Η τζιχάντ έρχεται στην Κένυα | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η τζιχάντ έρχεται στην Κένυα

Συνέντευξη με έναν μαχητή

Η ιστορία για το πώς ντόπιοι μουσουλμάνοι Κενυάτες, όπως ο Χασάν εντάχθηκαν στην αλ Σαμπάαμπ ξεκινά από την ανάπτυξη πολλών σαλαφιστικών θρησκευτικών ιδρυμάτων της Σαουδικής Αραβίας στην ανατολική Αφρική, στα μέσα του περασμένου αιώνα. Οι θύλακες αυξήθηκαν στο Σουδάν και τη Σομαλία, όπου η μουσουλμανική πλειοψηφία του πληθυσμού μαράζωνε κάτω από δικτατορικά καθεστώτα. Με τη σειρά τους, οι χώρες αυτές έγιναν κέντρα διδασκαλίας του σαλαφισμού, ιδίως με το Σουδάν να γίνεται ένας δημοφιλής προορισμός για κενυάτες Σούφι σεΐχηδες που αναζητούσαν εκπαίδευση. Πολλοί επέστρεψαν στην πατρίδα τους ως σαλαφίτες.

Με την πτώση του καθεστώτος του Σιάντ Μπαρέ το 1991 και το παρεπόμενο χάος στη Σομαλία, δεκάδες (σύμφωνα με κάποιες αφηγήσεις) υψηλού επιπέδου σαλαφίτες πλημμύρισαν την Κένυα ως πρόσφυγες. Πολύ πριν αρχίσουν να στρατολογούν ντόπιους μουσουλμάνους Κενυάτες, άρχισαν να ανοίγουν δρόμο προς τα κέντρα της θρησκευτικής εξουσίας και επιρροής μεταξύ της ομογένειας της Σομαλίας. Οι Σομαλοί σαλαφίτες «ήρθαν εδώ και άρχισαν να καταλαμβάνουν πολλά από τα υπάρχοντα τζαμιά», είπε ο Σάαντ Καραλάχ, ένας ανώτερος υπάλληλος του Ανώτατου Συμβουλίου των Μουσουλμάνων της Κένυας (SUPKEM), μια κυρίως Σούφι οργάνωση που εκπροσωπεί πολλούς από τους μουσουλμάνους της χώρας. «Τους είπαμε, "Φτιάξτε το δικό σας", αλλά ήθελαν να καταλάβουν τα δικά μας ιδρύματα και να κατηχούν τα μέλη μας».

Βέβαια, η Σαουδική Αραβία χρηματοδότησε επίσης κάποια νέα ιδρύματα σαλαφιτών στην Κένυα. Ένα από τα πρώτα ήταν το ισλαμικό κέντρο Κισάουνι, στη Μομπάσα, που ιδρύθηκε στη δεκαετία του 1970. Εκεί ήταν που ένας επίδοξος ιμάμης, ο Αμούντ Ρογκό, εκπαιδεύτηκε στην δεκαετία του 1980. Κατά την επόμενη δεκαετία, ο ίδιος καθιερώθηκε ως ένας από τους κύριους σαλαφίτες κήρυκες της Κένυας και από τη δεκαετία του 1990 είχε αναπτύξει δεσμούς με τζιχαντιστές σε όλο τον κόσμο. Ακόμα κι έτσι, είχε σχετικά λίγους ντόπιους οπαδούς.

Ένας από τους πιο χαρισματικούς μαθητές του Ρογκό ήταν ένας Κενυάτης που ονομάζεται Αχμέντ Αλί Ιμάν, ο οποίος εκπαιδευόταν με τον Ρογκό στην δεκαετία του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Αυτά τα χρόνια, οι ισλαμιστές στη Σομαλία είχαν αρχίσει να έχουν νίκες ενάντια στην υποστηριζόμενη από τη Δύση μεταβατική κυβέρνηση εκεί και ο Ρογκό βρήκε μια ευκαιρία: Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις επιτυχίες των ισλαμιστών για να κινητοποιήσει μια βίαιη παν-ισλαμική απάντηση σε όλες τις δυτικές υποδουλώσεις των μουσουλμάνων.

Έτσι, ο Αλί έβγαλε τον αγώνα του Ρογκό στους δρόμους του Μαντζένγκο. Αντί να χτίσει ένα νέο δίκτυο χρηματοδότησης και στρατολογήσεων από το μηδέν, ανέλαβε τον έλεγχο ενός υπάρχοντος. Ο Αλί έστρεψε την προσοχή του σε ένα από τα παλαιότερα ισλαμικά ιδρύματα της χώρας, την Επιτροπή Τζαμιών Pumwani Riyadha (PRMC), η οποία δεν είχε σαλαφική ή τζιχαντική κλίση. Ο οργανισμός αυτός, με τις τεράστιες εκμεταλλεύσεις γης και τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της αγοράς μεταχειρισμένων ρούχων στη χώρα, ήταν ένας προσοδοφόρος στόχος.

Ο Αλί οργάνωσε σύντομα ένα πραξικόπημα ενάντια στην οργανωτική επιτροπή του τζαμιών κατηγορώντας την ως διεφθαρμένη και αντι-ισλαμική. Δημιούργησε επίσημα το δικό του όργανο στην θέση της παλιάς PRMC στο τέλος του 2008, ονομάζοντάς το «Μουσουλμανικό Κέντρο Νεότητας» (MYC). Χρησιμοποιώντας τις εκτεταμένες διασυνδέσεις του με την αλ Σαμπάαμπ στη Σομαλία, ο Ρογκό προσέφερε τις στρατιωτικές υπηρεσίες του Αλί και του MYC στους παραστρατιωτικούς και σε αυτό το σημείο μεγάλος αριθμός Κενυατών άρχισαν να εντάσσονται. Αυτό δεν πέρασε εντελώς απαρατήρητο: Μια έρευνα του ΟΗΕ για το MYC το 2011 υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τα μέλη της οργάνωσης άρχισαν να συμμετέχουν ανοιχτά στην στρατολόγηση για την αλ Σαμπάαμπ στην Κένυα και στην διευκόλυνση των ταξιδιών στη Σομαλία για την εκπαίδευση ατόμων και την διεξαγωγή τζιχάντ (σ.σ.: ιερού πολέμου) στη Σομαλία.

Το MYC πραγματοποίησε τις στρατολογικές του προσπάθειές συμπεριλαμβάνοντας φλογερές διαλέξεις στα Σουαχίλι και ένα έξυπνο εβδομαδιαίο ενημερωτικό δελτίο, το Αλ- Μισμπάχ, μπροστά στα μάτια των τοπικών και εθνικών υπηρεσιών ασφαλείας. Εκτός από την εξάπλωση της ιδεολογίας των σαλαφιτών, το MYC εκμεταλλεύθηκε τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι μουσουλμάνοι της Κένυας. Η Κένυα έχει ένα σοβαρό πρόβλημα ανεργίας - περίπου το 40% του πληθυσμού είναι άνεργο. Σύμφωνα με την USAID, η ανεργία στους νέους που έχουν αποφοιτήσει, είναι περίπου στο 75% και ο αριθμός εκτιμάται ότι είναι ακόμη υψηλότερος όσον αφορά τους μουσουλμάνους, οι οποίοι κατά βάση ζουν στα βορειοανατολικά, μία από τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές της χώρας. Στην Γκαρίσα, μια πόλη κυρίως μουσουλμανική που συνορεύει με τη Σομαλία, η ανεργία των νέων είναι στο εντυπωσιακό 90%. Το MYC και η αλ Σαμπάαμπ έχουν προσεγγίσει πολλούς από αυτούς που στερούνται πολιτικών δικαιωμάτων, προσφέροντας τακτικό μισθό 40.000 σελινιών Κένυας το μήνα (470 δολάρια , περίπου τέσσερις φορές τον εθνικό μισθολογικό μέσο όρο).

Για χρόνια, η κυβέρνηση της Κένυας δεν έκανε τίποτα για την στρατολόγηση της μουσουλμανικής νεολαίας στο MYC, παρά τις απελπισμένες διαμαρτυρίες γονέων των οποίων τα παιδιά είχαν προσληφθεί από τον Αλί. Οι τοπικοί σεΐχηδες επιμένουν ότι οι αρχές έκαναν τα στραβά μάτια επειδή πληρώθηκαν αδρά για αυτό. Αυτό είναι δύσκολο να αποδειχθεί, όμως, και οι Κενυάτες αξιωματούχοι το αρνούνται σθεναρά. Επίσης, η αλήθεια μπορεί να είναι ότι οι αρχές είδαν την αλ Σαμπάαμπ κυρίως ως πρόβλημα για την Σομαλία, δεδομένου ότι υπήρχε λίγη τρομοκρατική δραστηριότητα μεταξύ των Κενυατών εντός των συνόρων της χώρας.