αποστολή περισσότερης στρατιωτικής βοήθειας. Η διόρθωση του προβλήματος θα είναι δύσκολη, αλλά είναι εφικτή.

Η DANA FRANK είναι καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στη Σάντα Κρουζ.

Η Ονδούρα γίνεται διαβόητη. Η χώρα έχει πλέον το υψηλότερο ποσοστό δολοφονιών στον κόσμο. Το 2011, περισσότεροι άνθρωποι σκοτώθηκαν κατ΄αναλογίαν στο βιομηχανικό κέντρο του Σαν Πέδρο Σούλα από ό, τι στην Σιουδάδ Χουάρες του Μεξικού, όπου μαίνεται ο πόλεμος των ναρκωτικών στα σύνορα με τις ΗΠΑ. Επίσης, έχει γίνει ένα από τα πιο επικίνδυνα μέρη για να είναι κανείς δημοσιογράφος: Τουλάχιστον 23 δημοσιογράφοι έχουν σκοτωθεί τα τελευταία τρία χρόνια. Και σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, το 60% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες φτώχειας, μια στατιστική που προσομοιάζει στο δυτικό ημισφαίριο μόνο με της Αϊτής.

Δεν είναι δύσκολο να εντοπιστούν οι πηγές του προβλήματος. Μια χούφτα εδραιωμένες οικογενειακές ελίτ ελέγχουν την κυβέρνηση στην Τεγκουσιγκάλπα. Ποτέ δεν ήταν εντελώς καθαρές εξαρχής, αλλά το στρατιωτικό πραξικόπημα του Ιουνίου του 2009 που ανέτρεψε τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο της Ονδούρας Μανουέλ Σελάγια, άνοιξε διάπλατα τις πόρτες και τώρα η κυβέρνηση είναι διεφθαρμένη από την κορφή ως τα νύχια. Το δικαστικό σύστημα είναι διαλυμένο. Σύμφωνα με τον Μάρβιν Πόντσε, τον αντιπρόεδρο του Κογκρέσου της Ονδούρας, το 40% της αστυνομίας της χώρας εμπλέκεται στο οργανωμένο έγκλημα.

Όταν ο Ρομπέρτο Μιτσελέτι ανέλαβε ως de facto πρόεδρος, αντιμετώπισε τεράστια αντίσταση. Ο Μιτσελέτι και ο διάδοχός του την αντιμετώπισαν με σιδηρά πυγμή. Από τις αρχές του 2010, υπήρξαν πάνω από 10.000 καταγγελίες για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις δυνάμεις της κρατικής ασφάλειας, σύμφωνα με την «Επιτροπή των Οικογενειών των Κρατουμένων και των Εξαφανισμένων της Ονδούρας», την κορυφαία ομάδα της χώρας για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ως αρχηγός της αστυνομίας στην Σαν Πέδρο Σούλα, ο Χέκτορ Ιβάν Μεχία επέβλεψε την ρίψη δακρυγόνων σε μια διαδήλωση της αντιπολίτευσης στις 15 Σεπτεμβρίου 2010, όταν οι δυνάμεις ασφαλείας εισέβαλαν σε έναν ραδιοφωνικό σταθμό της αντιπολίτευσης και απείλησαν το προσωπικό του. Σήμερα, υπηρετεί ως εκπρόσωπος της αστυνομίας της Ονδούρας.

Από πολλές απόψεις, η Ουάσιγκτον είναι υπεύθυνη για αυτή την θλιβερή στροφή. Από τις πρώτες μέρες του πραξικοπήματος, οι Ηνωμένες Πολιτείες έλαβαν κακές αποφάσεις. Η κυβέρνηση Ομπάμα ήταν πρόθυμη να ονομάσει πραξικόπημα την ανατροπή του Σελάγια, αλλά αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει τον όρο «στρατιωτικό πραξικόπημα», κάτι που θα είχε ως νομικό αποτέλεσμα την διακοπή όλης της στρατιωτικής και αστυνομικής βοήθειας. Αντ' αυτού, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα και η υπουργός Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον νομιμοποίησαν τον Μιτσελέτι ως ισότιμο εταίρο στις διαπραγματεύσεις. Ποτέ δεν κατήγγειλαν την καταστολή που ακολούθησε.

Τον Νοέμβριο του 2009, έγιναν προεδρικές εκλογές υπό τον Μιτσελέτι. Οι περισσότεροι από την αντιπολίτευση τις μποϊκόταραν επειδή ήταν αδύνατο να κάνουν ελεύθερα προεκλογική εκστρατεία και η εκλογική διαδικασία ελεγχόταν από τον ίδιο στρατό που είχε διαπράξει το πραξικόπημα. Οι διεθνείς παρατηρητές, συμπεριλαμβανομένου του Κέντρου Κάρτερ και των Ηνωμένων Εθνών, συμφώνησαν και αρνήθηκαν να παρακολουθήσουν την ψηφοφορία. Ο Πορφύριο Λόμπο Σόσα (γνωστός ως Πέπε Λόμπο), από την παραδοσιακή ελίτ που κυβερνά, διεκδίκησε το 56% των ψήφων, αλλά οι περισσότερες χώρες του ημισφαιρίου αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν επισήμως τη νίκη του. Παρ' όλα αυτά, η Ουάσιγκτον εξήρε την εκλογή του και προχώρησε στο να αποκαλέσει την κυβέρνηση Λόμπο ως μια «κυβέρνηση εθνικής συμφιλίωσης».

Ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό. Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Λόμπο επαναδιόρισε πολλά από τα πρόσωπα που είχαν διαπράξει το πραξικόπημα. Υπάρχουν λόγοι να πιστεύουμε ότι πολλοί ανώτατοι αξιωματούχοι στην κυβέρνησή του είναι στενά συνδεδεμένοι με το λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Ο υπουργός Άμυνας της Ονδούρας Μάρλον Πάσκουα είχε μιλήσει για «ναρκω-δικαστές» και «ναρκω-βουλευτές» που διοικούν καρτέλ. Ο Αλφρέντο Λανταβέρντε, πρώην βουλευτής και επίτροπος της αστυνομίας, δήλωσε ότι το 10% του Κογκρέσου της Ονδούρας και «μείζονα εθνικά και πολιτικά πρόσωπα» είχαν εμπλακεί σε εμπόριο ναρκωτικών. Δολοφονήθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο.

Ανεξάρτητα από αυτά, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ έχει βαθύνει τη σχέση του με τον Λόμπο, ενισχύοντας την κυβέρνησή του με μια επεκτεινόμενη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Ονδούρα και με την υπογραφή ενός νέου συμφώνου ασφαλείας τον περασμένο μήνα. Η αμερικανική στρατιωτική χρηματοδότηση, μετά από μια αρχική μείωση αμέσως μετά το πραξικόπημα, αυξάνεται κάθε χρόνο από τότε. Η Ουάσινγκτον θα στείλει περισσότερα από 50 εκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτική βοήθεια στην Τεγκουσιγκάλπα φέτος, ένα μεγάλο μέρος της ως τμήμα της Περιφερειακής Πρωτοβουλίας Ασφάλειας Κεντρικής Αμερικής που έχει «προίκα» 200 εκατομμύρια δολάρια. Το Πεντάγωνο δαπανά 24 εκατομμύρια δολάρια περισσότερα για να κάνει μόνιμους τους στρατώνες του στην Αεροπορική Βάση στο Σότο Κάνο. Η Ουάσιγκτον δικαιολογεί αυτή την κλιμάκωση στο όνομα του πολέμου κατά των ναρκωτικών, αν και τελικά αρχίζει να αναγνωρίζει το πρόβλημα.

Η κατάσταση ανακαλεί κακές αναμνήσεις από άλλες εμπλοκές των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική. Η Ουάσιγκτον έχει μια σκοτεινή προϊστορία στην υποστήριξη στρατιωτικών πραξικοπημάτων εναντίον δημοκρατικών κυβερνήσεων και στη συνέχεια στην διοχέτευση χρημάτων σε καταπιεστικά καθεστώτα. Το 1964, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στη Βραζιλία. Το 1973, υποστήριξαν ένα στρατιωτικό πραξικόπημα με επικεφαλής τον Αουγκούστο Πινοσέτ στη Χιλή. Και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, έδωσαν εκατομμύρια δολάρια στους ηγέτες του Ελ Σαλβαδόρ. Όλες αυτές οι υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ κυβερνήσεις κυβέρνησαν με τεράστια βαναυσότητα. Στην Ονδούρα σήμερα, τα χέρια των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ήδη βρώμικα: Μια κακότεχνη επιδρομή για ναρκωτικά στην περιοχή Moskitia στις 11 Μαΐου, που διενεργήθηκε από πράκτορες της Δίωξης Ναρκωτικών των ΗΠΑ και των δυνάμεων ασφαλείας της Ονδούρας, άφησε τέσσερις απλούς πολίτες νεκρούς, εκ των οποίων δύο ήταν έγκυες γυναίκες.