"Σώζοντας το ευρώ, διαλύοντας την Ε.Ε." | Foreign Affairs - Hellenic Edition

"Σώζοντας το ευρώ, διαλύοντας την Ε.Ε."

Θα μπορούσε η βαθύτερη ενοποίηση της Ευρώπης να διώξει την Βρετανία;
Περίληψη: 

Η κατάρρευση της ευρωζώνης δεν φαίνεται πλέον πιθανή, χάρη στις αποφάσεις των μελών της να συντονίσουν τις δημοσιονομικές πολιτικές τους. Αλλά, αυτό είναι ακριβώς αυτή η στενότερη εναρμόνιση που έχει κάνει πολλούς ευρω-σκεπτικιστές Βρετανούς να θέλουν να εξαιρεθούν από την ΕΕ συνολικά.

Ο R. DANIEL KELEMEN είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και διευθυντής του Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Rutgers. Έχει συγγράψει το βιβλίο Eurolegalism: The Transformation of Law and Regulation in the European Union.

Σε ένα άρθρο που έγραψα τον περασμένο Μάιο [1], υποστήριξα ότι το μέλλον της Ευρώπης θα πρέπει να ορίζεται από ένα «νέο φυσιολογικό». Ο δρόμος προς την οικονομική ανάκαμψη θα είναι μακρύς και επίπονος, αλλά χάρη στην επιθετική παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των νέων ευρωπαϊκών δομών διακυβέρνησης που τέθηκαν σε εφαρμογή, η κατάρρευση της ευρωζώνης δεν αποτελεί πλέον έναν σοβαρό κίνδυνο. Οι Οίκοι Αξιολόγησης τώρα φαίνεται να συμφωνούν. Το έτος 2012 έκλεισε με την Standard & Poors να αναβαθμίζει την αξιολόγηση του ελληνικού δημοσίου χρέους. Την περασμένη εβδομάδα, η Fitch δήλωσε ότι το ενδεχόμενο για διάλυση της ευρωζώνης είναι πλέον «πολύ απίθανο». Αν και η ανεργία παραμένει σε επίπεδα ρεκόρ στην περιφέρεια της κοινής νομισματικής περιοχής και οι προοπτικές ανάπτυξης έχουν γίνει πιο αχνές για την Γερμανία και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα, υπάρχει μια αυξανόμενη συναίνεση ότι τα χειρότερα μπορεί να έχουν περάσει.

Αντί να διαλυθούν, όπως τόσοι πολλοί σκεπτικιστές είχαν προβλέψει, οι ευρωπαϊκές χώρες ανταποκρίθηκαν στην οικονομική κρίση λαμβάνοντας σημαντικά βήματα προς την εμβάθυνση της ολοκλήρωσης της. Οι ηγέτες της ηπείρου χάρισαν στα θεσμικά όργανα της ΕΕ μεγαλύτερο έλεγχο επί της δημοσιονομικής πολιτικής των κρατών μελών, επικύρωσαν ένα δημοσιονομικό σύμφωνο και κατέληξαν σε συμφωνία σχετικά με το περίγραμμα μιας Ένωσης Τραπεζών. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι, τόνισε τη δέσμευση της Τράπεζας να κάνει «ό, τι χρειάζεται» για να σώσει το κοινό νόμισμα.

Αλλά αυτή η σταδιακή εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μπορεί να έχει κάποιο κόστος: Δεν θέλουν και τα 27 κράτη-μέλη να είναι μέρος μιας στενότερης Ένωσης - λιγότερο από όλους το θέλει το Ηνωμένο Βασίλειο. Η συζήτηση για μια «Grexit» από το ευρώ έχει αντικατασταθεί από εκείνη για μια «Brexit» - μια βρετανική έξοδο - από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ευρωσκεπτικισμός στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει φτάσει σε ιστορικά ύψη. Το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο έχει αναλάβει τη δέσμευση να βγάλει το Λονδίνο από την ΕΕ, έχει ξεπεράσει τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες ως το τρίτο πιο δημοφιλές κόμμα. Πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των κατοίκων στην Βρετανία ευνοούν μια έξοδο. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον, αντιμετωπίζοντας τεράστια πίεση από τους ευρω-σκεπτικιστές νεαρούς βουλευτές στο ίδιο του το κόμμα, θα δώσει σύντομα μια σημαντική ομιλία σχετικά με τη σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι πιθανό να ζητήσει τον επαναπατρισμό των εξουσιών που έχουν παραχωρηθεί στην ΕΕ σε τομείς όπως η κοινωνική πολιτική, η απασχόληση και η δικαιοσύνη, και θα υποσχεθεί ένα εθνικό δημοψήφισμα για μια «νέα συμφωνία» με την Ευρώπη (σ.σ.: η ομιλία όντως εξεφωνήθη στις 23 Ιανουαρίου 2013 με αυτό το περιεχόμενο). Εν τω μεταξύ, πολλοί ηγέτες στην γηραιά ήπειρο έχουν κουραστεί από την αντι-ευρωπαϊκή ρητορική τού Κάμερον και τις απαιτήσεις του για την ειδική μεταχείριση και εξαιρέσεις.

Δεδομένου ότι η ΕΕ λαμβάνει μέτρα για να ενισχύσει την οικονομική και πολιτική ένωσή της, είναι πιθανό να οδηγήσει σε ένα βαθύτερο χάσμα μεταξύ του πυρήνα της ευρωζώνης και των κρατών μελών εκτός του κοινού νομίσματος που είναι απρόθυμα να συμμετάσχουν. Αξιωματούχοι στις Βρυξέλλες έχουν προτείνει ότι οι εντάσεις που θα προκληθούν από τον στενότερο συντονισμό στην κοινή νομισματική ζώνη μπορούν να αντιμετωπιστούν με την ανάπτυξη νέων μορφών αυτού που είναι γνωστό ως «ολοκλήρωση δύο ταχυτήτων» ή «πολλών ταχυτήτων», σύμφωνα με το οποίο ομάδες χωρών του πυρήνα θα προχωρήσουν σε βαθύτερη Ένωση σχετικά με ορισμένες πολιτικές, ενώ οι υπόλοιποι θα επιλέξουν να μείνουν απ’ έξω. Αν και αυτή η ευέλικτη προσέγγιση έχει λειτουργήσει στο παρελθόν, συμπεριλαμβάνοντας ακόμη και αυτήν την ίδια την δημιουργία της ευρωζώνης, υπάρχουν λόγοι να πιστεύουμε ότι μπορεί να είναι λιγότερο λειτουργική σήμερα, καθώς η ΕΕ κινείται προς μια άνευ προηγουμένου στενή οικονομική, δημοσιονομική και πολιτική Ένωση. Ευέλικτες, à la carte προσεγγίσεις δεν θα επιλύσουν από μόνες τους τις εντάσεις μεταξύ των χωρών που έχουν δεσμευτεί στην εμβάθυνση της Ένωσής τους και εκείνων που αρνούνται να πάρουν μέρος.

Το αρχικό άρθρο στις 18/5/2012

Η νέα κατάσταση στην Ευρώπη

Η Ελλάδα μπορεί να φύγει από το ευρώ αλλά η ευρωζώνη πρόκειται να επιζήσει

Τα προβλήματα της ευρωζώνης δεν θεωρούνται πλέον ως μια κρίση, μια κατάσταση αστάθειας που θα μπορούσε είτε να βελτιωθεί γρήγορα ή να κάνει μια δραματική στροφή προς το χειρότερο. Είναι, αντίθετα, η νέα φυσιολογική κατάσταση στην Ευρώπη - επώδυνη, σίγουρα, αλλά που θα διαρκέσει για τα επόμενα χρόνια. Οι πολίτες, οι επενδυτές και οι πολιτικοί θα πρέπει να ξεχάσουν την ιδέα ότι υπάρχει κάποια μαγική συνταγή που θα μπορούσε γρήγορα να θεραπεύσει τις ασθένειες της Ευρώπης. Με την ίδια λογική, παρά την πραγματική πιθανότητα μιας ελληνικής εξόδου, η ευρωζώνη δεν είναι στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το κοινό νόμισμα θα επιδείξουν συνοχή, αλλά ο δρόμος προς την ανάκαμψη θα είναι μακρύς.

Έχουν περάσει σχεδόν δυόμισι χρόνια από τότε που η νεοεκλεγείσα σοσιαλιστική κυβέρνηση στην Ελλάδα ανακάλυψε την έκταση στην οποία η προκάτοχός της είχε συσσωρεύσει χρέη, επισπεύδοντας μια οικονομική θύελλα που έχει αφήσει στο πέρασμά της περικεκομμένους προϋπολογισμούς, κυβερνήσεις υπό κατάρρευση και μια ανεργία ρεκόρ. Με κάθε δραματική καμπή της κρίσης, οι αναλυτές προέβλεπαν το ξεκαθάρισμα αυτής της ιστορίας. Αλλά επανειλημμένως, μια οριστική λύση - είτε μια σταθερή πολιτική είτε μια πλήρης κατάρρευση – δεν μπορούσε να αναδειχθεί.