Το δόγμα του Πούτιν | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το δόγμα του Πούτιν

Η Ρωσία αναζητά το πώς θα ξαναχτίσει την Σοβιετική Ένωση

Η επιδίωξη της τρίτης συνιστώσας της συναίνεσης στην εξωτερική πολιτική– η περιφερειακή ηγεμονία - έχει οδηγήσει την Μόσχα να αγωνίζεται για την πολιτική, οικονομική, στρατιωτική και πολιτιστική επανένταξη του πρώην σοβιετικού μπλοκ υπό την ρωσική ηγεσία. Στην ομιλία του στο Υπουργείο Εξωτερικών το περασμένο καλοκαίρι, ο Πούτιν επανέλαβε την δέσμευση αυτή, αποκαλώντας την «εμβάθυνση της ενσωμάτωσης» του πρώην σοβιετικού εδάφους ως «καρδιά της εξωτερικής μας πολιτικής». Παρά την όχι και τόσο ενθουσιώδη συνεργασία με τα νέα ανεξάρτητα κράτη, αυτή η αναζήτηση έχει ως αποτέλεσμα τον Οργανισμό της Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας (Collective Security Treaty Organization, μια στρατιωτική συμμαχία που περιλαμβάνει την Ρωσία, την Αρμενία, την Λευκορωσία, το Καζακστάν, την Κιργιζία και το Τατζικιστάν) και την τελωνειακή ένωση της Λευκορωσίας, του Καζακστάν και της Ρωσίας, η οποία έχει οριστεί να εξελιχθεί σε Ευρασιατική Ένωση μέχρι το 2015, ένα έργο που ο Πούτιν έχει υποστηρίξει έντονα πολλές φορές.

Υπό το Δόγμα Πούτιν, η επιδίωξη της περιφερειακής ηγεμονίας έχει αποκτήσει μια νέα διάσταση: μια προσπάθεια για την «Φινλανδοποίησης» των μετα-σοβιετικών κρατών, παραπέμποντας στον έλεγχο της Σοβιετικής Ένωσης επί της εξωτερικής πολιτικής της Φινλανδίας κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Σε μια τέτοια ρύθμιση, η Μόσχα θα επιτρέπει στους γείτονές της να επιλέξουν τα δικά τους εγχώρια πολιτικά και οικονομικά συστήματα, αλλά θα διατηρεί τον τελευταίο λόγο πάνω στον διεθνή προσανατολισμό τους. Ως εκ τούτου, η Μόσχα έχει λάβει μια ιδιαίτερα σκληρή γραμμή εναντίον των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών που έχουν επιδιώξει να αναπροσανατολίσουν την εξωτερική πολιτική τους. Στην περίπτωση της Γεωργίας, η οποία επεδίωκε ανοιχτά την ένταξη της στο ΝΑΤΟ, η Ρωσία πήγε στον πόλεμο, σε μια προσπάθεια να ταπεινώσει και να ανατρέψει το καθεστώς του προέδρου Μιχαήλ Σαακασβίλι. Ομοίως, η Μόσχα προσπάθησε να αποσταθεροποιήσει την ουκρανική κυβέρνηση του Βίκτορ Γιούσενκο και της Γιούλια Τιμοσένκο - οι οποίοι υποστήριξαν την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τελικά στο ΝΑΤΟ - διακόπτοντας ή απειλώντας να διακόψει την παροχή φυσικού αερίου το 2006 και το 2009. Σήμερα, ακόμη και με μια πολύ πιο φιλο-ρωσική κυβέρνηση στο Κίεβο, η Μόσχα αρνείται να μειώσει τις τιμές των εξαγωγών φυσικού αερίου στην Ουκρανία - η οποία πληρώνει περισσότερο από ό, τι πολλοί ευρωπαίοι εισαγωγείς - έως ότου η χώρα εγκαταλείψει τα σχέδια για σταδιακή ενσωμάτωση στις οικονομικές δομές της ΕΕ και, αντ’ αυτού, να σχεδιάσει μια πορεία προς την ένταξή της σε μια ενδεχόμενη Ευρασιατική Ένωση.

Ένας άλλος κεντρικός πυλώνας του Δόγματος του Πούτιν, η επιδίωξη της αδιαμφισβήτητης στρατιωτικής υπεροχής στη γειτονιά της Ρωσίας, εξηγεί την σταθερή αύξηση του αμυντικού προϋπολογισμού της Μόσχας κατά την διάρκεια της θητείας του Πούτιν στην εξουσία, από σχεδόν 29 δισεκατομμύρια δολάρια το 2000 σε 64 δισεκατομμύρια δολάρια το 2011 (και τα δύο ποσά αναφέρονται σε αμερικανικά δολάρια σε σταθερές τιμές 2010). Ακόμη και στις σημερινές δύσκολες οικονομικές συνθήκες, η Μόσχα συνεχίζει να επεκτείνει τις δαπάνες άμυνας με ρυθμούς πολύ υψηλότερους από εκείνες για άλλα εγχώρια προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων της εκπαίδευσης και της υγειονομικής περίθαλψης. Κατά την διάρκεια της εκστρατείας του για την προεδρία τον Φεβρουάριο του 2012, ο Πούτιν υποσχέθηκε έναν «ολοκληρωμένο και συστηματικό επανεξοπλισμό» του ρωσικού στρατού και «τον εκσυγχρονισμό του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος», υποσχόμενος να δαπανήσει 23 τρισεκατομμύρια ρούβλια (770 δισεκατομμύρια δολάρια) για τα έργα αυτά στα επόμενα δέκα χρόνια.

ΤΟ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟ ΦΡΟΥΡΙΟ

Με πρωταρχικό στόχο την ανάκτηση του κρατικού ελέγχου πάνω στην πολιτική και την οικονομία, το Δόγμα του Πούτιν έχει αναπόφευκτα οδηγήσει σε αυταρχισμό. Το ίδιο αμείλικτα, η αποκατάσταση του ρωσικού αυταρχισμού ανάγκασε το Κρεμλίνο να αντλήσει πηγές νομιμοποίησης εκτός των υπονομευμένων δημοκρατικών θεσμών. Ως εκ τούτου, το καθεστώς χρησιμοποίησε υποτιθέμενες εξωτερικές απειλές. Η μόνη εύλογη προστασία των Ρώσων από αυτούς τους κινδύνους από το εξωτερικό, όπως υποστήριξε ο Πούτιν, είναι η θαρραλέα ηγεσία του ισχύοντος καθεστώτος. Αυτός ο τρόπος νομιμοποίησης μπορεί να ονομαστεί ως η «στρατηγική του πολιορκημένου φρουρίου».

Το 2004, λίγες εβδομάδες αφότου Τσετσένοι εξτρεμιστές πήραν ομήρους σε σχολείο της Βόρειας Οσετίας, ο Βλαντισλάβ Σουρκόφ - ο αναπληρωτής επικεφαλής της προεδρικής διοίκησης, που είναι τώρα αναπληρωτής πρωθυπουργός – παρουσίασε μια οπτική της Ρωσίας ως ένα πολιορκημένο φρούριο. Σύμφωνα με τον Σουρκόφ, οι ανώνυμες ξένες απειλές, που «διψάνε» για τους φυσικούς πόρους της χώρας, σχεδίαζαν να «καταστρέψουν την Ρωσία και να συμπληρώσουν τον τεράστιο χώρο με πολλά αδύναμα ημι-κράτη». Επιπλέον, πρόσθεσε ότι στην «εκ των πραγμάτων πολιορκημένη χώρα», οι εξωτερικοί συνωμότες βοηθήθηκαν από την «πέμπτη φάλαγγα» των προδοτών, τους «αριστερούς και δεξιούς ριζοσπάστες», οι οποίοι έχουν «κοινούς εξωτερικούς χορηγούς» και ότι αυτοί οι προδότες είναι ενωμένοι από το μίσος που οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι στοχεύει την Ρωσία του Πούτιν, αλλά, στην πραγματικότητα, πρόκειται για μίσος για την ίδια την Ρωσία. Από τότε, τα τρία θέματα του Σουρκόφ – η αέναη προσπάθεια να υποταχθεί ή να καταστραφεί το ρωσικό κράτος, η αντικαθεστωτική αντιπολίτευση ως εργαλείο εκείνων που κρύβονται πίσω από αυτό το σχέδιο και η εξίσωση της παρούσας κυβέρνησης με το ρωσικό έθνος - έχουν γίνει οι συνδετικοί κρίκοι της προπαγάνδας του καθεστώτος. Όπως θα περίμενε κανείς, το θέμα του πολιορκημένου φρουρίου γίνεται ιδιαίτερα ορατό και η έντονο, όποτε η ανάγκη του καθεστώτος για ενίσχυση της νομιμοποίησής του φαίνεται να είναι μεγαλύτερη. Και η απειλή από τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένα σύνηθες επίκεντρο.