"Σώζοντας το ευρώ, διαλύοντας την Ε.Ε." | Foreign Affairs - Hellenic Edition

"Σώζοντας το ευρώ, διαλύοντας την Ε.Ε."

Θα μπορούσε η βαθύτερη ενοποίηση της Ευρώπης να διώξει την Βρετανία;

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει γρήγορη απόδραση από την δύσκολη θέση που βρίσκεται η ευρωζώνη. Το διαζύγιο δεν είναι λύση. Αν και ορισμένοι οικονομολόγοι προτείνουν ότι οι προβληματικές χώρες της περιφέρειας θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν το ευρώ και να επιστρέψουν σε εθνικό νόμισμα προκειμένου να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα και να αποκατασταθεί η ανάπτυξη, καμία χώρα δεν θα εγκαταλείψει οικειοθελώς την ευρωζώνη. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με οικονομική αυτοκτονία. Το χρηματοπιστωτικό της σύστημα θα καταρρεύσει και οι επακόλουθες μαζικές αναλήψεις από τις τράπεζες και οι ταραχές θα κάνουν την σημερινή κοινωνική αναταραχή να φαίνεται σαν περίπατος. Επιπλέον, ακόμη και μετά από μερική χρεοκοπία, η κυβέρνηση της χώρας που θα βγει από το ευρώ και οι επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα θα εξακολουθούν να επιβαρύνονται με μεγάλο χρέος που είναι εκφρασμένο σε ευρώ. Καθώς η αξία του νέου εθνικού νομίσματος θα πέσει κατακόρυφα, το χρέος θα γίνει ανυπόφορο και η κυβέρνηση, που πλέον θα βρίσκεται έξω από το κλαμπ, δεν θα είναι σε θέση να στραφεί στην ευρωζώνη για βοήθεια.

Ορισμένοι οικονομολόγοι προχωρούν περαιτέρω και υποστηρίζουν ότι οι χώρες στην περιφέρεια της Ευρώπης θα μπορούσαν να αναπτυχθούν εκτός του μανδύα του ευρώ. Αυτό είναι εξίσου μη πειστικό. Οι οικονομίες των χωρών της νότιας Ευρώπης πάσχουν από βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα προγενέστερα του ευρώ. Τα ισπανικά ποσοστά ανεργίας κυμαίνονταν μεταξύ 15% και 22% στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1990. Η Ελλάδα ήταν σε κατάσταση χρεοκοπίας για το ήμισυ σχεδόν της ιστορίας της ως ανεξάρτητου κράτους. Οι χώρες αυτές είναι πολύ πιο πιθανό να αντιμετωπίσουν τα βαθύτερα προβλήματά τους και να ευδοκιμήσουν στο εσωτερικό της ευρωζώνης παρά έξω από αυτήν.

Άλλοι, έχουν προτείνει ότι η Γερμανία και άλλες χώρες του πυρήνα -κουρασμένες από τη χρηματοδότηση ατελείωτων διασώσεων - θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν το ευρώ. Αυτό είναι ακόμα λιγότερο πιθανό. Η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος ωφελημένος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και του κοινού νομίσματος. Το 40% των γερμανικών εξαγωγών πηγαίνουν σε χώρες της ευρωζώνης και το κοινό νόμισμα έχει μειώσει το κόστος των συναλλαγών και ενίσχυσε την γερμανική ανάπτυξη. Το ξήλωμα της ευρωζώνης θα αφανίσει τις γερμανικές τράπεζες και το νέο γερμανικό νόμισμα θα ανατιμηθεί γρήγορα, καταστρέφοντας το οικονομικό μοντέλο της χώρας που βασίζεται στις εξαγωγές.

Μια σειρά από πολιτικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να βελτιώσουν την οικονομική κατάσταση της ευρωζώνης, αλλά καμία δεν είναι πανάκεια: Τα ευρωομόλογα, η αύξηση των επενδύσεων στις προβληματικές οικονομίες μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και άλλων ταμείων, αυστηρότεροι κανονισμοί στις τράπεζες, ένα κοινό σύστημα ασφάλισης καταθέσεων, η μετατόπιση από τις περικοπές του προϋπολογισμού προς τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα και την ενθάρρυνση του ιδιωτικού τομέα, η δημιουργία θέσεων απασχόλησης - όλα αυτά θα μπορούσαν να βελτιώσουν την οικονομική κατάσταση της Ευρώπης και πρέπει να εφαρμοστούν.

Αλλά κανένα από αυτά τα μέτρα δεν θα αποκαταστήσει γρήγορα την ανάπτυξη ή θα φέρει την απασχόληση στα προ κρίσης επίπεδα. Και τούτο επειδή δεν εστιάζουν στο κεντρικό οικονομικό πρόβλημα της Ευρώπης: τη μαζική συσσώρευση χρέους στις χώρες της περιφέρειας κατά τη διάρκεια της πιστωτικής άνθησης της τελευταίας δεκαετίας. Στα χρόνια πέριξ του 2000 ένα τεράστιο ποσό κεφαλαίων έρευσε από τις χώρες της βόρειας Ευρώπης σε δανειολήπτες του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα στην Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία και την Ισπανία. Η Γερμανία και άλλες χώρες με πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών πλημμύρισαν την περιφέρεια με εύκολες πιστώσεις και η περιφέρεια τις καταβρόχθισε. Αυτό έδωσε ώθηση στην εγχώρια ζήτηση και δημιούργησε ανάπτυξη στην περιφέρεια, αλλά ενθάρρυνε και έναν μισθολογικό πληθωρισμό, γεγονός που υπονόμευσε την ανταγωνιστικότητα και άφησε ως αποτέλεσμα τεράστια χρέη. Όπως οι οικονομολόγοι Κάρμεν Ράινχαρτ και Κένεθ Ρογκόφ έχουν επισημάνει, όταν οι χώρες υποφέρουν από ύφεση που προκαλείται από μια οικονομική κρίση και υπερβολικό χρέος, θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να ανακάμψουν.

Με αμφότερες την διάλυση και τις άμεσες λύσεις στο τραπέζι, λοιπόν, η ευρωζώνη μπαίνει σε μια νέα φυσιολογική κατάσταση. Καθώς η Ένωση βγαίνει σιγά-σιγά από τον οικονομική λάκκο, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι το σύστημα τής οικονομικής της διακυβέρνησης έχει ήδη μεταμορφωθεί ριζικά κατά τα τελευταία δύο χρόνια.

Πρώτον, η ευρωζώνη έχει, τουλάχιστον στην πράξη, απομακρυνθεί από τις θεμελιώδεις αρχές της. Σε κάθε νομισματική ένωση στην οποία τα κράτη διατηρούν την αυτονομία να φορολογούν, να δαπανούν και να δανείζονται, υπάρχει κίνδυνος ότι ο υπερβολικός δανεισμός από ορισμένες χώρες θα μπορούσε να απειλήσει την αξία του κοινού νομίσματος. Αναγνωρίζοντας αυτό, οι δημιουργοί του ευρώ συνέταξαν το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και την ρήτρα «μη διάσωσης» στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Το ΣΣΑ έθεσε νομικούς περιορισμούς σχετικά με το έλλειμμα των κρατών-μελών και τα επίπεδα του χρέους, και η ρήτρα μη διάσωσης απαγόρευσε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε μεμονωμένα κράτη μέλη να διασώσουν υπερχρεωμένα κράτη ώστε να αποφύγουν μια κρίση εμπιστοσύνης.

Το καθεστώς της διακυβέρνησης που προκύπτει από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ είναι νεκρό. Το ΣΣΑ δεν ήταν αυστηρά υποχρεωτικό και όταν χτύπησε η κρίση, η Ευρωπαϊκή Ένωση πέταξε κατά μέρος την ρήτρα μη διάσωσης. Φοβούμενη την μετάδοση της κρίσης, επέκτεινε τα δάνεια έκτακτης ανάγκης για την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία και δημιούργησε ένα μόνιμο ταμείο διάσωσης - τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) - ο οποίος θα είναι σε λειτουργία αυτό το καλοκαίρι.