Η δίκη του Alexei Navalny | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η δίκη του Alexei Navalny

Η Νέμεσις του Πούτιν αντιμετωπίζει την νομική οργή του κράτους
Περίληψη: 

Η υπόθεση εναντίον του μπορεί να μην στέκει, αλλά ο Alexei Navalny, ο Ρώσος blogger και ακτιβιστής της αντιπολίτευσης, αντιμετωπίζει μεγάλες κατηγορίες σε δίκη που ξεκίνησε χθες. Όταν ο Πούτιν δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του, φαίνεται ότι έχει άλλα μέσα για να τους συνθλίψει.

Ο JOSHUA YAFFA είναι δημοσιογράφος στην Μόσχα και συνεργάτης του Economist. Είναι επίσης επισκέπτης μελετητής στο Ινστιτούτο Harriman στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Ακολουθήστε τον στο Twitter @ yaffaesque.

Την Τετάρτη το πρωί, σε μια δικαστική αίθουσα στην πόλη Kirov, 500 μίλια από την Μόσχα, ο Alexei Navalny αντιμετωπίζει τελικά την στιγμή που περίμενε εδώ και χρόνια. Ο Navalny, ο πιο γνωστός ηγέτης της αντιπολίτευσης του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, θα πάει σε δίκη με την κατηγορία ότι βοήθησε στην υπεξαίρεση 16 εκατομμυρίων ρουβλίων (περίπου 500.000 δολάρια) από μια κρατική εταιρεία ξυλείας. Οι κατηγορίες είναι παράξενες, και ακόμη και οι υπηρεσίες ερευνών της Ρωσίας αναγνωρίζουν τον εμφανώς πολιτικό χαρακτήρα της υπόθεσης. Για τον Navalny και εκείνους που έχουν ακολουθήσει την ανάδειξή του, ήταν απλά θέμα χρόνου το κράτος να εξαπολύσει τον κατασταλτικό μηχανισμό που διαθέτει εναντίον του.

Ο 36χρονος Navalny, είναι δικηγόρος που εξελίχθηκε σε μια ιδιαίτερη ρωσική εκδοχή μετοχικού ακτιβιστή. Αγόρασε μικρά μερίδια σε κρατικές εταιρείες και στην συνέχεια πίεσε για να γίνουν πιο διαφανείς, εκθέτοντας τις περιπτώσεις προφανούς απάτης και νεποτισμού. Το μεγαλύτερο χτύπημά του ήρθε τον Νοέμβριο του 2010, όταν δημοσίευσε έγγραφα στο blog του, που φαίνεται να δείχνουν ότι οι διαχειριστές της κρατικής εταιρείας Transneft είχαν κλέψει 4 δισ. δολάρια κατά την κατασκευή ενός αγωγού πετρελαίου προς την Κίνα. Όπως μου είπε ο Sergei Guriev, ο πρύτανης της Νέας Οικονομικής Σχολής, «Ο Navalny δεν καταπολεμά την διαφθορά σε γενικές γραμμές, μάχεται εναντίον συγκεκριμένων περιστατικών διαφθοράς». Ή όπως ο ίδιος ο Navalny το έθεσε όταν τον πρωτογνώρισα το 2010, «δεν αρκεί να πούμε ότι η διαφθορά είναι κακή». Αντ’ αυτού, είπε ότι ήθελε να δείξει «τι είχε κλαπεί, ποιος το έκλεψε, πού πήγαν τα χρήματα και ποιοι από την κυβέρνηση είναι υπεύθυνοι».

Καθώς η φήμη του μεγάλωνε, ο Navalny διεύρυνε την εστίασή του πέρα από την διαφθορά και άρχισε να μεταμορφώνεται σε έναν de facto πολιτικό, μολονότι ήταν εκτός από οποιαδήποτε επίσημη πολιτική διάρθρωση. Η σοβαρότητά του προσφέρει το προφανές αντίδοτο στην πολιτική χειρισμό του Βλαντισλάβ Σουρκόφ, του επικεφαλής του Πούτιν για θέματα ιδεολογίας μέχρι το 2011, του οποίου το στυλ που προτιμούσε ήταν ο κυνισμός, αν όχι ο μηδενισμός. Ο χαρακτηρισμός του για το κόμμα που στηρίζει το Κρεμλίνο, το «Ενωμένη Ρωσία» ως το «κόμμα των απατεώνων και των κλεφτών» έγινε το πιο επιτυχημένο παρατσούκλι της ρωσικής πολιτικής σε μια ολόκληρη γενιά. Ο Navalny αναδύθηκε ως το αστέρι του κινήματος διαμαρτυρίας που εμφανίστηκε τον Δεκέμβριο του 2011.

Με τον καιρό, ο Navalny ωρίμασε ως πολιτική προσωπικότητα: άρχισε να περιορίζει την εθνικιστική ρητορική που απευθύνεται μεν σε πολλούς Ρώσους, αλλά δεν είναι αποδεκτή από τους φιλελεύθερους Μοσχοβίτες και οι ομιλίες του έγιναν λιγότερο συγκρουσιακές. Απέχει πολύ από τον δημοκρατικό σωτήρα της Ρωσίας όπως πολλοί στην Δύση τον φαντάζονται, αλλά είναι αναμφισβήτητα η ενοποιητική μορφή της αντιπολίτευσης γύρω από την οποία θα μπορούσε να σχηματίσει ένα μαζικό κίνημα.

Οι συγκεκριμένες κατηγορίες στην υπόθεση Κίροφ, οι οποίες αφορούν μια περίοδο μέσα στο 2009, όταν ο Navalny ήταν σύμβουλος του Κυβερνήτη της Περιφέρειας, έχουν ανοίξει και κλείσει πολλές φορές. Από τότε, με το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον να είναι ρευστό, δεν ήταν γνωστό τι ακριβώς σχεδίαζε το κράτος να κάνει με τον Navalny, αλλά θέλησε να κρατήσει τις επιλογές του ανοιχτές και να διατηρήσει την διαρκή απειλή της δίωξης εναντίον του. Οι Αρχές θα ήθελαν να έχουν εμπλέξει τον Navalny στην αρένα διαχείρισης των επίσημων πολιτικών ή να τον δουν να εγκαταλείπει την χώρα. Αλλά αρνήθηκε να γίνει ένας τυπικός πολιτικός με ένα κόμμα και μια προκαθορισμένη πορεία προς τα αξιώματα - ίσως να ήταν λάθος, δεδομένου ότι η δυναμική της αντιπολίτευσης έχει επιβραδυνθεί τους τελευταίους μήνες.

Η δίωξη εναντίον του Navalny δεν είναι παρά ένα τμήμα μιας δικαστικής και νομοθετικής εκστρατείας με στόχο να εκφοβίσει και να κατακερματίσει την αντιπολίτευση. Η αναμέτρηση έχει γίνει ιδιαίτερα προσωπική μεταξύ του Navalny και του Alexander Bastrykin, του επικεφαλής της Ερευνητικής Επιτροπής (ουσιαστικά του ρωσικού FBI). Από τότε που ο Πούτιν επέστρεψε στην προεδρία τον περασμένο Μάιο, ο Bastrykin έθεσε τον εαυτό του στην πρώτη γραμμή της μάχης του κράτους με την αντιπολίτευση, αναπτύσσοντας τους ντετέκτιβ του ως ένα είδος πραιτοριανών του Κρεμλίνου. Με προσωπική παρότρυνσή του η υπόθεση Kirov άνοιξε και πάλι. Τα κίνητρα του Bastrykin μπορεί να είναι γραφειοκρατικά: λαμβάνοντας εντολή από τους ανώτερους να καταπολεμήσει την αντιπολίτευση με τον πιο επιθετικό τρόπο, η Ερευνητική Επιτροπή δείχνει τις δυνάμεις της εντός της κυβέρνησης και εξαναγκάζει το Κρεμλίνο να καλύψει τις υπερβάσεις της. Όλα αυτά βοηθούν τον Bastrykin στην ενδοκυβερνητική διαμάχη για πόρους και επιρροή - και η παράδοση του Navalny θα είναι η μεγαλύτερη επιτυχία του.

Για τον Πούτιν, όπως και για πολλές γενιές Ρώσων ηγετών, ο νόμος δεν λειτουργεί ως μέσο ελέγχου της εξουσίας, αλλά ως μέσο για την εδραίωση της. Αλλά ο Navalny παρουσιάζει ένα πιο δύσκολο στόχο από όσο, για παράδειγμα, ο Mikhail Khodorkovsky, ο πρώην επικεφαλής της πετρελαϊκής εταιρείας Yukos, ο οποίος συνελήφθη το 2003. Ο Khodorkovsky ήταν βουτηγμένος στον πλούτο του και στην ατμόσφαιρα της ανομίας που περιέβαλλε τους ολιγάρχες που εμφανίστηκαν στην δεκαετία του 1990. Η δίκη του Khodorkovsky μπορεί να ήταν μια περίπτωση επιλεκτικής δικαιοσύνης, αλλά δεδομένης της δικής του ιστορίας στις οικονομικές μηχανορραφίες, πολλοί την θεωρούν ακόμα ως δικαιοσύνη, είτε νόμιμα είτε πολιτικά κινούμενη.