Αλβανία, Ελλάδα και Ε.Ε. | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Αλβανία, Ελλάδα και Ε.Ε.

Διλήμματα στα Τίρανα, 100 χρόνια μετά την ανεξαρτησία

Την περίοδο της επικράτησης του κομουνιστικού καθεστώτος (1944-1990) η Αλβανία εφήρμοσε την πιο σκληρή σταλινική πολιτική απομόνωσης και, στις καινούριες συνθήκες, η αλβανική κομουνιστική πολιτική, υπό τη νουθεσία της Μόσχας, μεμφόταν και κατέκρινε τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό με γελοιωδέστατους λεονταρισμούς, αλλά το στρατηγικό ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον προς την Αλβανία οδηγούσε τους Αμερικανούς να μέμφονται μεν τους κομουνιστές των Τιράνων αλλά να διατηρούν στους διπλωματικούς σχεδιασμούς τους την σημασία της Αλβανίας. Μόνον έτσι μπορεί να εξηγηθεί η ακατάληπτη απραξία των Αμερικανών στις κρίσιμες ιστορικές καμπές του αλβανικού κράτους (1948, 1960, 1978). Το κράτος των Τιράνων, μετά τη ρήξη με τη Μόσχα (1960) εκμεταλλευόμενο στο έπακρον τις διαφωνίες των δυο μεγάλων υπερδυνάμεων της εποχής, Ηνωμένων Πολιτειών και Σοβιετικής Ένωσης, πορεύτηκε στο «δικό του ανεξάρτητο δρόμο».

Όσον αφορά στις σχέσεις με την Ελλάδα, όταν χρειάστηκε, η Αλβανία κράδαινε την «ιστορική και θρησκευτική συγγένεια» με τον ανατολικό και μουσουλμανικό κόσμο. Η απολύτως αποστρατιωτικοποιημένη και ερμητικά απομονωμένη Αλβανία δεν συνιστούσε καμιά απειλή για την περιοχή, αφού στο έδαφός της δεν επέτρεπε την εγκατάσταση ξένων στρατιωτικών βάσεων, άρα, μπορούσε να «απολαμβάνει τους καρπούς της σοσιαλιστικής ευημερίας, απερίσπαστη». Ενδεικτικό είναι ότι παρ' όλη την αποχώρηση των σοβιετικών στρατιωτικών βάσεων από την Αλβανία τη δεκαετία του ‘60, η χώρα δεν απειλήθηκε από το δυτικό μπλοκ και το ΝΑΤΟ. Αν την εξετάσουμε, όμως, στη βάση της, η αλβανική εξωτερική πολιτική, από καταβολής του αλβανικού κράτους, παραμένει διλημματική και αντιφάσκουσα, εν πολλοίς, με βήματα προς το ευρωπαϊκό ιδεώδες και παλινδρομήσεις προς το μουσουλμανικό παραδοσιακό οπισθοδρομικό παρελθόν και, πρόσφατα, προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Μετά την μεταπολίτευση (όταν το κομουνιστικό καθεστώς κατέρρευσε με κρότο, 1991) η Αλβανία διήλθε από έναν δικό της εσωστρεφή κόσμο και βρέθηκε ξανά ενώπιον βασικών διλημμάτων, κυρίως αναφορικά με την στάση στο ζήτημα του Κόσοβου. Και τότε, προς τα τέλη της δεκαετίας του ‘90 και τις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι Αλβανοί διαπίστωναν με αμηχανία και για άλλη μια φορά τη γνωστή ακηδία και την ανεξήγητη αδράνεια (την παραδοσιακή) της γερασμένης και διιστάμενης εξωτερικής πολιτικής της Ευρώπης, ενώ, απεναντίας, η αντίστοιχη αμερικανική, εμφανιζόταν σφριγηλή. Ακριβώς εκεί, στην Αμερική, εναπόθεσαν και πάλι τις ελπίδες τους οι Αλβανοί για την οριστική επίλυση του αλβανικού ζητήματος (Αλβανίας, Αλβανών του Κόσοβου και της πΓΔΜ) και της «εθνικής τους ολοκλήρωσης». Πράγματι, η κυβέρνηση Κλίντον, με την ισχύ των όπλων, δεν τους διάψευσε, απεναντίας ευνόησε τις προσπάθειές τους για την οριστική απόσχιση του Κόσοβου από τον πρώην γιουγκοσλαβικό ιστό και τη δημιουργία ενός άλλου ανεξάρτητου και κυρίαρχου αλβανικού κράτους στα Βαλκάνια, του Κόσοβου. Η ιστορία δεν γράφηκε ποτέ με τον υποθετικό σύνδεσμο «εάν», πλην όμως χωρίς τη δυναμική στρατιωτική επέμβαση των νατοϊκών δυνάμεων, η απόσχιση του Κόσοβου δεν θα καθίστατο ποτέ εφικτή.

Το 1992, με μια απερίσκεπτη πολιτική κίνηση, η ερχόμενη στην εξουσία κυβέρνηση Μπερίσα, η οποία φέρει την προσωπική σφραγίδα του σημερινού πρωθυπουργού, στρέφεται ξανά προς το μουσουλμανικό κόσμο και προσχωρεί στην Οργάνωση της Ισλαμικής Διάσκεψης (ΟΙΔ) για να πυροδοτήσει τα πυρά της μαινόμενης αντιπολίτευσης η οποία την εγκάλεσε για νηπιώδη διπλωματικά και πολιτικά ατοπήματα. Πράγματι, η απόφαση της αλβανικής κυβέρνησης δεν κυρώθηκε ποτέ από το αλβανικό κοινοβούλιο και συνιστά μια αταβιστική αναβίωση των ιστορικών κακέκτυπων πολιτικών καταβολών. Οι έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας ανάγκασαν τις αλβανικές κυβερνήσεις να υποβαθμίσουν τη συμμετοχή της Αλβανίας στην ΟΙΔ για να καταστεί τελικά απλό παρατηρητικό μέλος. Άλλωστε, τα πρακτικά οφέλη από τη συμμετοχή αυτή είναι μηδαμινά ή απειροελάχιστα, τόσο οικονομικά όσο και σε επίπεδο εφαρμοστικής αποτελεσματικότητας. Ενθυμούμαστε ότι από τα μέλη της ΟΙΔ μόνον τέσσερα αναγνώρισαν το Κόσοβο ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος και αυτά με ετεροβαρείς πολιτικές ενέργειες. Συνεπώς, η διπλωματική αυτή πρωτοβουλία των Αλβανών, πέραν του ότι κατέστη αχρηστευμένο διπλωματικό εργαλείο, παραμένει και ένα υπολογίσιμο πρόσκομμα στην πορεία της Αλβανίας προς τις ευρωατλαντικές δομές.

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ, ΑΛΗΘΕΙΑ, Η ΑΛΒΑΝΙΑ;

Πώς εξηγείται, ωστόσο, η παραδοξότητα αυτή, η αδιαφορία του κόσμου αφενός και το ενδιαφέρον των ισχυρών αφετέρου για την μικρή αυτή χώρα, και ποια είναι, τελικά, η Αλβανία; Είναι αυτή που με μονομέρεια και ουκ ολίγες φορές με καταφανή επιπολαιότητα και αποστεωμένους ορθολογισμούς, προβάλλουν τα ΜΜΕ, είναι οι κατεστημένες αντιλήψεις που είχαμε και έχουμε γι’ αυτή (από την εποχή του κομουνιστικού απομονωτισμού κυρίως) ή κάτι άλλο; Την αναγνωρίζουμε ως μια χώρα η οποία κατά καιρούς ταράζει τα νερά με εθνικιστικά πυροτεχνήματα, ή θα μας εκπλήσσει αρνητικά, όπως συνέβη όταν υπέγραφε με σοβαροφάνεια την συμφωνία για τη οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και των θαλάσσιων ζωνών με την Ελλάδα, και μετά την αναιρούσε μονομερώς και απροσχημάτιστα διότι την έβρισκε αντισυνταγματική χωρίς καν να τεθεί στο Κοινοβούλιο προς κύρωση; Πώς εξηγείται αυτή επίδειξη πολιτικού λεονταρισμού προς με την Ελλάδα, τη στιγμή που ζουν και εργάζονται, περιστασιακά ή μόνιμα, πάνω από μισό εκατομμύριο Αλβανών στη χώρα μας, νόμιμοι ή λαθραίοι; Ποια είναι, εν τέλει, η Αλβανία του 2012;