Πώς και γιατί η Κύπρος βυθίστηκε στην κρίση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς και γιατί η Κύπρος βυθίστηκε στην κρίση

Τα πραγματικά αίτια και οι ευθύνες

Την ίδια στιγμή το κυπριακό θεσμικό πλαίσιο άφησε ανεξέλεγκτες ορισμένες μεγάλες αλυσίδες υπεραγορών να αυξάνουν δραματικά τις πιστώσεις στις πληρωμές των τιμολογίων των προμηθευτών στους εννέα μήνες μετά την παράδοση των προϊόντων, κάτι που οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια τους προμηθευτές σε οικονομικό στραγγαλισμό, εφόσον αντιμετώπισαν σοβαρή έλλειψη ρευστότητας και αδυναμία στην εκπλήρωση των δικών τους τρεχουσών υποχρεώσεων με αλυσιδωτές συνέπειες στην πραγματική οικονομία. Ουσιαστικά, οι υπεραγορές εισέπρατταν άμεσα τα λεφτά από τους καταναλωτές χωρίς να καταβάλλουν τα αντίστοιχα ποσά στους προμηθευτές για περίοδο σχεδόν ενός έτους, χρησιμοποιώντας την μέθοδο των μεταχρονολογημένων επιταγών και χωρίς οι ίδιες να αξιοποιούν την ρευστότητα, εφόσον δανείζονταν από τις τράπεζες για τις δικές τους επενδύσεις. Παρόμοια φαινόμενα είχαν καταστήσει αδύνατη τη λειτουργία της πραγματικής αγοράς, με ιδιαίτερη ένταση ήδη από το 2009, χωρίς η κυβέρνηση ή η, ουσιαστικά ανύπαρκτη, Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού, να παρέμβουν. Η επίσημη ανακοίνωση στο τέλος του 2012 ότι η υπεραγορά Ορφανίδης δεν μπορεί να εξοφλήσει τις, ανερχόμενες σε πέραν των 150 εκατομμυρίων, υποχρεώσεις της έναντι του τραπεζικού δανεισμού και των προμηθευτών της, ήλθε ως επιβεβαίωση μιας μακράς πορείας κυβερνητικής αδράνειας.

Ο αποκλεισμός της Κύπρου από τις διεθνείς αγορές χρηματοδότησης στο δεύτερο μισό του 2011, σε συνδυασμό με την καταστροφική έκρηξη στην Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» τον Ιούλιο του 2011, κατέστησαν ουσιαστικά αδύνατη την οικονομική ανάπτυξη, εφόσον τόσο η ψυχολογία όσο και οι πραγματικότητες των αγορών γνώρισαν δραματική πτώση. Η έκρηξη του Ιουλίου του 2011, η οποία είχε ως συνέπεια, πέραν του θανάτου 13 προσώπων και την καταστροφή της ναυτικής βάσης, την καταστροφή του μεγαλύτερου ηλεκτροπαραγωγικού σταθμού της Κύπρου, προκάλεσε σημαντική μείωση του ΑΕΠ, όπως και απώλειες του κεφαλαίου της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, υψηλές αυξήσεις στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος και συνακόλουθη στρέβλωση της κατανάλωσης και μείωση της ευημερίας των νοικοκυριών, με σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις σε ολόκληρη την πραγματική οικονομία, περιλαμβανομένων των τομέων του λιανικού εμπορίου και της μεταποίησης [2]. Την προσωπική ευθύνη για την καταστροφή είχε σύμφωνα με το πολυσέλιδο πόρισμα της ανεξάρτητης επιτροπής Πολυβίου που διορίστηκε από την κυβέρνηση, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Παρά τις σχετικές έγκαιρες προειδοποιήσεις και την ύπαρξη του παραδείγματος της Ελλάδας στην οποία η οικονομία είχε διολισθήσει, οι κυπριακές Αρχές αδράνησαν, καθυστερώντας αδικαιολόγητα να λάβουν τα αναγκαία οικονομικά μέτρα για συγκράτηση των συνεπειών της κρίσης. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκρούστηκε επανειλημμένα δημοσίως με δύο διαδοχικούς υπουργούς Οικονομικών του, τους Κίκη Καζαμία και Βάσο Σιαρλή, θεωρώντας πως οι εισηγήσεις τους για άμεση λήψη μέτρων ήταν αντιλαϊκή, ένα γεγονός που καθιστούσε ακόμα πιο ευάλωτη την κυπριακή οικονομία στη βάση ιδεολογικών –πρωτίστως- αγκυλώσεων, οι οποίες άφησαν απροστάτευτες τις πλέον οικονομικά ευάλωτες τάξεις του πληθυσμού. Η προσπάθεια για δανειοδότηση εκτός μηχανισμού στήριξης οδήγησε στην βραχυπρόθεσμη κάλυψη των αναγκών μέσα από την λήψη εξωτερικού δανεισμού από την Ρωσία ύψους 2.5 δισεκατομμυρίων ευρώ, δανείου που σύντομα δαπανήθηκε χωρίς και πάλι να γίνουν οποιεσδήποτε διαρθρωτικές αλλαγές.

Επιπρόσθετα, κρίσιμο ρόλο διαδραμάτισε η παντελής αδυναμία διάγνωσης και πρόληψης των μεγάλων προβλημάτων του τραπεζικού τομέα. Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα των κυπριακών τραπεζών υπήρξε η ανεξέλεγκτη δανειοδότηση, η οποία διδόταν επί σειρά ετών και υπερέβαινε τις ανάγκες της κυπριακής αγοράς και τις αντοχές της κυπριακής οικονομίας. Όπως αποκάλυψε ο τέως πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Γιώργος Χαραλάμπους, κατά την περίοδο 2006-2008 τα δάνεια εντός Κύπρου αυξάνονταν πέραν του 25% σε ετήσια βάση, ενώ η απορροφητική ικανότητα της οικονομίας, με βάση το ρυθμό ανάπτυξης, δεν δικαιολογούσε αύξηση πέραν του 10%. Παρόμοιοι ρυθμοί δανειοδότησης συνεχίστηκαν στα επόμενα έτη. Αυτό είχε ως συνέπεια την δημιουργία μιας αδικαιολόγητης, στη βάση των πραγματικών τιμών της αγοράς, αύξησης των τιμών των ακινήτων, καθώς και αύξηση στα επισφαλή δάνεια. Όταν επιβεβαιώθηκε πως οι τιμές των ακινήτων δεν ανταποκρίνονταν στις πραγματικές δυνατότητες της αγοράς, το τραπεζικό σύστημα βρέθηκε εκτεθειμένο, ενώ η επιδείνωση του δανειακού χαρτοφυλακίου οδήγησε σε αύξηση στις προβλέψεις για απομείωση των δανείων. Τα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια ανέρχονται σήμερα στα 19,5 δισ. ευρώ, ένα ποσό που αναλογεί στο 26,5% των δανείων των τραπεζών. Με τον νέο τρόπο υπολογισμού των μη-εξυπηρετούμενων δανείων, τον οποίο προβλέπει η Τρόικα, τα στατιστικά αυτά θα μεταβληθούν προς το δυσμενέστερο, εφόσον η Τρόικα εισηγείται να θεωρούνται ως μη-εξυπηρετούμενα και τα δάνεια που είναι πλήρως εξασφαλισμένα από εμπράγματες εξασφαλίσεις. Αντίθετα, με το υφιστάμενο σύστημα δεν συμπεριλαμβάνονται στην κατηγορία των μη-εξυπηρετούμενων δανείων όσα καλύπτονται πλήρως από την αξία του ακινήτου.