Οικονομική κατασκοπεία από την Κίνα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οικονομική κατασκοπεία από την Κίνα

Γιατί απέδιδε στο παρελθόν αλλά δεν θα λειτουργήσει στο μέλλον
Περίληψη: 

Ο Ντενγκ Ξιαοπίνγκ προώθησε την άνοδο της Κίνας μεταρρυθμίζοντας την οικονομίας της και πραγματοποιώντας το άνοιγμα της χώρας στη Δύση. Με αυτό το άνοιγμα, όμως, ήρθε ένα μακρόχρονο, επιχορηγούμενο από το κράτος πρόγραμμα κατασκοπείας με σκοπό την απόκτηση προηγμένων τεχνολογιών και την επιτάχυνση της ανάπτυξης των πολιτικών και στρατιωτικών βιομηχανιών του Πεκίνου. Αλλά αυτά που θεωρούνταν ανεκτά για μια αναπτυσσόμενη οικονομία δεν είναι πλέον αποδεκτά όταν πρόκειται για έναν πιθανό στρατιωτικό αντίπαλο.

Ο JAMES A. LEWIS είναι βασικός συνεργάτης στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών.

Ο Μάο Τσε Τουνγκ πίστευε ότι ο ζήλος για την επανάσταση θα μπορούσε να υπερνικήσει την τεχνολογική καθυστέρηση. Αλλά, όταν ανέλαβαν την εξουσία στο Πεκίνο πιο ρεαλιστές ηγέτες, διαπίστωσαν ότι η Κίνα είχε μείνει πολύ πίσω από τη Δύση, κινδυνεύοντας να βρίσκεται μόνιμα σε καθεστώς δεύτερης κατηγορίας.

Ο διάδοχος του Μάο, Ντενγκ Ξιαοπίνγκ, προώθησε την άνοδο της Κίνας μεταρρυθμίζοντας την οικονομία και πραγματοποιώντας το άνοιγμα της χώρας στη Δύση. Με αυτό το άνοιγμα, όμως, ήρθε ένα μακρόχρονο, επιχορηγούμενο από το κράτος πρόγραμμα κατασκοπείας με σκοπό την απόκτηση προηγμένων τεχνολογιών και την επιτάχυνση της ανάπτυξης των πολιτικών και στρατιωτικών βιομηχανιών της Κίνας. Όταν δυτικές εταιρείες πήγαν αρχικά στην Κίνα, πίστευαν ότι η ζημία από την κατασκοπεία ήταν ανεκτή, σαν ένα μέρος του κόστους της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην ταχύτερα αναπτυσσόμενη αγορά στον κόσμο, και ότι θα μπορούσαν να «τρέξουν πιο γρήγορα» για να δημιουργήσουν νέες τεχνολογίες, ελαχιστοποιώντας έτσι τις τυχόν απώλειες. Αλλά, αυτά που ήταν ανεκτά όταν η Κίνα ήταν μια αναπτυσσόμενη οικονομία δεν είναι πλέον αποδεκτά όταν πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο και έναν πιθανό στρατιωτικό αντίπαλο.

Η Κίνα δεν είναι η μόνη χώρα που χρησιμοποιεί την οικονομική κατασκοπεία, αλλά είναι η πιο επιθετική. Σε βασικούς κλάδους - τηλεπικοινωνίες, αεροδιαστημική, ενέργεια και άμυνα - η στρατηγική λειτούργησε καλά. Τώρα, η νέα κινεζική ηγεσία κινδυνεύει να δει την πρόοδο από την κατασκοπεία να υποσκάπτει τόσο τη διεθνή θέση της χώρας όσο και την προσπάθεια για εγχώρια καινοτομία.

ΠΩΣ ΤΟ ΚΑΝΟΥΝ

Οι προσπάθειες της Κίνας συνδυάζουν τα επίσημα προγράμματα συλλογής πληροφοριών με τις προσπάθειες ιδιωτών, επιχειρήσεων και δημόσιων υπηρεσιών. Αυτό αντικατοπτρίζει την γενική προσέγγιση της Κίνας σχετικά με την συλλογή πληροφοριών από το εξωτερικό: αντί να βασίζεται σε αξιωματικούς υπό επίσημη κάλυψη, η Κίνα χρησιμοποιεί επιχειρηματίες, ερευνητές και φοιτητές για να συγκεντρώνουν πληροφορίες. Οι στόχοι περιλαμβάνουν συμβάσεις, συγχωνεύσεις, σχέδια εξαγορών και κυρίως τεχνολογία.

Υπάρχουν δεκάδες τέτοιες περιπτώσεις. Οι προσπάθειες είναι τολμηρές και φιλόδοξες – κάποτε ένα μόνο πρόγραμμα στόχευσε δεκάδες εταιρείες, ξένες κυβερνήσεις και ακτιβιστές του Θιβέτ. Η Google έχασε τεχνολογίες αναζήτησης οι οποίες βοήθησαν την κινεζική ανταγωνίστριά της. Για πολλά χρόνια οι Κινέζοι κατάσκοποι έμπαιναν στα δίκτυα της Nortel για να συλλέξουν δεδομένα, μέχρι που η εταιρεία έκλεισε. Οι κατάσκοποι έκαναν υποκλοπές σε αμερικανικά πυρηνικά εργαστήρια και μυστικά ερευνητικά κέντρα. Όταν η Γερμανία συνέβαλε στην κατασκευή τρένων υψηλής ταχύτητας στην Κίνα, ανακάλυψε ότι ο δικός της σχεδιασμός απερρίφθη προς όφελος ενός άλλου, σχεδόν πανομοιότυπου αλλά κινεζικής καταγωγής. Η Coca- Cola, ενώ σχεδίαζε να αποκτήσει μια κινεζική εταιρεία, ξαφνικά είδε τα δίκτυα της να παραβιάζονται με σκοπό την υποκλοπή πληροφοριών, κάτι το οποίο ο επικεφαλής της ΜΙ5 της Βρετανίας ονομάζει «συνήθη επιχειρηματική πρακτική» για το Πεκίνο. Όλα αυτά σε μια χώρα η οποία έχει δαπανήσει δισεκατομμύρια για τον έλεγχο του ίντερνετ.

Οι εταιρείες που πέφτουν θύματα αυτών των πρακτικών συχνά αποκρύπτουν τις απώλειές τους: πολλές δεν γνωρίζουν καν τι ακριβώς έχει υποκλαπεί. Οι εκτιμήσεις των ζημιών των επιχειρήσεων από την κατασκοπεία φθάνουν ως και το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια, αλλά ο υπολογισμός βασίζεται σε εικασίες και κακά μαθηματικά. Όποια κι αν είναι η χρηματική ζημιά, η οικονομική κατασκοπεία αλλάζει τους όρους της δέσμευσης υπέρ της Κίνας και επιταχύνει διαφορετικά προγράμματα όπως τα μαχητικά αεροπλάνα τεχνολογίας stealth (σ.σ.: δηλαδή αεροσκάφη που αφήνουν μικρό ή καθόλου ίχνος στα ραντάρ) ή τα ανταλλακτικά των αυτοκινήτων.

Όσο σοβαρό κι αν είναι το ζήτημα, δεν αποτελεί μια ζωτική απειλή ή έναν «αργό και βασανιστικό θάνατο» για τις χώρες που υφίστανται την οικονομική κατασκοπεία. Για να χρησιμοποιήσουν την κλεμμένη τεχνολογία, πρέπει οι πληροφορίες να μεταφραστούν με ακρίβεια από τα αγγλικά στα κινέζικα (κάτι που δεν είναι εύκολο), να δοθούν σε κάποιον που διαθέτει τις απαραίτητες ικανότητες και να υπάρχει μια βιομηχανία έτοιμη να τις αξιοποιήσει. Στην Κίνα υπήρξε μια καθυστέρηση μεταξύ της επιτυχούς εξασφάλισης πληροφοριών μέσω της κατασκοπείας και της παραγωγής προϊόντων, τόσο στρατιωτικών όσο και πολιτικών. Μια τάση που προβληματίζει είναι ότι ο χρόνος που χρειάζεται για να μετατραπεί η κλεμμένη τεχνολογία σε προϊόν μειώνεται καθώς η ικανότητα της Κίνας να απορροφά και να αξιοποιεί την τεχνολογία βελτιώνεται.

Η κατασκοπεία είναι ένας δρόμος διπλής κατεύθυνσης. Η Ουάσινγκτον κατασκοπεύει την Κίνα, αλλά δεν κλέβει τεχνολογία. Παρά τα όσα πιστεύουν οι Κινέζοι, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι η μόνη χώρα που διαμαρτύρεται. Η καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ (μαζί με τον αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα) έθεσε το ζήτημα της κατασκοπείας στον πρόεδρο της Κίνας Χου Ζιντάο. Οι υπηρεσίες ασφαλείας της Βρετανίας, της Γαλλίας της Γερμανίας, του Καναδά, της Ιαπωνίας, της Ινδίας και της Αυστραλίας έχουν όλες προειδοποιήσει τις εταιρείες τους και τους ερευνητές τους σχετικά με τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει η Κίνα. Η έκθεση της Εθνικής Εκτελεστικής Αντικατασκοπείας προς το Κογκρέσο, το 2011, σχετικά με τη βιομηχανική κατασκοπεία ονόμασε ανοιχτά την Κίνα (όπως επίσης και τη Ρωσία) ως τις κορυφαίες απειλές για την οικονομική κατασκοπεία, τονίζοντας ότι από τις εφτά περιπτώσεις που εκδικάστηκαν το 2010 στο πλαίσιο του Νόμου περί Οικονομικής Κατασκοπείας του 1996, στις έξι είχε εμπλακεί η Κίνα.