Πώς η γεωργία μπορεί να μοχλεύσει την ανάπτυξη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς η γεωργία μπορεί να μοχλεύσει την ανάπτυξη

Το δυναμικό του ελληνικού αγροτικού τομέα είναι ικανό να δώσει λύσεις και γρήγορα
Περίληψη: 

Πέρα από τα παραδοσιακά προβλήματα που υπονομεύουν την ελληνική γεωργική παραγωγή, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται περαιτέρω διολίσθηση των συνθηκών στην πρωτογενή παραγωγή. Κι όμως, αποφάσεις όπως η αναδιάρθρωση ενός εκατ. στρεμμάτων από την παραγωγή σιτηρών στην παραγωγή οπωροκηπευτικών θα μπορούσε να αποδώσει άμεσα επιπλέον ένα δισ. ευρώ στο αγροτικό εισόδημα και 50.000 νέες θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης.

Ο ΘΕΟΦΑΝΗΣ Α. ΓΕΜΤΟΣ είναι καθηγητής στο Τμήμα Γεωπονίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Τους τελευταίους μήνες ακούγεται όλο και συχνότερα από πολιτικούς όσο και από τα ΜΜΕ ότι η γεωργία μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στην έξοδο από τη κρίση. Οι πολιτικοί μας μετά από αυτό, συνεχίζουν να κάνουν εκείνα που έμαθαν τα τελευταία τριάντα χρόνια, δηλαδή να μοιράζουν επιδοτήσεις, πολλές από τις οποίες είναι απολύτως αναποτελεσματικές (νιτρορύπανση, οργανική γεωργία). Ευτυχώς τα τελευταία έτη σταμάτησαν τις αποζημιώσεις. Ίσως χάρη στους ελέγχους της Τρόικας. Τα ΜΜΕ συνήθως παρουσιάζουν κάποια επιτυχημένα παραδείγματα μεμονωμένων επιτυχημένων προσπαθειών, κυρίως με προϊόντα που κατευθύνονται στην εσωτερική αγορά. Οι αγρότες διατηρούν τις μικρές και πλέον μη βιώσιμες εκμεταλλεύσεις και κατά διαστήματα διεκδικούν νέες επιδοτήσεις από τους Έλληνες φορολογούμενους. Η επιστημονική κοινότητα ασχολείται με έρευνα που θα αποδώσει στοιχεία δημοσιεύσιμα σε διεθνή περιοδικά, στοιχεία που συνήθως δεν λύνουν προβλήματα της ελληνικής γεωργίας.

Η χρηματοδότηση της έρευνας, η τελευταία ως ποσοστό του ΑΕΠ στην ΕΕ, γίνεται με γενικά θέματα και ποτέ στοχευμένη σε επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων της χώρας. Αυτό ισχύει τόσο για τη Κεντρική Κυβέρνηση όσο και για τις Περιφέρειες. Το Υπουργείο Γεωργίας ή όπως αλλιώς το ονομάζουν, όχι μόνο δεν χρηματοδοτεί στοχευμένη έρευνα αλλά έχει απαξιώσει απολύτως το Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘΙΑΓΕ). Ερευνητικά Ινστιτούτα για τα οποία ήμασταν υπερήφανοι (Σιτηρών, Βάμβακος) σήμερα καταρρέουν. Με τον τρόπο αυτό οι πυλώνες όπου θα μπορούσε να στηριχτεί μια ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα της χώρας εργάζονται ανεξάρτητα και φυσικά αναποτελεσματικά για την επίλυση προβλημάτων. Είναι τέτοια η έλλειψη αγροτικής πολιτικής και στρατηγικής ανάπτυξης της γεωργίας που για να γίνουν τα σχέδια διαχείρισης των Υδατικών Διαμερισμάτων της χώρας (σε εφαρμογή της οδηγίας 2000/60 της ΕΕ) οι μελετητές αναγκάστηκαν να κάνουν μόνοι τους σχέδια – παραδοχές για τη μελλοντική γεωργία για να βασίσουν τις μελέτες διαχείρισης των υδάτων.

Πως φτάσαμε ως εδώ; Από το 1981 με την είσοδο της χώρας στη τότε ΕΟΚ, η γεωργική πολιτική αφέθηκε στις Βρυξέλες. Η επιλογή διαδοχικών Ελληνικών κυβερνήσεων ήταν η μεγιστοποίηση των επιδοτήσεων ακόμα και με μη νόμιμα μέσα. Τελικά καταλήξαμε σε υψηλές επιδοτήσεις δύο καλλιεργειών (βαμβάκι και σκληρό σιτάρι) που οδήγησαν την γεωργία της χώρας σε μονοκαλλιέργειες του βαμβακιού στις αρδευόμενες εκτάσεις και του σκληρού σιταριού στις ξηρικές. Με την εφαρμογή της νέας ΚΑΠ (Κοινής Αγροτικής Πολιτικής) οι επιδοτήσεις μεταφέρθηκαν στη καλλιεργούμενη έκταση κάπως μειωμένες, σε μια προσπάθεια εκτατικοποίησης της γεωργίας και ενίσχυσης των αγροπεριβαλλοντικών μέτρων. Η έλλειψη ενημέρωσης των αγροτών οδήγησε σε μεγάλη μείωση των εισροών με αποτέλεσμα σημαντική υποβάθμιση της ποιότητας των προϊόντων. Το ελληνικό σκληρό σιτάρι δεν έχει πλέον τα ποσοστά των πρωτεϊνών που το κάνουν κατάλληλο για παραγωγή ποιοτικών μακαρονιών. Η νέα ΚΑΠ που αναμένεται να εφαρμοστεί από το 2014 θα μειώσει ακόμα περισσότερο τις επιδοτήσεις αλλά θα τις κατανείμει σε όλες τις καλλιεργούμενες εκτάσεις, κάτι που θα είναι θετικό κατά τη γνώμη μου για τη Γεωργία μας.

Στις αρχές του πρώτης δεκαετίας του 2000, ένας αγρότης με 50-70 στρέμματα βαμβάκι ζούσε την οικογένεια του. Σήμερα με την υπάρχουσα ΚΑΠ χρειάζεται τουλάχιστον 100 στρέμματα. Με τη νέα ΚΑΠ από το 2014 θα χρειάζεται περισσότερα από 200 στρέμματα. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι καλλιέργειες βαμβακιού και σκληρού σιταριού είναι πλήρως εκμηχανισμένες με ελάχιστη ετήσια απασχόληση. Στο ίδιο διάστημα, ο κατατεμαχισμός του κλήρου και τα μικρά αγροκτήματα παρέμειναν, όταν στις άλλες χώρες της ΕΕ τα αγροκτήματα μεγεθύνθηκαν ουσιαστικά. Πολλοί αγρότες συμπλήρωναν το εισόδημα τους απασχολούμενοι σε άλλες εργασίες, όπως στις οικοδομικές. Στη δεκαετία του 1980 έγινε μια υπερεπένδυση σε γεωργικά μηχανήματα με υψηλές επιδοτήσεις των επιτοκίων του αγροτικού τομέα. Ένα σημαντικό μέρος του στόλου των γεωργικών ελκυστήρων χρησιμοποιείται ακόμα από τότε (ηλικίες άνω των 20 ετών). Παρ’ όλο που πολλοί μεγάλης ηλικίας ελκυστήρες «λειτουργούν» ακόμα, η παραγωγικότητά τους είναι σαφώς μειωμένη τόσο λόγω τεχνολογικής παλαίωσης όσο και πολλών βλαβών και υψηλού κόστους επισκευών και συντήρησης. Μια μεγάλη έξοδος από τη γεωργία παρατηρήθηκε στο ίδιο διάστημα με τα ικανότερα μέλη των οικογενειών να εγκαταλείπουν την πρωτογενή παραγωγή. Πολλά εκατομμύρια σπαταλήθηκαν για εκπαίδευση των αγροτών που κατέληξαν σε πρόσθετο εισόδημα των οικογενειών χωρίς ουσιαστική βελτίωση των δεξιοτήτων τους.