Οι αυτοκτονικές τάσεις των βομβιστών αυτοκτονίας | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι αυτοκτονικές τάσεις των βομβιστών αυτοκτονίας

Η ευαίσθητη ψυχολογία τού να αυτοκτονείς για έναν σκοπό
Περίληψη: 

Οι περισσότερες έρευνες θεωρούν δεδομένο ότι οι βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας είναι πολιτικές πράξεις. Αλλά, μια νέα κινηματογραφική ταινία θυμίζει ότι οι δράστες μπορεί να υποκινούνται από ψυχολογικά αίτια ίσως και περισσότερο από όσο από πολιτικά.

Η JESSICA STERN είναι υφηγητής νομικής στη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ.

Παρά το γεγονός ότι οι βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας έχουν γίνει ένα ανησυχητικά συχνό φαινόμενο κατά την τελευταία δεκαετία (με περισσότερο από δύο χιλιάδες από αυτές να συμβαίνουν από το 2003), εξακολουθούμε να έχουμε μόνο μια περιορισμένη κατανόηση τού γιατί οι άνθρωποι τις διαπράττουν. Στα χρόνια που ακολούθησαν την 11η Σεπτεμβρίου 2001, έχει καταστεί σαφές ότι οι επιθέσεις αυτοκτονίας είναι πιο συχνές σε χώρες υπό στρατιωτική κατοχή [1] ή με υψηλούς δείκτες πληθυσμιακής αναλογίας αρρένων - θηλέων [2], ότι οι τρομοκράτες στρατολογούνται πιο συχνά [3] από φίλους τους [4] και ότι οι βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας δεν σχετίζονται με την φτώχεια [5]. Οι διαπιστώσεις αυτές μπορεί να είναι και να έχουν υπάρξει χρήσιμες για να προβλεφθεί το πού είναι πιθανό να συμβούν βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας. Αλλά δεν προσφέρουν πολύ βαθιά γνώση για την ψυχολογία ενός βομβιστή αυτοκτονίας - ακριβώς αυτό που παρακινεί κάποιον να γίνει εξαρχής εθελοντής «μάρτυρας».

Πράγματι, μια από τις πιο εντυπωσιακές πρόσφατες σκέψεις επί αυτού του ζητήματος δεν προέρχεται από μια ακαδημαϊκή μελέτη αλλά από μια ταινία μεγάλου μήκους. Η καθηλωτική και θαρραλέα νέα ταινία τού Ziad Doueiri, «Η επίθεση», χρησιμεύει ως μια ατρόμητη περιπτωσιολογική μελέτη (case study) των μυστηρίων που περιβάλλουν μια βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας.

Η ταινία, η οποία βασίζεται με χαλαρό τρόπο σε ένα μυθιστόρημα με τον ίδιο τίτλο, αφηγείται την ιστορία ενός αραβο-ισραηλινού ζευγαριού τής μεσοανώτερης τάξης που ζει μια γοητευτική ζωή σε ένα μοντέρνο τμήμα του Τελ Αβίβ. Ο Amin Jaafari είναι ένας κοσμικός, απολίτικος χειρουργός από μουσουλμανική οικογένεια, διάσημος για τις ικανότητές του και δημοφιλής μεταξύ των Εβραίων συναδέλφων του. Η σύζυγός του, Siham Jaafari, είναι μια πολύ όμορφη, μυστηριώδης γυναίκα που το κοινό μόλις και μετά βίας γνωρίζει, πέρα από το γεγονός ότι φαίνεται βαθιά ερωτευμένη με τον όμορφο και ταλαντούχο σύζυγό της - κάθε φορά που χωρίζουν πεθαίνει από λίγο, του λέει.

Ένα βράδυ, αφότου ο Amin λαμβάνει ένα προβεβλημένο βραβείο, ανακαλύπτει ότι η σύζυγός του είναι μεταξύ εκείνων που σκοτώθηκαν σε μια επίθεση αυτοκτονίας σε ένα πολυσύχναστο καφέ τού Τελ Αβίβ. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος προσπαθεί να προσκολληθεί στην πεποίθηση ότι εκείνη ήταν ένα αθώο θύμα, ο γιατρός αποδέχεται τελικά ότι η Siham ήταν η δράστις - το άτομο που κατέστρεψε τη ζωή της και τη ζωή πολλών άλλων. Αλλά το να γνωρίζει ότι είναι ένοχη του εγκλήματος δεν είναι αρκετό: είναι αποφασισμένος να διαλευκάνει αυτό που αντιλαμβάνεται πλέον ότι ήταν η μυστική ζωή της. Τι την οδήγησε να επιλέξει αυτό το μονοπάτι; Γιατί να το κάνει εκείνη;

Κατά τη διάρκεια της ταινίας, το κοινό βλέπει τις συγκλονιστικές διαφορές στον πλούτο μεταξύ της ζωής του Amin στο Ισραήλ και της οικογένειάς του, στην υπό κατοχή Παλαιστίνη. Η ταινία μάς εισάγει, επίσης, στην οδυνηρή ταπείνωση των Παλαιστινίων στα σημεία συνοριακής διέλευσης και κάνει νύξεις ότι η Siham πήρε βαριά αυτή την πολιτική κατάσταση. Σε μια αναδρομή στο παρελθόν, μαθαίνουμε ότι αρνήθηκε να κάνει παιδί με αυτόν, επειδή, ως Ισραηλινός Άραβας, το παιδί δεν θα έχει καμία πατρίδα - επαρκής λόγος, υποστήριξε, για να παραμείνει το ζευγάρι άτεκνο. Μαθαίνουμε, επίσης, ότι η Siham έγινε μάρτυρας των όσων συνέβησαν μετά την ισραηλινή επίθεση στην Τζενίν, η οποία σημειώθηκε στο αποκορύφωμα τής δεύτερης Ιντιφάντα, το 2002. Αλλά η απόφαση της Siham ποτέ δεν κατέβηκε στο επίπεδο των πολιτικών συνθηκών που αντιμετώπιζε. Η έλλειψη ενός παλαιστινιακού κράτους, η στρατιωτικοποίηση των συνόρων, η ανισότητα του πλούτου - όλα έπαιξαν ρόλο στην απόφασή της, όπως φαίνεται, αλλά παρουσιάζονται ως τμηματική και ανεπαρκής εξήγηση.

Αντ’ αυτού, ο Amin ψάχνει μέσα από ενδείξεις πιο προσωπικού και οικείου χαρακτήρα. Θυμάται σκηνές από το γάμο τους, μερικές από τις οποίες κάνουν καθαρό ότι η σχέση μεταξύ τού χειρουργού και της συζύγου του ήταν λιγότερο τέλεια από ό, τι πίστευε ο ίδιος (και εμείς). Είναι στοιχειωμένος από το γεγονός ότι η Siham προγραμμάτισε τις τελικές προετοιμασίες για την επίθεση αυτοκτονίας της για το ίδιο βράδυ που εκείνος παραλάμβανε το βραβείο του. (Δήλωσε ως αιτία για να μην παραστεί στην τελετή ότι επρόκειτο να επισκεφθεί τον παππού της). Ήταν η επίθεση μια έκφραση θυμού ή φθόνου για τα επαγγελματικά επιτεύγματα του συζύγου της;

Η ταινία χρωματίζει τελικά το πορτρέτο μιας γυναίκας, η οποία, ανεξάρτητα από τις πολιτικές πεποιθήσεις της, ήταν δυσαρεστημένη με τη ζωή της. Αυτή η εικόνα αντιστοιχεί στην ακαδημαϊκή έρευνα που έγινε από μια ομάδα ερευνητών. Ο Αμερικανός ψυχίατρος Jerrold Post υποστήριξε ότι η ουσία τής τρομοκρατικής βίας δεν είναι τα δήθεν πολιτικά κίνητρα, αλλά η ίδια η βία. Οι τρομοκράτες είναι άνθρωποι που αισθάνονται «ψυχολογικά υποχρεωμένοι» να διαπράξουν βίαιες πράξεις. Οι πολιτικοί στόχοι που ασπάζονται αποτελούν απλώς μια εκλογίκευση [6]. Ο Ariel Merari, ένας ευρέως σεβαστός Ισραηλινός εμπειρογνώμονας για την τρομοκρατία, εργάστηκε για 12 χρόνια παίρνοντας συνεντεύξεις από 15 βομβιστές αυτοκτονίας που απέτυχαν να πετύχουν τον στόχο τους. Συγκρίνοντάς τους με ένα «ικανό δείγμα» μαχητών, βρήκε ενδείξεις κατάθλιψης στην πρώτη ομάδα.

Αλλά, δεν είναι πολλοί οι ερευνητές που έχουν ακολουθήσει τον Post και τον Merari σε αυτή τη γραμμή της έρευνας. Τα ευρήματα του Merari επίσης απορρίφθηκαν από ορισμένους μελετητές ως «μια σειρά από ανέκδοτα» αντί για δεδομένα, και μια αντανάκλαση της «ασυνείδητης επιθυμίας» των Ισραηλινών να βρουν ψυχολογική και όχι πολιτική εξήγηση για την τρομοκρατία εναντίον της χώρας τους [7]. Και ο Post, από την πλευρά του, αργότερα στράφηκε μακριά από το να μελετά παράγοντες κινδύνου σε ατομικό επίπεδο, αφότου αντιμετώπισε παρόμοιες επικρίσεις ότι οι μέθοδοί του δεν ήταν στατιστικά αυστηρές.