Πώς ο Κάμερον διέσωσε την ειδική σχέση με τις ΗΠΑ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πώς ο Κάμερον διέσωσε την ειδική σχέση με τις ΗΠΑ

Η Συρία είναι ένα νέο ξεκίνημα κι όχι το τέλος
Περίληψη: 

Από τότε που δεν μπόρεσε να λάβει στήριξη για παρέμβαση στη Συρία, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον έχει αντιμετωπίσει κατηγορίες για καταστροφική υπονόμευση των σχέσεων τού Ηνωμένου Βασιλείου με τον στενότερο σύμμαχό του, τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην πραγματικότητα, η ψηφοφορία δεν σήμανε το θάνατο της ειδικής σχέσης - σηματοδότησε, ίσως κατά λάθος, την αποκατάστασή της.

Ο DAVID RUNCIMAN είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Trinity Hall, στο Cambridge. Το βιβλίο του, The Confidence Trap, θα δημοσιευθεί τον Οκτώβριο.

Οι κατηγορίες για πολιτική ανεπάρκεια δεν αποτελούν κάτι καινούργιο για τον Βρετανό Πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάμερον. Αλλά από τότε που δεν μπόρεσε να λάβει την υποστήριξη του κοινοβουλίου για μια επέμβαση στη Συρία, ο Κάμερον έπρεπε επίσης να αντιμετωπίσει μια κατηγορία με περισσότερο ιστορική βάση - ότι έχει υπονομεύσει θανάσιμα τις σχέσεις τού Ηνωμένου Βασιλείου με το στενότερο σύμμαχό του, τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Times του Λονδίνου χαρακτήρισαν την ψηφοφορία «μια καταστροφή για τον Κάμερον, μια καταστροφή για τη Βρετανία και μια καταστροφή για τη δυτική συμμαχία». Ο Λόρδος Άσνταουν, ο πρώην ηγέτης των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, δήλωσε στο BBC ότι η ήττα «διέρρηξε την σχέση μας με τους Αμερικανούς».

Στην πραγματικότητα, δεν έκανε τίποτα τέτοιο. Η ψήφος του κοινοβουλίου την περασμένη εβδομάδα πρέπει να ιδωθεί καλύτερα ως μια διόρθωση των στρεβλώσεων στις σχέσεις των ΗΠΑ με τη Βρετανία, κατά τη διάρκεια των ετών που ο Τόνι Μπλερ ήταν πρωθυπουργός. Η ψηφοφορία δεν σηματοδότησε τον θάνατο της «ειδικής σχέσης» - σηματοδότησε, όμως κατά λάθος, την αποκατάστασή της.

Τουλάχιστον από τη βρετανική πλευρά, η ειδική σχέση ήταν ανέκαθεν ένα ζήτημα πραγματισμού, καθώς και ζήτημα αρχής. Το μοντέλο αυτό δημιούργησε ένα μείγμα συνεργασίας και αντιπαράθεσης, όπως αυτό εφαρμόστηκε από όλους τους μεταπολεμικούς Βρετανούς πρωθυπουργούς, προτού ο Μπλερ υιοθετήσει δουλοπρεπή προσέγγιση. Όλοι τους προσέφεραν υποστήριξη στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, όταν πίστευαν ότι είναι προς το συμφέρον της Βρετανίας. Αλλά, επίσης, όλοι τους έδιναν προτεραιότητα στα συμφέροντα της Βρετανίας, όπως τα έβλεπαν οι ίδιοι.

Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, του οποίου η πολεμική συμμαχία με τον Ρούσβελτ εγκαινίασε την σύγχρονη ειδική σχέση, δεν ήταν σκυλάκι κανενός: κατανοούσε την βρετανική εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά αυτό ποτέ δεν τον εμπόδισε να κάνει το δικό του. Ο Χάρολντ Μακμίλλαν, παρά την θερμή προσωπική σχέση του με τον πρόεδρο Κένεντι, έστρεψε την Βρετανία προς την κατεύθυνση της Ευρώπης και της ψυχροπολεμικής ύφεσης. Ο Χάρολντ Ουίλσον αρνήθηκε να εμπλακούν τα βρετανικά στρατεύματα στον πόλεμο του Βιετνάμ, ανταγωνιζόταν σοβαρά τον πρόεδρο Τζόνσον ενώ ανταποκρινόταν σε μια δύσπιστη βρετανική κοινή γνώμη. Ο Έντουαρντ Χηθ εξόργιζε τακτικά τον πρόεδρο Νίξον με την συνάφειά του προς την Ευρώπη. Οι δύο πλευρές διασπάστηκαν πλήρως με αφορμή τον αραβο-ισραηλινό πόλεμο του 1973, όταν ο Χηθ αισθάνθηκε να απειλείται και να αποξενώνεται λόγω της αμερικανικής υποστήριξης προς το Ισραήλ.

Στους πραγματιστές περιλαμβάνεται, επίσης, η Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία ανέμειξε την ευρεία υποστήριξή της προς την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στη δεκαετία του 1980, με συχνή και έντονη κριτική, καθώς και αρνούμενη περιστασιακά την συμπόρευση. Μερικές φορές, μάλιστα, τάχθηκε με τους Γερμανούς [1], όταν συνειδητοποίησε ότι ο αντικομμουνισμός τού Ρέιγκαν δεν συνέπλεε επαρκώς με τις πολιτικές ανάγκες των Ευρωπαίων συμμάχων τής Αμερικής. Υπέθετε δικαίως ότι η βρετανική επιρροή στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη εξαρτιόταν από περιστασιακές απορρίψεις.

Η σχέση αυτή ανατράπηκε κατά τη διάρκεια των ετών Μπλερ, ιδίως κατά την περίοδο μετά το 2001. Ο Μπλερ είχε μια θεωρία που διαχωριζόταν από την επικρατούσα πρακτική των διατλαντικών σχέσεων. Η άποψή του ήταν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν τόσο ισχυρές που το Λονδίνο θα μπορούσε να συνεχίσει να προστατεύει τα συμφέροντά του μόνο αν τα καθιστούσε μέρος των συμφερόντων τής Ουάσιγκτον. Από αυτή την άποψη δεν υπήρχε τίποτα που να έκανε η Βρετανία το οποίο να μην μπορούσε να το κάνει καλύτερα σε συνδυασμό με τους Αμερικανούς. Η μόνη ελπίδα να επηρεάσει την στρατιωτική δράση των ΗΠΑ ήταν να παρέχει ακλόνητη αλληλεγγύη στην συνολική αμερικανική στρατηγική.

Αυτό είναι που φαίνεται να είχε ειλικρινά πιστέψει ο Μπλερ, όσο κι αν μοιάζει ψυχολογικά αστήρικτο και πολιτικά αφελές: πίστευε ότι τo Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα μπορούσε να συνεχίσει το δρόμο του, αν προχωρούσε μόνο του. Όταν κατέστη δυνατόν, έκανε αισθητή την παρουσία του παρακινώντας τους Αμερικανούς σε μεγαλύτερη στρατιωτική εμπλοκή, όπως συνέβη με τον Κλίντον στη Βοσνία. Έδωσε την πλήρη στήριξη της Βρετανίας στην εισβολή στο Αφγανιστάν. Του άρεσε να λέει για τον πόλεμο στο Ιράκ ότι θα ήθελε να τον κάνει, ακόμη και αν ο Μπους δεν ήθελε. Αλλά, φυσικά δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα από αυτά μόνος του. Η προσέγγισή του απαιτούσε να είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες στην πρώτη θέση. Αυτό σήμαινε ότι δεν μπορούσε να διαπραγματευτεί σε τίποτα. Περιοριζόταν να παρέχει ευφραδή και ηθικολογικά επιχειρήματα υπέρ τής αμερικανικής στρατιωτικής δράσης ακόμη περισσότερο και από τους ηγέτες της Αμερικής, μερικές φορές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι καλοδέχονταν την γενναιόδωρη ρητορική του, αλλά δεν θεωρούσαν και αναγκαίο να εξετάζουν εναλλακτικές λύσεις.

Οι πεποιθήσεις τού Μπλερ τον έπεισαν να παρακάμψει τις δημόσιες και κοινοβουλευτικές αμφιβολίες ως προς τον πόλεμο του Ιράκ, παραφουσκώνοντας την απειλή που συνιστούσε ο Σαντάμ. Όχι μόνο οι ισχυρισμοί αυτοί αποδείχθηκαν κενοί, αλλά το ίδιο συνέβη με την υπόσχεση της μελλοντικής επιρροής στην αμερικανική δράση. Στα απομνημονεύματά του, ο Μπλερ μάς λέει ότι είχε επανειλημμένα προειδοποιήσει την κυβέρνηση Μπους για την ανάγκη να προγραμματίσει την ανοικοδόμηση μετά τον πόλεμο στο Ιράκ. Προσπάθησε να μετριάσει την υπεροπτική αδιαφορία τού Ράμσφελντ και του Τσέινι σε οτιδήποτε δεν σχετιζόταν με τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή. Αλλά, δεν υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι τον άκουγαν. Η βρετανική κοινή γνώμη, εν τω μεταξύ, δεν επείσθη ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είχε κερδίσει κάτι από τη συμμετοχή του σε μια εισβολή που θα συνέβαινε ούτως ή άλλως, και θα έφερνε το ίδιο αποτέλεσμα, είτε είχαν συμμετάσχει Βρετανοί στρατιώτες είτε όχι.