Η ειρηνευτική διαδικασία μετά τις εκλογές στο Ισραήλ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η ειρηνευτική διαδικασία μετά τις εκλογές στο Ισραήλ

Πέρα από μια συμφωνία για το τελικό καθεστώς
Περίληψη: 

Κατά την διάρκεια των προετοιμασιών για τις πρόσφατες εκλογές, οι Ισραηλινοί ήταν λιγότερο επικεντρωμένοι στο παλαιστινιακό ζήτημα απ’ ό,τι συνήθως. Αλλά το σημερινό αδιέξοδο είναι απαράδεκτο και η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να εξετάσει εφικτούς τρόπους, ώστε να προχωρήσει μπροστά, με το βλέμμα στραμμένο σε διδάγματα από παρόμοιες συγκρούσεις, όπως αυτές στην Κύπρο, την Βοσνία, το Κοσσυφοπέδιο και το Κασμίρ.

Ο SHLOMO AVINERI είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ και υπηρέτησε ως Γενικός Διευθυντής του υπουργείου Εξωτερικών του Ισραήλ, στην κυβέρνηση του πρώην πρωθυπουργού Γιτζάκ Ράμπιν.

Παρά την απώλεια του ενός τετάρτου, περίπου, των εδρών του στις εκλογές της Τρίτης, το «Λικούντ - Yisrael Beiteinu» του πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου, θα παραμείνει η μεγαλύτερη παράταξη στην επόμενη Κνεσέτ. Και παρόλο που ο ίδιος έχει αποδυναμωθεί, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Νετανιάχου θα διατηρήσει την πρωθυπουργία. Παρόλα αυτά, τις επόμενες μέρες θα αγωνιστεί για να δημιουργήσει έναν κυβερνητικό συνασπισμό – η ραγδαία ανάπτυξη του Yesh Atid, του κόμματος υπό την ηγεσία του Yair Lapid, του λαϊκιστή εκφωνητή ειδήσεων που στράφηκε στην πολιτική, άφησε την Κνεσέτ σχεδόν ισοδύναμα διαιρεμένη μεταξύ ενός δεξιού και ενός κεντρώου συνασπισμού. Ο πρωθυπουργός ίσως θα πρέπει να επιλέξει πιο κεντρώους εταίρους απ΄ ότι θα προτιμούσε.

Μια τέτοια έκβαση αντανακλά τις πραγματικότητες του πολιτικού διαλόγου στο Ισραήλ: ο Νετανιάχου δεν είναι πλέον τόσο δημοφιλής όσο ήταν κάποτε, αλλά η κεντροαριστερά έχει επίσης αποτύχει να βρει μια βιώσιμη εναλλακτική λύση. Όποιες κι αν είναι οι ελλείψεις του Νετανιάχου, υπό την ηγεσία του, το Ισραήλ, ως επί το πλείστον, απέφυγε να επηρεαστεί από το παγκόσμιο οικονομικό τέλμα και η κατάσταση της ασφάλειάς του σταθεροποιήθηκε, παρά το αδιέξοδο της ειρηνευτικής διαδικασίας. Κανένας κεντροαριστερός ηγέτης δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει τέτοια επιτεύγματα. Ο νέος αρχηγός του εργατικού Κινήματος, ο Shelly Yachimovich, ανανέωσε το κόμμα, αλλά αυτό δεν αρκεί. Η πολλά υποσχόμενη πρώην επικεφαλής του Καντίμα, η Τζίπι Λίβνι, η οποία ανέλαβε την ηγεσία ενός νέου κόμματος, δεν είχε πολλά να δείξει για τον εαυτό της, εκτός από μια σειρά αποτυχιών τόσο στην κυβέρνηση, όσο και στην αντιπολίτευση.

Την ίδια στιγμή, το εκλογικό σώμα γνωρίζει ότι η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει μια σειρά από προκλήσεις πέρα από τις σχέσεις με τους Παλαιστινίους και οι περισσότεροι Ισραηλινοί, εξέφρασαν αμφιβολίες ως προς το αν ο Νετανιάχου θα μπορούσε να τις χειριστεί μόνος του, γιατί η κυβέρνηση του απέτυχε να αντιμετωπίσει αυτά τα ζητήματα τα τελευταία χρόνια. Το Ισραήλ πρέπει να πάρει, επίσης, σοβαρές αποφάσεις για την οικονομική πολιτική του. Η απερχόμενη κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει για τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους, ο οποίος θα πρέπει να συνεπάγεται τόσο τεταμένες περικοπές στον τομέα των υπηρεσιών όσο και επιβολή φόρων. Η επόμενη κυβέρνηση πρέπει, επίσης να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη απογοήτευση, λόγω της κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας. Ομοίως, θα πρέπει να ληφθούν κάποιες δύσκολες αποφάσεις που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ του ανερχόμενου μαχητικού θρησκευτικού τμήματος της χώρας και της κοσμικής πλειοψηφίας του, οι οποίες έχουν εξελιχθεί δυσάρεστα λόγω των ριζοσπαστικών αιτημάτων των υπερορθοδόξων. Και τέλος, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η αυξανόμενη αποξένωση των αράβων πολιτών του Ισραήλ, σχεδόν του 20% του πληθυσμού της χώρας, που μποϊκοτάρουν όλο και περισσότερο τις εθνικές εκλογές.

Με άλλα λόγια, αν ο έξω κόσμος βλέπει συνήθως το Ισραήλ σχεδόν αποκλειστικά από το πρίσμα των ισραηλινο- παλαιστινιακών σχέσεων και της ειρηνευτικής διαδικασίας, οι πολίτες της χώρας έχουν πολλές άλλες ανησυχίες. Εντάσσοντας μερικά από τα κεντρώα κόμματα στον συνασπισμό του και αποκλείοντας τα ακραία εθνικιστικά θρησκευτικά κόμματα, ο Νετανιάχου θα μπορούσε να βρίσκεται σε θέση να ανταποκριθεί σε αυτές τις ανησυχίες και έτσι να ανακτήσει την αξιοπιστία που είχε χάσει πρόσφατα και η οποία επέφερε σημαντικές εκλογικές απώλειες στο κόμμα.

Παρ’ όλα αυτά, η ειρηνευτική διαδικασία εξακολουθεί να απασχολεί, γιατί η σημερινή στασιμότητα δεν μπορεί να συνεχιστεί. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι το πώς θα προχωρήσει. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι πολιτικές της κυβέρνησης Νετανιάχου συνέβαλαν στο αδιέξοδο, αλλά το ίδιο έκαναν και οι παλαιστινιακές απόπειρες να θέσουν τις προϋποθέσεις σχετικά με την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Το χάσμα μεταξύ των Παλαιστινίων στην Δυτική Όχθη και της Γάζας, εν τω μεταξύ, έχει πλήξει το αίτημα των Παλαιστινιακών Αρχών για την νομιμότητα και έκανε τις διαπραγματεύσεις ακόμα πιο δύσκολες. Όλα αυτά βοήθησαν να εξηγηθεί το γιατί οι Ισραηλινοί σε αυτές τις εκλογές ήταν επικεντρωμένοι στο παλαιστινιακό ζήτημα λιγότερο απ΄ ό,τι συνήθως.

Όμως, οι εμπειρίες από τις πιο φιλειρηνικές ισραηλινές κυβερνήσεις που προηγήθηκαν του Νετανιάχου, παραπέμπουν σε ακόμα πιο βαθιά εμπόδια για την ειρήνη. Στα τέλη της δεκαετίας του 2000, υπό την κεντροαριστερή κυβέρνηση του Εχούντ Ολμέρτ, το Ισραήλ διαπραγματευόταν με την Παλαιστινιακή Αρχή για περισσότερο από δύο χρόνια. Και οι δύο πλευρές ξεκίνησαν διάλογο με ειλικρινές ενδιαφέρον για την επίτευξη μιας λύσης δύο κρατών. Αν αυτό είχε επιτευχθεί, ο Ολμέρτ θα μπορούσε να είναι ακόμα πρωθυπουργός και ο Μαχμούντ Αμπάς, ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, θα είχε ένα ατού απέναντι στην πιο ριζοσπαστική και φονταμενταλιστική Χαμάς. Αλλά μόλις οι διαπραγματεύσεις μετακινήθηκαν από τις αρχικές τελετουργικές θέσεις στον πυρήνα των ζητημάτων της σύγκρουσης - τα σύνορα, την μοίρα των Εβραίων εποίκων στην Δυτική Όχθη, την Ιερουσαλήμ, το πρόβλημα των Παλαιστινίων προσφύγων, καθώς και τις ανησυχίες για την ασφάλεια του Ισραήλ - κατέστη σαφές ότι το χάσμα μεταξύ των πιο μετριοπαθών θέσεων του Ισραήλ και των πιο μετριοπαθών θέσεων των Παλαιστινίων ήταν πολύ μεγάλο για να γεφυρωθεί εύκολα.