Η αδύναμη τουρκική δημοκρατία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η αδύναμη τουρκική δημοκρατία

Η πλατεία Ταξίμ και η τραγωδία της ισχύος
Περίληψη: 

Μπορεί το Γκεζί Παρκ να αποδειχθεί ο Τιτανικός για τον Ερντογάν. Ο δρόμος για την Προεδρία το 2014 δεν έχει κλείσει, ωστόσο δυσκολεύει. Είναι πιθανό στο απόγειο της ηγεμονίας του, τη στιγμή που εξύφαινε το σχέδιό του για μια νεο-οθωμανική Τουρκία, να μετατραπεί από ισχυρός άνδρας της Τουρκίας σε αποδιοπομπαίο τράγο.

Η ΡΕΒΕΚΚΑ Γ. ΠΑΙΔΗ είναι επιστημονική συνεργάτις του Εργαστηρίου Διεθνών Σχέσεων & Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης του Παν. Μακεδονίας και υπ. Διδάκτορας στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του ίδιου Πανεπιστημίου με αντικείμενο τις Διεθνείς Σχέσεις των μικρών δυνάμεων. Έχει σπουδάσει Διεθνή Πολιτική Οικονομία στο Πανεπιστήμιο του Sheffield (MA) και Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο του Cambridge (Mphil.).

Καθώς οι διαμαρτυρίες στην πλατεία Ταξίμ συνεχίζονται τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται, όχι μόνο για την εξέλιξη τους αλλά και για τις επιπτώσεις στο μέλλον της Τουρκίας. Πώς θα επηρεάσουν τα γεγονότα στην πλατεία Ταξίμ τον Ερντογάν, το AKP, τον εκδημοκρατισμό, αλλά και τη διεθνή θέση της Τουρκίας; Ποια θέματα προκύπτουν για τις ΗΠΑ, αλλά και για την Ε.Ε.; Προκειμένου, να κατανοήσουμε όσα συμβαίνουν στην Τουρκία σήμερα και να εξετάσουμε τα ζητήματα που ανακύπτουν είναι ανάγκη να διατρέξουμε εν συντομία την περασμένη δεκαετία που έφερε τον Ερντογάν στο απόγειο της ισχύος του και την Τουρκία να ξεδιπλώνει ένα νεο-οθωμανικό σχέδιο με απώτερο σκοπό να καταστεί μια περιφερειακή δύναμη, παγκόσμιος παίκτης στο νέο πολυπολικό διεθνές σύστημα που διαμορφώνεται με την άνοδο νέων δυνάμεων. Το αν τα γεγονότα που ξεκίνησαν με αφορμή το Γκεζί Παρκ είναι ικανά να φέρουν και περισσότερη ελευθερία στην Τουρκία, είναι μια εξέλιξη που θα φανεί σε βάθος χρόνου. Το βέβαιο είναι ότι οι διαδηλωτές έχουν ήδη ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο για τον Ερντογάν, το AKP, και τις σχέσεις της Τουρκίας με τη Δύση.

Η ΜΕΤΑ-ΚΕΜΑΛΙΚΗ ΤΟΥΡΚΙΑ: ΝΕΟ-ΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Με την άνοδο του AKP στην εξουσία το 2002, μετά από μια δεκαπενταετία ταραχώδους πολιτικής ζωής και εύθραυστων συνασπισμών, μια νέα σταθερή κυβέρνηση σημάνει την ιδεολογική μετάβαση από τον κεμαλισμό στον ισλαμισμό. Παρόλαυτα, φαίνεται να παραμένει προσηλωμένη στο δυτικό και ευρωπαϊκό όραμα της Τουρκίας, επιχειρώντας αποφασιστικές μεταρρυθμίσεις α) για τον περιορισμό της εξουσίας των στρατιωτικών και τον πολιτικό έλεγχο στον στρατό, τον ισχυρότερο θεσμό στο κεμαλικό κράτος, και β) για μια οικονομική πολιτική που έμελε να εκτοξεύσει την τουρκική οικονομία. Φαινόταν να προωθεί τον εκσυγχρονισμό της Τουρκίας και έτσι εξευμένιζε τις ανησυχίες της Δύσης αλλά και της φιλελεύθερης μερίδας της τουρκικής κοινωνίας.

Στη σκιά της οικονομικής κρίσης και της πρόσφατης τότε κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος η κυβέρνηση Ερντογάν συνεργάστηκε στενά με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), εκτέλεσε με πειθαρχία το πρόγραμμά του, προχώρησε βήμα, βήμα για την αναδόμηση του τραπεζικού συστήματος και αποτελεί σήμερα success story για το ΔΝΤ, καθώς η τουρκική οικονομία τριπλασιάστηκε σε μέγεθος από το 2002 μέχρι το 2011 και κατέχει σήμερα τη 17ηη θέση παγκοσμίως, καταφέρνοντας να ρίξει τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ από 57,6% το 2001 σε 36.1% το 2012. Σ’ αυτό το σημείο η συνολική ανάλυση της επιτυχίας της Τουρκίας δεν θα πρέπει να αγνοήσει τη διεθνή συγκυρία της οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Τούρκος καθηγητής Οικονομικών Taner Berksoy: «Το να εφαρμόζεις ένα τόσο σφιχτό πρόγραμμα σε αυτόν τον τύπο οικονομικού καιρού είναι μεγάλη τύχη» [1]. Δεν ήταν, όμως, μόνο θέμα τύχης.

Η Τουρκία μπόρεσε να δώσει τη σωστή απάντηση στην πρόκληση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, που δεν είναι άλλη από τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Κατάφερε να γίνει ανταγωνιστική, στην βιομηχανία, στον τουρισμό και στις κατασκευές, με κατασκευαστικές εταιρίες τουρκικών συμφερόντων να δραστηριοποιούνται σήμερα στην Μέση Ανατολή και την Αφρική, επενδύει στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, γίνεται εκπαιδευτικό κέντρο, καθώς τα Πανεπιστήμια της Άγκυρας και της Κωνσταντινούπολης προσελκύουν όλο και περισσότερους φοιτητές από το εξωτερικό. Ήταν οι διαρθρωτικές αλλαγές που είχαν ήδη γίνει που βοήθησαν την τουρκική οικονομία να παραμείνει αλώβητη στην οικονομική κρίση του 2008. Επιπλέον, η διασπορά της ισχύος της τουρκικής οικονομίας στη βιομηχανία, τις κατασκευές και τις υπηρεσίες σε συνδυασμό με την γεωγραφική της θέση σε μια περίοδο που οι ευκαιρίες κινούνται από τη Δύση προς την Ανατολή μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση του οικονομικού θαύματος στην Τουρκία. Η οικονομική επιτυχία, η ευμάρεια, που συνοδεύτηκε από αναδιανομή εισοδήματος για εκατομμύρια Τούρκους αποτελούν τις βασικές αιτίες που εξασφάλισαν τις αλλεπάλληλες νίκες στον Ερντογάν και πρόσφεραν το υπόβαθρο για ένα νέο όραμα για την Τουρκία και τον ρόλο της στην περιοχή.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΒΑΘΟΣ ΚΑΙ «ΜΗΔΕΝΙΚΑ ΠΡΟΒΗΜΑΤΑ»

Η οικονομική και πολιτική σταθερότητα της τελευταίας δεκαετίας μετεξελίχθηκε σε στρατηγική μεγιστοποίησης της ισχύος της Τουρκίας με απώτερο σκοπό την περιφερειακή ηγεμονία. Η ένταξη στην Ε.Ε., ο εξευρωπαϊσμός δεν ήταν πια κεντρικός στόχος της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, ούτε και ο εναγκαλισμός με την πολιτική των ΗΠΑ. Το ευρωπαϊκό όραμα έχασε την αίγλη του. Δεν ήταν πια αρκετό, αλλά και η πλήρης ένταξη της Τουρκίας στη Δύση δεν φαίνεται να εξυπηρετούσε το νεο-οθωμανικό σχέδιο της τριανδρίας Ερντογάν, Γκιουλ, Νταβούτογλου. Τη θέση τους πήρε μια αυτόνομη και επιθετική εξωτερική πολιτική. Η Τουρκία δεν αναζητούσε πια τον πολυπόθητο ευρωπαϊκό μανδύα μέσω της ένταξης στην Ε.Ε., αλλά εκείνον του παίκτη παγκόσμιας κλάσης, μέσω του δόγματος του «στρατηγικού βάθους» και της «πολιτικής των μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες», αμφότερα εμπνεύσεις του καθηγητή των Διεθνών Σχέσεων και υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου [2]. Σύμφωνα με τον καθηγητή Νταβούτογλου, ο νέος ρόλος της Τουρκίας είναι ζήτημα ευθύνης απέναντι στην ιστορική της κληρονομιά αλλά και στη γεωγραφική θέση που κατέχει.