Το τέλος της εποχής του Πετρέους | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το τέλος της εποχής του Πετρέους

Η άνοδος και η πτώση της αντιεξέγερσης

Η πτώση του Ντέιβιντ Πετρέους έστειλε τέτοια ωστικά κύματα στο πολιτικό σκηνικό όταν ανακοινώθηκε η σχετική είδηση, το Νοέμβριο, γιατί η αιτία ήταν τόσο κοινότυπη: ο πιο διάσημος και αμφιλεγόμενος αξιωματικός του στρατού της εποχής μας αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την δουλειά των ονείρων του ως διευθυντής της CIA εξαιτίας μιας εξωσυζυγικής σχέσης. Ωστόσο, πολύ καιρό αφότου ξεχαστούν οι ενοχλητικές λεπτομέρειες, η ευρύτερη σημασία του Πετρέους θα παραμείνει, καθώς η καριέρα του χάραξε μια από τις ζωτικής σημασίας στρατηγικές αφηγήσεις της εποχής - την άνοδο και την πτώση της αντιεξέγερσης στην αμερικανική στρατιωτική πολιτική.

Μέχρι πρόσφατα, το 2006, οι κορυφαίοι στρατηγοί της χώρας περιφρονούσαν ανοιχτά την αντιεξέγερση ως έννοια. Ο υπουργός Άμυνας, μόνο που δεν απαγόρευσε την χρήση του όρου. Ένα χρόνο αργότερα, κατοχυρώθηκε ως δόγμα του στρατού, προωθήθηκε στα υψηλότερα επίπεδα του Πενταγώνου και διακηρύχθηκε ως επίσημη πολιτική των ΗΠΑ από τον ίδιο τον πρόεδρο. Στη συνέχεια, πέντε χρόνια αργότερα, ένας νέος πρόεδρος και ένας νέος υπουργός Άμυνας εμπόδισαν τους αρχηγούς του στρατού ακόμη και να εξετάζουν την αντιεξέγερση στα πολεμικά σενάρια που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων σε στρατιωτικές δυνάμεις.

Οι απότομες αυτές αλλαγές αντικατοπτρίζουν τις μεταβαλλόμενες τροχιές των πολέμων που εξελίσσονται στο έδαφος. Ο Τζορτζ Μπους είχε εισβάλλει στο Αφγανιστάν το 2001 και στο Ιράκ το 2003 με μια στρατηγική «ελαφρού αποτυπώματος», με σκοπό να νικήσει τους εχθρούς και να αποχωρήσει γρήγορα για να αποφύγει να τελματωθεί. Αυτή η προσέγγιση, ωστόσο, αποκάλυψε τα όριά της καθώς το Ιράκ άρχισε να διαλύεται αμέσως μετά την κατάρρευση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν, και μέχρι τα μέσα του 2006 η χώρα είχε διολισθήσει σε έναν φαύλο, χαοτικό εμφύλιο πόλεμο. Απελπισμένος ο Μπους αποφάσισε να στοιχηματίσει στην αντιεξέγερση σε μια ύστατη προσπάθεια να αποτρέψει την καταστροφή, και διάλεξε τον Πετρέους, τον συγγραφέα ενός νέου εγχειριδίου του στρατού για αυτό το θέμα, να ηγηθεί της προσπάθειας. Η φαινομενική επιτυχία της νέας προσέγγισης για την σταματήσει τις αιμορραγία ενέπνευσε διοικητές, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Πετρέους, για να την εφαρμόσουν και στην επιδεινούμενη σύγκρουση στο Αφγανιστάν. Αλλά η προφανής αποτυχία της εκεί, οδήγησε τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα – που δεν ήταν ποτέ ένας θερμός οπαδός αυτής της προσέγγισης - να πάρει αποστάσεις από την στρατηγική όχι μόνο εκεί, αλλά και γενικότερα.

Τα αμερικανικά στρατεύματα είναι τώρα εκτός Ιράκ και αποσύρονται από το Αφγανιστάν, αλλά οι βασικές ερωτήσεις σχετικά με την αντιεξέγερση - counterinsurgency ή COIN, όπως είναι ευρέως αποδεκτή η συντομογραφία της - παραμένουν. Πέτυχε πραγματικά στο Ιράκ, και αν ναι, πώς; Γιατί δεν λειτούργησε στο Αφγανιστάν; Είναι μια βιώσιμη στρατηγική για την αντιμετώπιση σύγχρονων εξεγέρσεων, και αν είναι, μπορεί να χρησιμοποιηθεί από μια δημοκρατία όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες που έχουν λίγη υπομονή για παρατεταμένο πόλεμο;

ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΜΗΧΑΝΟΡΡΑΦΙΑΣ ΤΗΣ COIN

Η αναβίωση της COIN στην εποχή του Πετρέους - μια σύντομη εποχή, αλλά που της αξίζει αυτός ο τίτλος, τόσο πλήρης που ήταν η επιρροή του και η απίθανη φήμη που πέτυχε - ήταν εν μέρει προϊόν της πολιτικής των γενεών. Το 1974, όταν ο Πετρέους αποφοίτησε από το Ουέστ Πόιντ (σ.σ.: την στρατιωτική ακαδημία των ΗΠΑ), ο πόλεμος στο Βιετνάμ πλησίαζε στην άδοξη λύση του, και τα ανώτερα στελέχη του αμερικανικού στρατού ήταν αποφασισμένα να μην πολεμήσουν αντάρτες ποτέ ξανά, στη ζούγκλα ή οπουδήποτε αλλού. Αντίθετα, έστρεψαν το βλέμμα τους στην προοπτική ενός μεγάλου συμβατικού πολέμου με τη Σοβιετική Ένωση στις ορθάνοιχτες πεδιάδες της Ευρώπης και πέταξαν τα βιβλία που ήταν σχετικά με αυτό που ονομάζεται «χαμηλής έντασης σύγκρουση». Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι στρατιωτικοί γραφείς είχαν καταλήξει σε ένα ακόμη πιο απορριπτικό όρο: «στρατιωτικές επιχειρήσεις εκτός από τον πόλεμο», με την συντομογραφία MOOTW (από το military operations other than war, προφέρεται σαν «μούτγουα»). Και η αίσθηση ήταν, όπως το ψέλλισε ο στρατηγός Τζον Σαλικασβίλι, πρώην Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, ότι «οι αληθινοί άντρες δεν κάνουν «μούτγουα».

Πολλοί από τους σημερινούς αξιωματικούς, όμως, αναδύθηκαν μέσα από τις τάξεις εκείνων που πολεμούσαν σε αυτούς τους «μη πολέμους, πολέμους» (όπως τους αποκάλεσε κάποιος), στο Ελ Σαλβαδόρ, στον Παναμά, τη Σομαλία, την Αϊτή και τα Βαλκάνια, οι οποίοι δεν έδειχναν να είναι και τόσο χαμηλής έντασης και σίγουρα έδιναν την αίσθηση πολέμου. Ο ίδιος ο Πετρέους πέρασε τα πρώτα χρόνια της καριέρας του ως αξιωματικός της Αεροπορίας Στρατού στη Γαλλία και την Ιταλία, όπου πέτυχε έναν σωρό βιβλίων που διαλαλούσαν αυτό που οι Γάλλοι αποκαλούν «επαναστατικές εχθροπραξίες»: το μυθιστόρημα του Ζαν Λαρτεγκύ (Jean Lartéguy) «The Centurions», το Street Without Joy και το Hell in a Very Small Place του Μπέρναρντ Φολ (Bernard Fall), και, εκείνο με την μεγαλύτερη επιρροή, το Counterinsurgency Warfare: Theory and Practice, του Νταβίντ Γκαλουλά (David Galula). Ο Γκαλουλά, ο οποίος ήταν παρατηρητής αλλά είχε και ο ίδιος πολεμήσει σε αρκετές αντιεξεγέρσεις, ήταν διαφορετικός από οποιονδήποτε συγγραφέα είχε διαβάσει ο Πετρέους. Όπως δήλωνε στο βιβλίο του, «ο επαναστατικός πόλεμος έχει ειδικούς κανόνες, διαφορετικούς από εκείνους του συμβατικού πολέμου». Είναι σαν μια μάχη μεταξύ ενός λιονταριού και ενός ψύλλου: ο ψύλλος δεν μπορεί να δώσει γροθιά για νοκ-άουτ και το λιοντάρι δεν μπορεί να πετάξει. Ο επαναστατημένος μπορεί να σπείρει την αταξία οπουδήποτε, ενώ η αντεπαναστάτης - μαχόμενος για λογαριασμό της κυβέρνησης - θα πρέπει να διατηρήσει την τάξη παντού. Για να νικηθούν οι ψύλλοι απαιτείται η αποστράγγιση του βάλτου που τους στηρίζει. Για να νικηθούν οι εξεγέρσεις απαιτείται η προστασία, και μετά το «φλερτάρισμα» ή η ενσωμάτωση στον πληθυσμό που στηρίζει τον στόχο τους. Όπως περιγράφεται ο Γκαλουλά, ένας στρατιώτης σε μια εκστρατεία αντιεξέγερσης πρέπει «να είναι προετοιμασμένος να γίνει προπαγανδιστής, κοινωνικός λειτουργός, πολιτικός μηχανικός, δάσκαλος, νοσοκόμος». Ομοίως, «ένας πολύγραφος μπορεί να αποδειχθεί πιο χρήσιμος από όσο ένα πολυβόλο», και «οι υπάλληλοι έχουν μεγαλύτερη ζήτηση από όσο οι τουφεκιοφόροι». Αυτά τα είδη των πολέμων, υπολόγισε ο Galula αναφέροντας τον Μάο, είναι «20% στρατιωτική δράση και 80% πολιτική».

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο Πετρέους πέρασε ένα καλοκαίρι ως βοηθός του στρατηγού Τζον Γκάλβιν (John Galvin), του επικεφαλής της Νότιας Διοίκησης των ΗΠΑ. Η Κεντρική Αμερική ταλανιζόταν τότε από τα είδη των εξεγέρσεων που ο Πετρέους είχε μόνο διαβάσει προηγουμένως. Στο Ελ Σαλβαδόρ, αμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι επινοούσαν κάτι που έμοιαζε με σχέδιο αντιεξέγερσης. Προς το τέλος της παραμονής του, ο Πετρέους σκιαγράφησε ένα άρθρο για τον Γκάλβιν με τίτλο "Uncomfortable Wars: Toward a New Paradigm» (Άβολοι πόλεμοι: Προς ένα νέο παράδειγμα), το οποίο καλούσε τον στρατό να εγκαταλείψει την εμμονή του στους μεγάλους πολέμους και την μεγάλη δύναμη πυρός και να αναγνωρίσει την επικράτηση νέων ειδών πολέμου – την υπονόμευση, την τρομοκρατία, τις εξεγέρσεις ανταρτών. Όταν επέστρεψε στις ΗΠΑ, ο Πετρέους εργάστηκε πάνω σε αυτά τα σημεία σε μια διδακτορική διατριβή στο Πρίνστον για την «μυωπική» - μετά το Βιετνάμ - αποστροφή του στρατού σε τέτοιου είδους συγκρούσεις και την ανάγκη να αλλάξει αναλόγως το δόγμα του, την τακτική του και τις πολιτικές για την επάνδρωσή του.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο Πετρέους διετέλεσε επικεφαλής των επιχειρήσεων στην (υπό αμερικανική ηγεσία) πολυεθνική ειρηνευτική δύναμη στην Αϊτή, κάτι που ήταν η πρώτη του εμπειρία σε πλήρη οικοδόμηση έθνους. Λίγα χρόνια αργότερα, το 2001, είχε τοποθετηθεί στο Σεράγεβο, ως βοηθός του επικεφαλής του ΝΑΤΟ για τις πολεμικές επιχειρήσεις και αναπληρωτής διοικητής μιας μυστικής μονάδας που ονομαζόταν Joint Interagency Counterterrorism Task Force (Κοινή Διυπηρεσιακή Αντιτρομοκρατική Ομάδα Εργασίας). Μια ενημέρωση για το σχέδιο της εκστρατείας του, τόνιζε την ανάγκη τόσο να κυνηγηθούν οι τρομοκράτες άμεσα όσο και να αντιμετωπιστούν οι βαθύτερες αιτίες του προβλήματος, με την αντιμετώπιση της ανεργίας, του θέματος των ορμητηρίων και του διεφθαρμένου συστήματος δικαιοσύνης.

Το 2003, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπήκαν σε πόλεμο με το Ιράκ, και το σχέδιο της εκστρατείας που επινοήθηκε από τον υπουργό Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ και τον Τόμυ Φρανκς (Tommy Franks), τον επικεφαλής της αμερικανικής Κεντρικής Διοίκησης, δεν έκανε καμία χρήση σε οτιδήποτε από αυτά. Είχε ως στόχο να είναι μια εκστρατεία «σοκ και δέους» για την γρήγορη ανατροπή του καθεστώτος και στη συνέχεια να παραδώσει την ευθύνη της χώρας σε κάποιον, οποιονδήποτε άλλο – σε συμμάχους των Αμερικανών, Ιρακινούς εξορίστους, αδιάφθορους τοπικούς ηγέτες, οποιουσδήποτε. Ο Πετρέους διοικούσε την 101η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία κατά τη διάρκεια της σύντομης αλλά έντονης όδευσης προς την Βαγδάτη.

Ήταν μετά την πτώση του Σαντάμ που ο Πετρέους έβαλε τη σφραγίδα του. Έχοντας την εντολή να καταλάβει την επαρχία της Νινευή στο βόρειο Ιράκ, συμπεριλαμβανομένης της πόλης της Μοσούλης, εφάρμοσε όλα τα μαθήματα που είχε μάθει κατά τη διάρκεια της θητείας του στην Κεντρική Αμερική, την Αϊτή και την Βοσνία και από τις αναγνώσεις των βιβλίων του Γκαλουλά και των άλλων κλασικών της αντιεξέγερσης (που τα είχε μαζί του και τα συμβουλευόταν συχνά). Έψαξε, βρήκε και συνεργάστηκε στενά με τους ηγέτες της κάθε κοινότητας, έλεγξε υποψήφιους για τις νέες τοπικές εκλογές, έκανε τα βενζινάδικα να λειτουργούν, ξανάνοιξε το πανεπιστήμιο, άνοιξε ακόμη και τα σύνορα της επαρχίας με τη Συρία. Ο Πετρέους τα έκανε όλα αυτά με δική του πρωτοβουλία. Λίγοι άλλοι διοικητές εντόπισαν την δημιουργία μιας εξέγερσης. Ακόμα λιγότεροι κατάλαβαν τις επιπτώσεις της. Δεν είχαν διαβάσει για την στρατηγική της αντιεξέγερσης: δεν είχε αποτελέσει μάθημα στο West Point ή σε οποιοδήποτε από τα πολεμικά κολέγια του στρατού πρόσφατα, και δεν είχε δημοσιευθεί εγχειρίδιο σχετικά με το θέμα εδώ και 20 χρόνια.

Το 2005, ο Πετρέους επέστρεψε στην πατρίδα για να διοικήσει το Κέντρο Συνδυασμένων Όπλων του Στρατού των ΗΠΑ (U.S. Army Combined Arms Center), στο Φορτ Λέβενγουορθ (Fort Leavenworth), στο Κάνσας. Ήταν αποφασισμένος να βάλει την COIN στο επίσημο πρόγραμμα σπουδών του στρατού, να δείξει ότι ήταν μέρος του προγράμματος κατάρτισης για όλες τις μονάδες πριν να τοποθετηθούν στις διάφορες περιοχές, και πάνω απ' όλα να γράψει ένα νέο εγχειρίδιο για την αντιεξέγερση στο θέατρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Την ίδια στιγμή, χωρίς να είναι ορατό, μια νέα γενιά από ομοϊδεάτες αξιωματικούς ανερχόταν μέσα από τις τάξεις του στρατού, εμπνευσμένη από παρόμοιες εμπειρίες και διαποτισμένη με παρόμοιες ιδέες. Μεγάλο μέρος του νέου τρόπου σκέψης ήταν ομαδοποιημένο στο Τμήμα Κοινωνικών Επιστημών του West Point, που είναι γνωστό ως «Sosh» (σ.σ.: από το Social Sciences), όπου είχε διδάξει ο Πετρέους ενώ τελείωνε την διατριβή του. Το Sosh ήταν από καιρό το επίκεντρο για τον αντισυμβατικό τρόπο σκέψης στον στρατό, διευθυνόμενο από καθηγητές αποφασισμένους να βγάλουν «άτομα με πολύ ευρεία αντίληψη» και όχι απλώς διοικητές μονάδων. Για τους νεώτερους αξιωματικούς που είχαν επιστρέψει από τους πολέμους τύπου mootw της δεκαετίας του 1980 και του 1990 για να διδάξουν στο Sosh και το τμήμα ιστορίας στο West Point, το πρόγραμμα σπουδών και οι συζητήσεις ενίσχυαν αυτά που είχαν μάθει στα ομιχλώδη πεδία μάχης στον αναπτυσσόμενο κόσμο: ότι αυτές οι μάχες είχαν τουλάχιστον να κάνουν το ίδιο με την πολιτική και την οικονομία, όσο και με τις στρατιωτικές τακτικές και ότι οι περισσότεροι από τους ανώτερους αξιωματικούς - όντεςακόμα κολλημένοι στα διδάγματα του Ψυχρού Πολέμου με έμφαση στους μεγάλους ελιγμούς και τη βαριά δύναμη πυρός - ήταν ανεπαρκώς εξοπλισμένοι για να διοικήσουν ανορθόδοξους πολέμους.

Αυτή η ομάδα περιελάμβανε τον Τζον Ναγκλ (John Nagl), ο οποίος θα ξεκινούσε να γράψει ένα σημαντικό βιβλίο για την αντιεξέγερση, το Learning to Eat Soup With a Knife (Μαθαίνοντας να τρώς σούπα με μαχαίρι), τον Ειτς Αρ ΜακΜάστερ (H.R. McMaster), ο οποίος θα διοικούσε μία από τις πιο επιτυχημένες εκστρατείες COIN στον πόλεμο του Ιράκ, στην πόλη Ταλ Αφάρ, τον Κάλεβ «γκάνερ» Σεπ (Kalev "Gunner" Sepp), ο οποίος θα συνέβαλε στη συγκρότηση μιας ακαδημίας COIN για όλους τους νεοεισερχόμενους στρατιώτες στο Ιράκ, και άλλους. Κατά τα πρώτα χρόνια της αμερικανικής κατοχής στο Ιράκ, καθώς συνειδητοπούσαν ότι ο πόλεμος εκεί είχε μετασχηματιστεί σε μια εξέγερση που η αμερικανική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία δεν αναγνώριζε ή δεν ήξερε πώς να καταπολεμήσει, αυτοί οι ιδιαίτεροι αξιωματικοί, μαζί με μερικούς ξένους, έγραψαν άρθρα σε περιοδικά του στρατού, παρακολούθησαν σεμινάρια και συνέδρια, και σχημάτισαν μια εκκολαπτόμενη κοινότητα – «την κλίκα της COIN», ή «την μαφία του Sosh», όπως τους αποκάλεσαν ορισμένοι. Τον καιρό που ο Πετρέους ετοιμάστηκε να γράψει το νέο εγχειρίδιο για την COIN, το δίκτυο αυτό ήταν ήδη σε θέση να τον υποστηρίξει - και με τον Πετρέους, είχε έναν ηγέτη με άγρια φιλοδοξία, ταλέντο, και αστέρια στις επωμίδες του.

ΑΠΟ ΤΟ ΤΗΓΑΝΙ ΣΤΗΝ ΦΩΤΙΑ

Εν τω μεταξύ, η κόλαση είχε ξεσπάσει στο Ιράκ. Η ηρεμία που ο Πετρέους είχε πετύχει στη Μοσούλη διαβρώθηκε γρήγορα όταν η 101η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία αντικαταστάθηκε από μια μικρότερη δύναμη που ακολουθούσε συμβατική προσέγγιση. Άλλα μέρη της χώρας επιδεινώθηκαν περισσότερο και ταχύτερα. Κατά τη διάρκεια των τριών ετών μετά την πτώση της Βαγδάτης, μια υπερφορτωμένη αμερικανική Πολιτική Αρχή κατοχής, μια δύσμοιρη και ελλιπώς υποστηριζόμενη αμερικανική στρατιωτική διοίκηση και η κατακερματισμένη πολιτική σκηνή του ίδιου του Ιράκ συνδυάστηκαν για να παράγουν φαύλη αναρχία. Η ολοένα και πιο αυταρχική εθνική κυβέρνηση στη Βαγδάτη ανταγωνιζόταν για την εξουσία, όχι μόνο με αντάρτες υπό την ηγεσία δυσαρεστημένων σουνιτών και ριζοσπαστικών τζιχαντιστών στα δυτικά και στα βόρεια, αλλά και με αυτονομιστές σιίτες στο νότο. Η ίδια η πρωτεύουσα έγινε θέατρο φονικών επιχειρήσεων, και η σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα δεκάδες ακρωτηριασμένα πτώματα κάθε εβδομάδα.

Στις 23 Φεβρουαρίου του 2006 - την ίδια ημέρα που ο Πετρέους ξεκίνησε ένα εργαστήριο πάνω στο καινούργιο του εγχειρίδιο για την COIN στο Fort Leavenworth - σουνίτες αντάρτες ανατίναξαν το Χρυσό Τζαμί, ένα σημαντικό σιιτικό τέμενος στη Σαμάρα, στέλνοντας το Ιράκ στο χείλος του εμφυλίου πολέμου και δίνοντας στον Πετρέους μια μεγαλύτερη αίσθηση του επείγοντος. Προωθώντας το εγχειρίδιο μέσα από την στρατιωτική γραφειοκρατία που αντιστεκόταν, και εξασφαλίζοντας υποστήριξη για την COIN μεταξύ των διαμορφωτών της κοινής γνώμης, εμφανιζόταν πλέον ως ζωτικής σημασίας όχι μόνο για την μετατόπιση της ευρύτερης στρατιωτικής άποψης για τον πόλεμο, αλλά και για να αποφευχθεί η καταστροφή στο Ιράκ. Ο Πετρέους είχε ακούσει ψιθύρους ότι σε ένα χρόνο, θα μπορούσε να σταλεί πίσω στο Ιράκ ως ο νέος διοικητής των εκεί αμερικανικών δυνάμεων. Ωστόσο, για να είναι σε θέση να επιβάλει την στρατηγική που είχε εφαρμόσει στην Νινευή σε ολόκληρο το Ιράκ, θα χρειαζόταν την κάλυψη ενός επισήμως επικυρωμένου δόγματος, το οποίο θα παρείχε το εγχειρίδιο, εάν γινόταν αποδεκτό.

Ο στρατηγός Τζορτζ Κέισι, τότε διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ, είχε υπογράψει ένα σχέδιο εκστρατείας COIN το προηγούμενο καλοκαίρι, επηρεασμένος από δύο στρατηγικούς συμβούλους του, τον Σεπ και τον συνταγματάρχη Γουίλιαμ Χιξ (William Hix), συν-ιδρυτές της ακαδημίας COIN. Αλλά μέχρι τη στιγμή της επίθεσης στην Σαμάρα, ο Σεπ, ο Χιξ, και η ομάδα των συμβούλων του - ως επί το πλείστον ένα think-tank από δόκτορες (Ph.D.), με το παρατσούκλι «δόκτορες χωρίς εντολές» (doctors without orders) – είχαν μετατεθεί αλλού. Και υποστήριξη του Κέισι στην COIN ήταν πάντοτε ρηχή. Είχε υπηρετήσει στη Βοσνία, αλλά σε αντίθεση με τον Πετρέους, το είδε όχι ως μοντέλο για μελλοντικούς πολέμους, αλλά ως μια παγίδα, στην οποία οι ντόπιοι εκμεταλλεύτηκαν την μεγάλη και ενεργό παρουσία των ΗΠΑ για να αποφύγουν τις δικές τους ευθύνες, ακόμη και όταν η δυσαρέσκεια για τους ξένους μεγάλωσε. Ο Κέισι ήταν επίσης ένας θεσμικός στρατιωτικός, και από αυτήν την άποψη έβλεπε ότι το Ιράκ ρουφούσε τους πόρους του στρατού. Τέλος, είχε τις διαταγές του: ο Ράμσφελντ τού έλεγε να μειώσει την αμερικανική παρουσία και να φύγει από το Ιράκ το συντομότερο δυνατόν.

Έτσι, ο Κέισι απάντησε στην βομβιστική επίθεση στη Σαμάρα και στην επακόλουθη βία, επιστρέφοντας στις προ-COIN θέσεις του. Ο πόλεμος, όπως το είδε ο Κέισι, είχε εκφυλιστεί σε μια μάχη για την πολιτική και οικονομική ισχύ μεταξύ πολλών εθνικο-θρησκευτικών φατριών και, χωρίς να υπάρχει καμία εξέγερση, δεν είχε νόημα να ακολουθήσει στρατηγικές αντιεξέγερσης. Επανήλθε στην μόνη εναλλακτική λύση που ήξερε, το αρχικό σχέδιό του, που είχε καταρτιστεί πριν ο Χιξ και ο Σεπ ενταχθούν στο προσωπικό του, το οποίο (σχέδιο) συμπεριελάμβανε την απόδοση της εξουσίας στην ιρακινή κυβέρνηση και την γρήγορη απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων.

Για τους υποστηρικτές της COIN, ο Κέισι καθόριζε την αντιεξέγερση πολύ κυριολεκτικά. Μια άλλη φράση για τέτοιου είδους εκστρατείες, στο κάτω - κάτω, είναι «επιχειρήσεις σταθερότητας», και την άνοιξη του 2006 το Ιράκ ήταν η προσωποποίηση της αστάθειας. Η παράδοση της εξουσίας στην κυριαρχούμενη από σιίτες ιρακινή κυβέρνηση θα κάνει τα πράγματα χειρότερα παρά καλύτερα, δεδομένου ότι η κυβέρνηση ήταν και η ίδια μια από τις αντιμαχόμενες φατρίες. Η αστυνομία του Υπουργείου Εσωτερικών δεν ήταν φύλακας της δημόσιας τάξης: ήταν τάγματα θανάτου που δολοφονούσαν σουνίτες στο φως της ημέρας. Οι φρουροί του Υπουργείου Υγείας αρνούνταν τη θεραπεία σε τραυματίες σουνίτες στις πτέρυγες έκτακτης ανάγκης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην πραγματικότητα τους δολοφονούσαν. Η αποκλιμάκωση και η αποστασιοποίηση (των αμερικανικών δυνάμεων) θα έριχνε λάδι στη φωτιά και, ενδεχομένως, θα πυροδοτούσε μια ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση.

Η εναλλακτική λύση που διατυπώθηκε από τους οπαδούς της COIN ήρθε κατευθείαν από τον Γκαλουλά. Η αποστολή ενός στρατού αντιεξέγερσης, είχε γράψει, ήταν να εξωθήσει τους κακούς από μια περιοχή κάθε φορά, και στη συνέχεια να μένει εκεί ώστε να μην ξανάρθουν. Εν τω μεταξύ, θα έπρεπε επίσης να εκπαιδεύσει τους τοπικούς αστυνομικούς και στρατιώτες, ώστε να μπορούν οι ίδιοι να ασφαλίσουν τη χώρα τους, και να βοηθήσει την τοπική κυβέρνηση να παρέχει βασικές υπηρεσίες, κερδίζοντας έτσι την πίστη του λαού, στεγνώνοντας ή εξουδετερώνοντας, την υποστήριξή του στην εξέγερση. Ο σύντομος όρος για τη στρατηγική αυτή (που πάρθηκε από μια παρόμοια, αν και σύντομη, προσπάθεια κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ) ήταν «καθάρισε, κράτησε και να οικοδόμησε»: καθάρισε τους αντάρτες, κράτησε την περιοχή και οικοδόμησε υπηρεσίες και υποστήριξη.

Το εγχειρίδιο του Πετρέους για την COIN δόθηκε στη δημοσιότητα στις 15 Δεκεμβρίου 2006 με πολλές επευφημίες, κάποια κριτική και ένα εκπληκτικό ποσοστό περιέργειας. Εν μέρει λόγω της φήμης του Πετρέους ως ήρωα της Μοσούλης και της ικανότητάς του να αντιμετωπίζει τον Τύπο και το Κογκρέσο, περίπου 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι «κατέβασαν» την ηλεκτρονική έκδοση του εγχειριδίου τον πρώτο μήνα της δημοσίευσής του στις ιστοσελίδες του αμερικανικού στρατού. Αλλά το στρατιωτικό δόγμα είναι ένα πράγμα, η εθνική πολιτική είναι κάτι άλλο. Πριν να μπορέσει να έχει σημαντική επίδραση στον πόλεμο ή ευρύτερα στον στρατό των ΗΠΑ, τέσσερις αλλαγές θα έπρεπε να γίνουν: να υπάρξει ένας νέος υπουργός Άμυνας στην Ουάσιγκτον, ένας νέος διοικητής των ΗΠΑ στο έδαφος του Ιράκ, περισσότερα στρατεύματα για την εφαρμογή της νέας προσέγγισης και ένα σαφές παράδειγμα επιτυχημένης πρακτικής εφαρμογής για να φωτίσει τον δρόμο προς τα εμπρός. Όπως συνέβη, κατά το μήνα που το εγχειρίδιο δόθηκε στη δημοσιότητα, τέθηκαν τα θεμέλια και για τις τέσσερις προϋποθέσεις.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Στις 7 Νοεμβρίου 2006, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα υπέστη βαριά ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές. Όπως σημείωσε ο Μπους, οι ψηφοφόροι είχαν δώσει στη διοίκησή του και στο κόμμα «ένα βρωμόξυλο». Στον απόηχο της ήττας, ο Μπους απέλυσε τον Ράμσφελντ, τον βασικό θεωρητικό και πιο ένθερμο υποστηρικτή της προσέγγισης του «ελαφρού αποτυπώματος», ανοίγοντας το δρόμο για σοβαρή μελέτη της εναλλακτικής στρατηγικής στο Ιράκ που είχε κερδίσει έδαφος μεταξύ των διαφωνούντων σε διάφορα κλιμάκια.

Η υπόθεση που θα γινόταν γνωστή ως «το κύμα» προέκυψε από ποσοτική ανάλυση, αλλά εξαπλώθηκε ως αποτέλεσμα της γραφειοκρατικής δικτύωσης. Κατά τη διάρκεια του 2006, η Ομάδα Μελέτης του Ιράκ - μια ομάδα αρίστων που διορίστηκε από το Κογκρέσο για να δώσει συμβουλές σχετικά με την παραπαίουσα πολεμική προσπάθεια - πραγματοποίησε τις συσκέψεις της σχετικά με το τι θα πρέπει να κάνει η κυβέρνηση στη συνέχεια. Καθώς προχωρούσε το φθινόπωρο, ο Φρέντερικ Κάγκαν (Frederick Kagan), ένας αναλυτής αμυντικών θεμάτων στο American Enterprise Institute, ανησυχούσε ότι η Επιτροπή θα συστήσει μια ταχεία απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων αντί για μια δέσμευση να μείνουν και να κερδίσουν. Ο Κάγκαν είχε περάσει την προηγούμενη δεκαετία ως ένας πολιτικός καθηγητής στρατιωτικής ιστορίας στο West Point, διδάσκοντας, μεταξύ άλλων, για την πορεία του επαναστατικού πολέμου, την μοναδική μετά το Βιετνάμ παραχώρηση της ακαδημίας στη θεωρία COIN. Ένας από τους συναδέλφους του κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, και για έναν χρόνο συγκάτοικος στο ίδιο γραφείο, ήταν ο ΜακΜάστερ, ο διοικητής της εκστρατείας COIN στο Ταλ Αφάρ. Ο ΜακΜάστερ ήταν πλέον στην Ουάσιγκτον, ως ένας από τους 15 συνταγματάρχες που συμβούλευαν κρυφά το Γενικό Επιτελείο σχετικά με τις επιλογές για το Ιράκ. (Είχε προταθεί από τον Πετρέους).

Οι Κάγκαν και ΜακΜάστερ, αμφότεροι συμφώνησαν με τους επικριτές του Κέισι, αλλά ο Κάγκαν χρειαζόταν κάποια ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία για να υποστηρίξει την υπόθεσή του εναντίον του σχεδίου παράδοσης της εξουσίας και απόσυρσης. Ο ΜακΜάστερ πρότεινε να καλέσει ο Κάγκαν δύο πρώην συνεργάτες του από το Ταλ Αφάρ, τον συνταγματάρχη Τζόελ Άρμστρονγκ (Joel Armstrong) και τον ταγματάρχη Ντάνιελ Ντουάιερ (Daniel Dwyer), οι οποίοι είχαν τελειοποιήσει την ανάλυση που έκανε επιτυχημένη την επιχείρηση εκεί, συμπεριλαμβανομένου του σφιχτού υπολογισμού του αριθμού των στρατιωτών που ήταν απαραίτητοι, σε ποια σημεία και πότε. (Και οι δύο έκτοτε αποσύρθηκαν από τον στρατό). Ο Κάγκαν και λίγοι βοηθοί του είχαν ήδη μελετήσει την ελεύθερη βιβλιογραφία για να εντοπίσουν τις πιο βίαιες ιρακινές γειτονιές, κυρίως στη Βαγδάτη και την επαρχία Ανμπάρ. Οι Άρμστρονγκ και Ντουάιερ κατέβασαν εικόνες των περιοχών αυτών από το Google Earth και υπολόγισαν πόσα στρατεύματα θα χρειαστούν για να ασφαλιστεί - για να καθαρίσει και να κρατηθεί - η κάθε περιοχή. Το συμπέρασμα ήταν το εξής: πέντε ταξιαρχίες και δύο συντάγματα μάχης, περίπου 24.000 επιπλέον στρατιώτες συνολικά. Ο Ντουάιερ στη συνέχεια υπολόγισε το πόσο γρήγορα αυτές οι μονάδες θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν για το Ιράκ, με βάση του στρατιωτικό «μοντέλο παραγωγής ισχύος» (Το «force generation model» ήταν απόρρητο, αλλά ο Ντουάιερ, προς έκπληξή του, το βρήκε ανατυπωμένο στο Wikipedia). Αποδείχθηκε ότι πέντε ταξιαρχίες και δύο συντάγματα μάχης ήταν ακριβώς ο αριθμός που θα μπορούσε να δοθεί για το Ιράκ.

Οι Κάγκαν, Άρμστρονγκ και Ντουάιερ ετοίμασαν μια παρουσίαση σε PowerPoint με βάση την ανάλυση τους - 55 διαφάνειες συνολικά - και την έδειξαν σε ένα συνέδριο στις αρχές Δεκεμβρίου. Αλλά πρώτα, ο Κάγκαν την έδειξε στον Τζακ Κήν (Jack Keane), έναν απόστρατο στρατηγό ο οποίος επίσης ανησυχούσε όλο και περισσότερο για το Ιράκ. Όπως συνέβη, ο Κήν εκλήθη σε μια συνάντηση στον Λευκό Οίκο την επόμενη εβδομάδα, ως ένας από μια χούφτα εμπειρογνωμόνων για να συζητήσει με τον Μπους για το Ιράκ. Ο Κήν έφερε μαζί του ένα αντίγραφο των διαφανειών του Κάγκαν και το έδωσε στον αντιπρόεδρο Ντικ Τσένι. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, όλοι οι εμπειρογνώμονες έκαναν έκκληση στον Μπους να απολύσει τον Κέισι. Ο Μπους ρώτησε ποιος θα πρέπει να τον αντικαταστήσει. Ο Κήν ανέφερε τον Πετρέους. Οι άλλοι συμφώνησαν.

Ο Μπους είχε ορίσει πρόσφατα τον Ρόμπερτ Γκέιτς, πρώην διευθυντή της CIA, ως διάδοχο του Ράμσφελντ, και την πρώτη πλήρη ημέρα στη θέση του, ο Γκέιτς και μια χούφτα μελών του προσωπικού του, πέταξαν στο Ιράκ. Ο Έρικ Έντελμαν (Eric Edelman), τότε υφυπουργός Άμυνας, είχε ανακαλύψει τα σχετικά με την ενημέρωση από τον Κάγκαν, ο οποίος είχε εργαστεί στο παρελθόν ως βοηθός του, ζήτησε αντίγραφο των διαφανειών, και τις έδειξε στον Γκέιτς στην διάρκεια της πτήσης. «Ο πρόεδρος τα έχει δει αυτά», είπε ο Έντελμαν. «Θα πρέπει να τα δεις κι εσύ». Εν τω μεταξύ, ο Πετρέους είχε εκμεταλλευθεί το δικό του δίκτυο, συμπεριλαμβανομένων του ΜακΜάστερ, αρκετών άλλων συνταγματαρχών και στρατηγών στο Γενικό Επιτελείο, και, βεβαίως, την Μέγκαν Ο’Σάλιβαν (Meghan O'Sullivan), ειδική βοηθό του Μπους για το Ιράκ, με την οποία ο Πετρέους είχε δημιουργήσει ένα εναλλακτικό κανάλι επικοινωνίας: αυτή θα τον χρησιμοποιούσε για έναν επιβεβαιωτικό έλεγχο των αναφορών του Κέισι, και εκείνος θα την χρησιμοποιούσε για πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση στον Λευκό Οίκο.

Μέχρι τη στιγμή που ο Μπους συναντήθηκε με τους ανώτερους συμβούλους του επί της εθνικής ασφαλείας στο Κρόφορντ του Τέξας, τα Χριστούγεννα για να συζητήσουν για το Ιράκ, οι λύσεις ήταν έτοιμες να εφαρμοστούν, οι στρατηγικές έτοιμες για αλλαγή, καθώς και ο διορισμός του Πετρέους για επικεφαλής. Σε μια προβεβλημένη ομιλία του στις 4 Ιανουαρίου του 2007, ανακοινώνοντας τα σχέδιά του, ο Μπους δήλωσε ότι η κατάσταση στο Ιράκ ήταν απαράδεκτη και ότι «πρέπει να αλλάξουμε τη στρατηγική μας». Για να διευκολυνθεί η αλλαγή, όπως είπε, είχε αποφασίσει να στείλει «περισσότερους από 20.000 επιπλέον στρατιώτες» - πέντε ταξιαρχίες στρατού στη Βαγδάτη και άλλους 4.000 πεζοναύτες στο Ανμπάρ. «Σε προηγούμενες επιχειρήσεις», τόνισε, «οι ιρακινές και αμερικανικές δυνάμεις καθάρισαν πολλές γειτονιές τρομοκρατών και ανταρτών, αλλά όταν οι δυνάμεις μας προχώρησαν σε άλλους στόχους, οι δολοφόνοι επέστρεψαν. Αυτή τη φορά θα έχουμε τα επίπεδα δύναμης που πρέπει για να κρατήσουμε τις περιοχές που έχουν εκκαθαριστεί». Η αντιεξέγερση ήταν πλέον επίσημη πολιτική.

ΣΤΑΜΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΙΜΟΡΡΑΓΙΑ

Ενώ αυτοί οι ελιγμοί έπαιζαν στο εσωτερικό μέτωπο, κάτι συνέβαινε στο επίκεντρο της βίας, στο Ιράκ. Εβδομήντα χλμ. δυτικά της Βαγδάτης, στην πρωτεύουσα της επαρχίας Ανμπάρ, Ραμάντι, μια πόλη με σχεδόν μισό εκατομμύριο κατοίκους, όπου οι Σουνίτες αντάρτες ήταν ελεύθεροι και οι ένοπλοι της αλ Κάιντα είχαν τον έλεγχο, μόλις 6.000 στρατιώτες των ΗΠΑ έστρεφαν τον πόλεμο προς κλασικές τεχνικές COIN, με ελάχιστες οδηγίες ή έστω αναγνώριση από τη Βαγδάτη ή την Ουάσιγκτον.

Το φαινόμενο ονομάστηκε «Το ξύπνημα της Ανμπάρ». Ξεκίνησε όταν τοπικοί σουνίτες σεΐχηδες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι τζιχαντιστές ανάμεσά τους ξεπερνούσαν τις κόκκινες γραμμές: παντρεύονταν δια της βίας τις κόρες τους και σκότωναν όσους αντιστέκονταν, συχνά πετώντας τις σωρούς σε χωράφια αντί να τους παρέχουν την κατάλληλη μουσουλμανική ταφή. Οι σουνίτες αντάρτες που πυροβολούσαν τις αμερικανικές δυνάμεις κατοχής λίγες εβδομάδες νωρίτερα, πλέον ξεκίνησαν να ζητούν την βοήθειά τους εναντίον ενός κοινού - και πιο επικίνδυνου - εχθρού. Ο συνταγματάρχης Σην ΜακΦάρλαντ (Sean MacFarland), ο διοικητής της αμερικανικής ταξιαρχίας εκεί, υπήρξε δόκιμος της Sosh στο West Point, είχε μελετήσει την βιβλιογραφία της COIN στη Σχολή Προωθημένων Στρατιωτικών Μελετών στο Fort Leavenworth, και, πιο πρόσφατα, είχε αντικαταστήσει τον ΜακΜάστερ ως διοικητής υπεύθυνος της Ταλ Αφάρ. Ο ΜακΜάστερ τον είχε ενημερώσει πλήρως για το τι είχε κάνει εκεί. Ο ΜακΦάρλαντ πρόσθεσε τις δικές του πινελιές και αργότερα αποφάσισε να εφαρμόσει τις ίδιες αρχές όταν του ανατέθηκε το Ραμάντι.

Το Ραμάντι ήταν πιο σκληρό καρύδι. Για παράδειγμα, μόλις ο ΜακΜάστερ είχε διώξει τους αντάρτες από το Ταλ Αφάρ, έχτισε ένα φράχτη γύρω από την πόλη για να τους κρατήσει απ’ έξω, αλλά στο Ραμάντι, οι αντάρτες ζούσαν στην πόλη. Έτσι, ο ΜακΦάρλαντ έπρεπε να βρει πιθανούς συμμάχους για να τους προσλάβει σε μια αστυνομική δύναμη και να βρει χρήματα για έργα οικονομικής ανάπτυξης, ενώ οι σκληρές μάχες ήταν ακόμη σε εξέλιξη.
Ωστόσο, μέχρι τη στιγμή που ο Πετρέους επέστρεψε στο Ιράκ, η προσέγγιση του τύπου «καθάρισε, κράτησε και χτίσε» έδινε αποτελέσματα στο Ανμπάρ, και ο νέος διοικητής αποφάσισε να την επεκτείνει σε όλες τις περιοχές σουνιτών της χώρας. Ονόμασε το πρόγραμμα «Υιοί του Ιράκ», προσλαμβάνοντας πρώην πολιτοφύλακες για να συμμετάσχουν στον αγώνα κατά της αλ Κάιντα, δίνοντάς τους όπλα, και πληρώνοντάς τους από το ταμείο του διοικητή του (μια κίνηση με οριακή νομιμότητα, αλλά έπεισε τους δικηγόρους του να την εγκρίνουν υπό τον κωδικό «ασφάλεια περιοχής»). «Τα μετρητά είναι μια μορφή πυρομαχικών», είχε γράψει ο Γκαλουλά, και ο Πετρέους διατήρησε την ροή τους.

Σε αυτό το πρώτο έτος, καθώς η κίνηση έπιασε και η στρατηγική εξελίχθηκε, οι απώλειες στην αρχή αυξήθηκαν, αλλά στη συνέχεια υποχώρησαν. Ο κύκλος της βίας - η επίμονη ρουτίνα των σουνιτικών επιθέσεων που πυροδοτούσαν σιιτικά αντίποινα που προκαλούσαν πάλι σουνιτικές επιθέσεις, και ούτω καθεξής - έσπασε.
Το «Ξύπνημα της Ανμπάρ» είχε προηγηθεί του Πετρέους και της κίνησής του, και ξεκίνησε από σουνίτες, όχι Αμερικανούς. Αλλά χρειάστηκε ένας αξιωματικός με την κατάρτιση και την διάθεση του ΜακΦάρλαντ για να κατανοήσει τις δυνατότητές της και να ανταποκριθεί έξυπνα σε αυτήν. Ακόμη και τότε, θα είχε παραμείνει ένα τοπικό φαινόμενο εάν δεν είχε υπάρξει η αύξηση των στρατευμάτων και ο Πετρέους. Η αύξηση παρέσχε τους πόρους για να διαδοθεί το «Ξύπνημα» σε όλο το υπόλοιπο Ιράκ. Ο Πετρέους ήξερε ακριβώς πώς να το διαδώσει.

Η επιτυχία του Πετρέους, σε όλη τη σταδιοδρομία του, είχε προέλθει εν μέρει από την θρασεία αυτοπεποίθησή του. Κατά τη διάρκεια της εποχής του Κέισι, οι αμερικανικές δυνάμεις συχνά αντιμετώπιζαν επιθέσεις από μια σιιτική πολιτοφυλακή που είχε ως βάση τη γειτονιά της Βαγδάτης, Σαντρ Σίτι, αλλά ο Ιρακινός πρωθυπουργός Νούρι αλ-Μαλίκι εμπόδισε τον Κέισι να την αντιμετωπίσει, και ο Κέισι συγκατάνευσε. Αντίθετα, ο Πετρέους οδήγησε τα στρατεύματά του στη Σαντρ Σίτι χωρίς να το πει από πριν στον Μαλίκι, και μετά του έδωσε πληροφορίες που έδειχναν ότι ο Μουκτάντα αλ Σαντρ (Muqtada al-Sadr), ο ηγέτης της πολιτοφυλακής, δεν ήταν αξιόπιστος φίλος όπως πίστευε ο Μαλίκι.

Η ανάκαμψη στο Ιράκ το 2007 ήταν αξιοσημείωτη, αλλά είχε επίσης ξεπεράσει τις δυνατότητές της. Αυτό δεν οφείλεται εξ ολοκλήρου στην αύξηση των πόρων ή στην COIN ή στον Πετρέους προσωπικά. Υπήρχαν και άλλοι παράγοντες, που είχαν ελάχιστη σχέση με όσα είχαν κάνει οι Αμερικανοί (εκτός από την αρχική εισβολή στο Ιράκ και την παρεπόμενη καταστροφή του κοινωνικού ιστού). Η διοίκηση του Πετρέους και η αύξηση των πόρων (δηλαδή, το «κύμα») ήρθε αργά για να τον εμφύλιο πόλεμο. Πολλές περιοχές βίας είχαν ήδη εκκαθαριστεί μέσω της εθνοκάθαρσης και της εξορίας εκατοντάδων χιλιάδων σουνιτών. Επιπλέον, οι σουνίτες δεν θα ήταν τόσο πρόθυμοι να χωρίσουν από τους τζιχαντιστές, πολύ δε λιγότερο να συμμαχήσουν με τους Αμερικανούς, αν δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι έχαναν τον εμφύλιο πόλεμο εναντίον των σιιτών. Ομοίως, ο Μαλίκι συναίνεσε με τις αμερικανικές επιθέσεις σε σιιτικές πολιτοφυλακές εν μέρει επειδή δεν είχε άλλη επιλογή, αλλά και επειδή συνειδητοποίησε ότι ο πρώην συνεργάτης του, ο Σαντρ, ήταν τουλάχιστον μια απειλή όσο και σύμμαχος.

Υπήρχε επίσης ένα μεγαλύτερο ζήτημα. Ο Πετρέους συχνά έλεγε δημοσίως και ιδιωτικώς ότι η αύξηση των πόρων ήταν ένα μέσο και όχι μια λύση. Η ιδέα ήταν να δοθεί στις παρατάξεις του Ιράκ μια σχετικά ήρεμη ανάπαυλα στην οποία θα μπορούσαν να εξεύρουν μια διαρκή πολιτική διευθέτηση, τέτοια που να συμφιλιώνει σουνίτες και σιίτες, έτσι ώστε να δημιουργηθούν πραγματικά εθνικοί θεσμοί, να αντιμετωπιστούν οι κουρδικές απαιτήσεις για περιφερειακή αυτονομία, να μοιραστεί ο πετρελαϊκός πλούτος του Ιράκ και να επιλυθούν οι περιουσιακές διαφορές στο Κιρκούκ. Έξι χρόνια αργότερα, τίποτα από αυτά δεν έχει συμβεί. Η αύξηση των πόρων (το «κύμα») και η στροφή προς την COIN μπορεί να εκληφθεί, εκ των υστέρων, ως σχετική επιτυχία τακτικής, στην καλύτερη περίπτωση. Εκείνη την εποχή, όμως, θεωρήθηκαν ως κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, και έτσι βοήθησαν να σχηματοποιηθούν αποφάσεις όταν ήρθε η ώρα για την επόμενη μεγάλη κλιμάκωση.

ΣΑΠΟΥΝΙΣΕ, ΞΕΠΛΥΝΕ, ΕΠΑΝΕΛΑΒΕ

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατεία του 2008, ο Ομπάμα έκανε επανειλημμένα έκκληση για την αποστολή περισσότερων στρατευμάτων στο Αφγανιστάν. Πολλοί πίστευαν ότι έκανε πολιτική: ο πόλεμος στο Ιράκ ήταν του Μπους, ως εκ τούτου κακός. Το Αφγανιστάν ήταν ο πόλεμος που ο Μπους είχε παραμελήσει, ως εκ τούτου καλός. Ίσως να υπήρξε κάποια βάση για αυτό, αλλά ένας άλλος παράγοντας ήταν ότι ένας από τους συμβούλους εξωτερικής πολιτικής του Ομπάμα ήταν ο Μπρους Ρίντελ (Bruce Riedel). Ως πρόσφατα συνταξιούχος αναλυτής της CIA, με ειδικότητα στη Νότια Ασία, ο Ρίντελ κατείχε μια βαθιά γνώση των τρομοκρατικών ομάδων του Αφγανιστάν και του Πακιστάν, και ο Δημοκρατικός υποψήφιος εισάκουσε την ενημέρωσή του για τους σχετικούς κινδύνους.

Μετά την εκλογή του, ο Ομπάμα ξεκίνησε να εκπληρώνει τις δεσμεύσεις του, βάζοντας τον Ρίντελ υπεύθυνο για μια γρήγορη ανασκόπηση της πολιτικής προς αυτό που πλέον ονομάστηκε AfPak. Τα αποτελέσματα της επανεξέτασης ανακοινώθηκαν περί το τέλος Μαρτίου του 2009, τηρώντας τους στόχους για το Αφγανιστάν - να «ταπεινωθεί, να διαλυθεί και να καταστραφεί η αλ Κάιντα», να επιταχυνθεί η εκπαίδευση των Αφγανών στρατιωτικών και να δημιουργηθεί κυβέρνηση στην Καμπούλ - και υποστηρίζοντας ότι ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθούν, τουλάχιστον στο νότιο τμήμα της χώρας, ήταν μέσω «μιας πλήρως εξοπλισμένης στρατηγικής αντιεξέγερσης». Όπως και στο Ιράκ, η νέα πολιτική συνοδευόταν από έναν δυναμικό νέο διοικητή, τον στρατηγό Στάνλεϊ Μακ Κρίσταλ, και κάποια επιπλέον στρατεύματα.

Όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο Ρίντελ, δεν ήξερε τίποτα για την COIN εκ των προτέρων και είχε επηρεαστεί σε αυτό το σημείο από ένα από τα μέλη της διϋπηρεσιακής ομάδας που εργάστηκε για την ανασκόπηση: τον Πετρέους, διοικητή τώρα της Κεντρικής Διοίκησης. Οι περισσότεροι από τους ανώτερους συμβούλους του Ομπάμα υποστήριξαν την ιδέα, και πάλι υπό την επιρροή του Πετρέους, αλλά υπήρχαν δύο σημαντικοί διαφωνούντες. Ο αντιπρόεδρος Τζόζεφ Μπάιντεν τάχθηκε υπέρ μιας στρατηγικής «ενισχυμένης αντιτρομοκρατίας» - κυνηγητό των ανταρτών (χρησιμοποιώντας χτυπήματα από μη επανδρωμένα αεροσκάφη και επιδρομές των Ειδικών Δυνάμεων) και την εκπαίδευση του αφγανικού στρατού - με το σκεπτικό ότι η COIN θα έπαιρνε πολύ χρόνο και θα εξαντλείτο η υπομονή της κοινής γνώμης. Ο άλλος σκεπτικιστής ήταν ο Γκέιτς, ο οποίος παρέμεινε ως υπουργός Άμυνας. Ήταν αναπληρωτής διευθυντής της CIA όταν οι Σοβιετικοί συνετρίβησαν και κάηκαν στο απαγορευτικό έδαφος του Αφγανιστάν και ανησυχούσε ότι αν το αποτύπωμα των ΗΠΑ γινόταν πολύ μεγάλο και ενοχλητικό η ιστορία θα μπορούσε να επαναληφθεί.

Μέχρι τα τέλη του καλοκαιριού, δύο πράγματα είχαν αλλάξει γνώμη στον Γκέιτς. Το πρώτο ήταν ένα άρθρο στο The Weekly Standard υπό τον τίτλο «Δεν είμαστε οι Σοβιετικοί στο Αφγανιστάν» από τον Κάγκαν (που είχε δουλέψει την αύξηση των πόρων στο Ιράκ), ο οποίος σημείωνε ότι οι Σοβιετικοί είχαν εισβάλλει με ωμή βία, ότι το οπλοστάσιό τους δεν περιείχε όπλα ακριβείας και ότι οι στρατιώτες τους δεν είχαν καμία εμπειρία σε COIN. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κάνουν τα πράγματα διαφορετικά. Το δεύτερο ήταν μια 66σέλιδη μυστική έκθεση του Μακ Κρίσταλ, ο οποίος είχε πραγματοποιήσει τη δική του ανασκόπηση πολιτικής, με τη δική του ομάδα από οπαδούς της COIN, μετά την άφιξή του στο θέατρο του Αφγανιστάν.

Η έκθεση διέρρευσε στην εφημερίδα The Washington Post, τον Σεπτέμβριο, ακριβώς όταν ο Λευκός Οίκος ήταν στη μέση μιας άλλης αναθεώρησης της πολιτικής του για το Αφγανιστάν. Οι κορυφαίοι βοηθοί του Ομπάμα ήταν εξαγριωμένοι, εκλαμβάνοντας τη διαρροή ως πρόσθετη πίεση από τους στρατηγούς για να μεταβούν σε μια πλήρους κλίμακας εκστρατεία COIN. Στο τέλος του έτους, ο Ομπάμα ανακοίνωσε μια συμβιβαστική απόφαση: Ο Μακ Κρίσταλ θα πάρει αύξηση πόρων στο Αφγανιστάν (33.000 Αμερικανοί στρατιώτες καθώς και περισσότεροι από 7.000 σύμμαχοι του ΝΑΤΟ), αλλά θα έχουν ένα σύντομο «παράθυρο» για να επιχειρήσουν: η απόσυρση θα ξεκινούσε στα μέσα του 2011 .

Ο νέος διοικητής δεν ήταν πρωτάρης στη θεωρία COIN, όπως κάποιοι πίστευαν εκείνη την εποχή. Στο West Point, όπου ο Μακ Κρίσταλ ήταν δύο χρόνια νεώτερος του Πετρέους, το αγαπημένο του μάθημα ήταν εκείνο για τις επαναστατικές εχθροπραξίες. Ωστόσο, η πρόσφατη εμπειρία του βασιζόταν στο πλαίσιο «σκότωσε-και-συνέλαβε», κάτι που είχε εξελίξει κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράκ ως επικεφαλής της Κοινής Διοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων. Όταν ξαναμπλέχτηκε με την COIN καθώς πήρε την διοίκηση στο Αφγανιστάν, την υιοθέτησε με τον ζήλο του προσηλυτισμένου.

Η θητεία του Μακ Κρίσταλ δεν ήταν επιτυχής. Ασπάστηκε την COIN με μια άκαμπτη κυριολεξία. Ο Γκαλουλά είχε ορίσει την αντιεξέγερση ως 80% πολιτική και 20% στρατιωτική δράση. Ο Μακ Κρίσταλ, στην επίσημή του «Καθοδήγηση COIN», έβαλε την ισορροπία στο 95% - 5%, βαραίνοντας τους αξιωματικούς του με κανόνες εμπλοκής που τους καθιστούσαν ανίκανους για δράση. Η πρόθεσή του ήταν να θέσει ένα τέλος στις ζώνες ελευθέρου πυρός από το έδαφος ή από αεροπλάνα, που ο προκάτοχός του είχε ενθαρρύνει να δημιουργηθούν. Αλλά είχε μια περίεργη μηχανιστική άποψη της λειτουργίας της στρατηγικής. Σχεδιάζοντας την πρώτη επίθεσή του στην Marja στις αρχές του 2010, σκέφτηκε ότι η μάχη θα τελειώσει σε μια εβδομάδα ή περίπου τόσο, και στη συνέχεια, όπως είπε στον Ντέξτερ Φίλκινς (Dexter Filkins) των The New York Times, «έχουμε ήδη μια κυβέρνηση, έτοιμη να αναλάβει». Τίποτα δεν ήταν τόσο απλό. Οι μάχες συνεχίστηκαν και η «έτοιμη κυβέρνηση» ήταν απατηλή.

Εκείνο το καλοκαίρι, ο Μακ Κρίσταλ παραιτήθηκε αφότου το περιοδικό Rolling Stone δημοσίευσε ένα άρθρο αναφέροντας ότι αυτός και το προσωπικό του έκαναν άξεστα σχόλια για ανώτερους αξιωματούχους των ΗΠΑ. Ο Ομπάμα διόρισε τον Πετρέους να πάρει τη θέση του. Αν κάποιος μπορούσε να κάνει την COIN να δουλέψει στο Αφγανιστάν, ήταν ο στρατηγός που φαινόταν ότι την έκανε να λειτουργήσει στο Ιράκ.

Το πρόβλημα ήταν ότι κανείς δεν θα μπορούσε να την κάνει να λειτουργήσει στο Αφγανιστάν. Μερικές φορές, ο ίδιος ο Πετρέους φάνηκε να το καταλαβαίνει αυτό. Ένα κεφάλαιο του βιβλίου του Γκαλουλά (το οποίο συνέχιζε να συμβουλεύεται) έχει τίτλο «Οι προϋποθέσεις για μια επιτυχημένη εξέγερση». Οι συνθήκες που περιγράφει περιλαμβάνουν μια αδύναμη ή διεφθαρμένη κυβέρνηση, μια γειτονική χώρα που προσφέρει ασφαλή καταφύγια, έναν κατ' εξοχήν αγροτικό και αναλφάβητο πληθυσμό, και μια πρωτόγονη οικονομία - ακριβώς τα χαρακτηριστικά του Αφγανιστάν του Χαμίντ Καρζάι. Στην παρουσίαση του PowerPoint που ο Πετρέους έδωσε σε αμέτρητες αντιπροσωπείες που επισκέπτονταν το αρχηγείο του στην Καμπούλ, είχε δώσει σε μία διαφάνεια τον τίτλο «Σύννεφα Καταιγίδας», παραθέτοντας όλους αυτούς τους παράγοντες ως κακούς οιωνούς για την έκβαση του πολέμου.

Αλλά η αισιοδοξία του Πετρέους ήταν πάρα πολύ επίμονη. Ο Πετρέους αναγνώρισε τα εμπόδια, αλλά το ξεπέρασμα των εμποδίων ήταν η ειδικότητά του: ήταν αυτό που έκανε πρόσφατα και ιδιαίτερα στο Ιράκ. Διανοητικά, κατάλαβε ότι οι δύο πόλεμοι και οι δύο χώρες ήταν πολύ διαφορετικές. Η παρουσίασή του σε PowerPoint περιλαμβάνει και μια διαφάνεια με τίτλο «Το Αφγανιστάν δεν είναι Ιράκ». Αλλά το Ιράκ ήταν αυτό που ήξερε καλύτερα, έτσι ήταν φυσικό για αυτόν να δει τα προβλήματα του Αφγανιστάν μέσω ενός ιρακινού πρίσματος. Η ενστικτώδης αντίδρασή του σε κάθε νέα πρόκληση ήταν να αναζητήσει έναν παραλληλισμό από τα χρόνια του στο Ιράκ (Το λύσαμε αυτό έτσι στη Μοσούλη .... Το κάναμε αυτό, όταν τούτο συνέβη στο Ανμπάρ .... είπα αυτό όταν ο Μαλίκι απείλησε να κάνει εκείνο). Μια φορά έκανε σύγκριση μεταξύ της Καμπούλ και της Βαγδάτης κατά τη διάρκεια μιας συνομιλίας του με τον ίδιο τον Καρζάι. Στη συνέχεια, ένας από τους βοηθούς του, ο οποίος είχε επιχειρήσει και στις δύο χώρες, του είπε χωρίς περιστροφές: «Μην μιλάς για το Ιράκ τόσο πολύ», προσθέτοντας, «θα μπορούσε να είναι μια καλή πνευματική άσκηση για σένα να προσπαθήσεις να μην σκέπτεσαι καθόλου το Ιράκ». Ο Πετρέους κούνησε το κεφάλι του και είπε: «Δουλεύω πάνω σε αυτό».

Γεγονός ήταν ότι δεν υπήρχαν ομοιότητες με ό, τι είχε διευκολύνει την COIN στο Ιράκ: οι θρησκευτικές και φυλετικές διαιρέσεις ήταν πιο περίπλοκες. Δεν υπήρχε βάση για, ας πούμε, ένα «ξύπνημα» των Παστούν. Ο κύριος εχθρός, οι Ταλιμπάν, ήταν ντόπιοι, όχι ξένοι. Το πρόβλημα δεν ήταν ο Πετρέους ή ο Μακ Κρίσταλ ή ακόμη και ο Καρζάι. Ήταν ότι το Αφγανιστάν δεν ήταν ευαίσθητο στην COIN. Τελικά, ο Ομπάμα το αναγνώρισε αυτό. Είχε εγκρίνει προσωρινή αύξηση πόρων και COIN στο Αφγανιστάν, δίνοντας 18 μήνες στην πολιτική αυτή για να παράγει αποτελέσματα. Οι στρατηγοί τον διαβεβαίωσαν, περισσότερο βασιζόμενοι στην ελπίδα παρά στην ανάλυση, ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Όταν τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά, απέσυρε τα επιπλέον στρατεύματα και αποκλιμάκωσε την COIN στην «ενισχυμένη αντιτρομοκρατίας» που είχε προτείνει ο Μπάιντεν. Εν τω μεταξύ, είχε σκοτώσει τον Οσάμα Μπιν Λάντεν και αποδεκάτισε τις τάξεις της αλ Κάιντα, κι έτσι μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά ενώ δήλωνε νικητής.

Πίσω στον Φεβρουάριο του 2006, στην ομάδα εργασίας που έφτιαξε ο Πετρέους στο Fort Leavenworth για να συζητήσουν το εγχειρίδιο της COIN, μερικοί συμμετέχοντες είχαν αμφισβητήσει το σύνολο της επιχείρησης. Ήταν τα ιστορικά προηγούμενα της COIN - κυρίως, αποικιακοί πόλεμοι εναντίον μαοϊκών ανταρτών – σχετικά απέναντι σε μεσσιανικούς τζιχαντιστές σε αποτυχημένα αλλά κυρίαρχα κράτη; Αν ο κύριος στόχος της στρατηγικής COIN είναι να βοηθήσει την τοπική κυβέρνηση να πετύχει την νομιμότητα, τι σημαίνει νομιμότητα και πώς μπορεί να προωθηθεί; Και είναι εύλογη η αναγκαστικά παρατεταμένη φύση μιας πραγματικής εκστρατείας αντιεξέγερσης δεδομένης της απαίτησης του αμερικανικού πολιτικού συστήματος για γρήγορα αποτελέσματα; Ο Πετρέους είχε γράψει στη διατριβή του πως «το Βιετνάμ ήταν μια εξαιρετικά οδυνηρή υπενθύμιση ότι, όταν πρόκειται για παρέμβαση, ο χρόνος και η υπομονή δεν είναι αρετές σε αφθονία για τους Αμερικανούς». Αν είχε ξαναδεί τη διατριβή του, θα μπορούσε να σημειώσει ότι το Ιράκ και το Αφγανιστάν είναι πλέον τέτοιες υπενθυμίσεις, επίσης.

ΠΥΡΑ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΦΟΡΑ

Καθώς η εποχή του Πετρέους τελειώνει, ποια διδάγματα μπορούν να αντληθούν; Μια προσέγγιση COIN βοήθησε να παραχθούν εντυπωσιακά αποτελέσματα σε περιοχές του Ιράκ και του Αφγανιστάν, κυρίως στη Μοσούλη, την Ταλ Αφάρ και την επαρχία Ανμπάρ, της οποίας η «Αφύπνιση, το Ξύπνημα» στη συνέχεια εξαπλώθηκε σε πολλές άλλες περιοχές σουνιτών. Το πράγμα που ξεχωρίζει, όμως, ήταν ότι σε αυτούς τους τομείς, οι Αμερικανοί και οι τοπικές αρχές - ο δήμαρχος, το επαρχιακό συμβούλιο ή οι πρεσβύτεροι των φυλών - μοιράζονταν κοινά συμφέροντα ή τουλάχιστον κοινούς εχθρούς. Όμως, τόσο στο Ιράκ όσο και στο Αφγανιστάν, οι κεντρικές κυβερνήσεις, τις οποίες η COIN τελικά έπρεπε να ενισχύσει, ήταν ένα άλλο θέμα. Εάν η ταυτότητα και τα συμφέροντα μιας κυβέρνησης εμποδίζουν την θέληση του καθεστώτος ή την ικανότητά του να κατευθύνει τον λαό με νομιμότητα, και αν η παρεμβατική δύναμη έχει λίγη ισχύ για να αλλάξει αυτό το γεγονός, τότε η εκστρατεία αντιεξέγερσης μπορεί να είναι μάταιη.

Η φασαρία γύρω από τον Πετρέους και το εγχειρίδιό του για την COIN ήταν πάντα υπερβολική. Η αντιεξέγερση είναι μια τεχνική, δεν είναι μια μεγάλη στρατηγική. Τα εγχειρίδια είναι οδηγοί για την προετοιμασία των αξιωματικών ώστε να πολεμήσουν σε συγκεκριμένες συνθήκες, και υπό αυτή την έννοια, ένα εγχειρίδιο για την COIN δεν είναι πολύ διαφορετικό από ένα εγχειρίδιο για τον πόλεμο στα βουνά, σε αμφίβιες επιχειρήσεις ή με τεθωρακισμένα. Αν το περιβάλλον είναι κατάλληλο και οι συνθήκες είναι ευνοϊκές, ένα καλό εγχειρίδιο μπορεί να προσφέρει έναν οδικό χάρτη προς την επιτυχία. Αλλά αν ένα βουνό είναι πάρα πολύ απότομο για αναρρίχηση, ή μια παραλία πολύ ταραγμένη από καταιγίδα, ή ένα πεδίο πολύ ακατάστατο για να ελιχθούν τα τανκς, τότε ακόμη και το καλύτερο εγχειρίδιο δεν θα βοηθήσει πολύ - και αυτό είναι ευθύνη του διοικητή να το πει.

Κατά την αξιολόγηση των προοπτικών για μια εκστρατεία COIN, αν οι αντάρτες είναι εκτός εμβέλειας ή αν η κυβέρνηση που αντιμετωπίζει το πρόβλημα είναι πολύ διεφθαρμένη για να βελτιωθεί ή αν ο πόλεμος είναι πιθανό να χρειάζεται περισσότερο χρόνο και χρήμα από όσο ένας πρόεδρος ή ένα έθνος είναι πρόθυμοι να δεσμεύσουν, τότε κι εδώ, επίσης, είναι ευθύνη του κυβερνήτη να το πει. Λίγοι πρόεδροι των ΗΠΑ έχουν βυθιστεί σε μια αντιεξέγερση επίτηδες, όμως εξακολουθεί να τείνει να συμβεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε κάθε γενιά ή περίπου τόσο - σε διαστήματα ακριβώς αρκετά ώστε τα μαθήματα του τελευταίου πολέμου να έχουν ξεχαστεί. Θα ήταν καλό, λοιπόν, για τους αξιωματικούς αυτής της γενιάς και τους πολιτικούς, να ξεκαθαρίσουν τα διδάγματα από αυτούς τους πολέμους COIN, έτσι ώστε την επόμενη φορά, οι Ηνωμένες Πολιτείες όχι μόνο να μπορούν να τους διεξάγουν πιο αποτελεσματικά, αλλά, πιο σημαντικό, να υπολογίζουν με μεγαλύτερη σύνεση αν θα πρέπει να παρέμβουν εξαρχής.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/138459/fred-kaplan/the-end-of-the...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr