Δίψα για ενέργεια | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Δίψα για ενέργεια

Θα ολοκληρώσει η Άνγκελα Μέρκελ την ενεργειακή επανάσταση της Γερμανίας;
Περίληψη: 

Η πολιτική κληρονομιά τής Άνγκελα Μέρκελ θα εξαρτηθεί από την ολοκλήρωση της Energiewende (ενεργειακής επανάστασης), της εξαιρετικά φιλόδοξης μετάβασης της Γερμανίας στην καθαρή ενέργεια. Αλλά, η Γερμανίδα καγκελάριος φαίνεται ότι έχει ήδη έχει χάσει τον ενθουσιασμό της.

Ο PAUL HOCKENOS είναι ο συγγραφέας τού βιβλίου «Ο Γιόσκα Φίσερ και η Οικοδόμηση της Δημοκρατίας του Βερολίνου».

Η γερμανική λέξη Energiewende βρίσκει σταδιακά την θέση της στην αγγλική γλώσσα, όπως το έκαναν πριν από καιρό, η Weltanschauung [κοσμοθεωρία] και το sauerkraut [ξινολάχανο] μεταξύ άλλων. Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να πει κανείς, όμως, κατά πόσον οι Γερμανοί θα είναι μια μέρα υπερήφανοι για τον όρο αυτό, όπως για το kindergarten [νηπιαγωγείο] ή θα ντρέπονται όπως για τον blitzkrieg [αστραπιαίος πόλεμος].

Η Energiewende είναι η ιστορική, τρομερά φιλόδοξη μετάβαση της Γερμανίας στην καθαρή ενέργεια καθώς εξέρχεται από την πυρηνική ενέργεια (την οποία οι Γερμανοί δεν θεωρούν καθαρή ενέργεια) και προσπαθεί να τηρήσει τους δύσκολους στόχους τής Ε.Ε. για τις εκπομπές διοξειδίου τού άνθρακα. Θεωρητικά, όλα τα κύρια πολιτικά κόμματα της Γερμανίας την στηρίζουν. Αλλά, όπως δείχνει η πρόσφατη προεκλογική εκστρατεία στην χώρα, υπάρχουν τεράστιες διαφορές απόψεων μεταξύ των Γερμανών για το αν η Γερμανία, μια βιομηχανική δύναμη πρώτης γραμμής, μπορεί στο άμεσο μέλλον να αντέξει να λειτουργεί την οικονομία της με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ακόμα κι έτσι, η πολιτική κληρονομιά τής Άνγκελα Μέρκελ, η οποία θα ξεκινήσει σύντομα την τρίτη θητεία της ως καγκελάριος της Γερμανίας, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από αυτό.

Η σχέση τής Γερμανίας με την ενέργεια ήταν πάντα περίεργη. Πρώτον, σχεδόν όλοι οι Γερμανοί είναι πεπεισμένοι ότι η κλιματική αλλαγή είναι ένα εξαιρετικά επικίνδυνο πρόβλημα το οποίο δημιούργησε ο άνθρωπος, και ότι μπορεί να περιοριστεί με τις κατάλληλες πολιτικές. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η υδραυλική ρηγμάτωση [fracking, η εξόρυξη καυσίμων από σχιστολιθικά πετρώματα] δεν είναι μια από αυτές. Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα άντλησης φυσικού αερίου στο γερμανικό έδαφος με αυτόν τον τρόπο – κάτι που οφείλεται, εν μέρει, στο επίμονο περιβαλλοντικό λαϊκό κίνημα και στο ισχυρό κόμμα των Πρασίνων. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν σταθερά ότι πάνω από το 85% των Γερμανών είναι υπέρ τής Energiewende.

Δεύτερον, οι περισσότεροι Γερμανοί ήταν φανατικά κατά της πυρηνικής ενέργειας από το 1986, τότε που η κατάρρευση του Τσερνομπίλ στην Ουκρανία άπλωσε ένα σύννεφο ραδιενέργειας πάνω από το βόρειο τμήμα τής χώρας. Μέχρι το 2011, το μεγαλύτερο μέρος τής πολιτικής ελίτ είχε καταλήξει περίπου στο ίδιο συμπέρασμα. Οι εναπομείναντες υποστηρικτές της σίγησαν για πάντα, όταν ο πυρηνικός σταθμός Νταΐτσι στην Φουκουσίμα της Ιαπωνίας υπέστη τήξη εκείνη την άνοιξη. Η Μέρκελ και το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα, το οποίο είχε υποστηρίξει στο παρελθόν μια παράταση της χρήσης πυρηνικής ενέργειας, μετά την καταστροφή έκλεισαν σε μια νύχτα το ένα τρίτο τής γερμανικής παραγωγικής ικανότητας από πυρηνική ενέργεια και αναβάθμισαν με φιλόδοξο τρόπο τους στόχους για την μελλοντική χρήση της ενέργειας στην χώρα. Η Γερμανία θα έπαυε εντελώς να χρησιμοποιεί πυρηνική ενέργεια ως το 2022, θα αποκτούσε το 80% της ηλεκτρικής της ενέργειας από πράσινες πηγές μέχρι το 2050, και θα μείωνε δραστικά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% έως το 2030 και κατά 95% ως το 2050.

Οι στόχοι αυτοί θα προκαλούσαν ακόμη μεγαλύτερο φόβο, αν η Γερμανία δεν είχε δει ήδη μια εκπληκτική αύξηση της παραγωγής ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας, τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Αυτή η έκρηξη στην παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας μπορεί να αποδοθεί σε δύο ζωτικής σημασίας πολιτικές πρωτοβουλίες που προηγήθηκαν της περιόδου Μέρκελ. Πρώτον, το 1998 η Ε.Ε. απαίτησε μέτρα για την απελευθέρωση της ενέργειας, στο όνομα του ανταγωνισμού τής αγοράς, το οποίο έσπασε το μεταπολεμικό μονοπώλιο τεσσάρων εταιρειών κοινής ωφέλειας στην παραγωγή και διανομή ενέργειας στην Γερμανία. Εξίσου σημαντικές ήταν οι επιδοτήσεις που καθορίστηκαν από την «κοκκινοπράσινη» κυβέρνηση συνασπισμού, η οποία κυβέρνησε από το 1998 ως το 2005. Τα λεγόμενα επιδοτούμενα τιμολόγια εγγυούντο στους επενδυτές μακροπρόθεσμα εγγυημένες τιμές για ένα πολύ εκτεταμένο φάσμα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Αυτό ήταν που έπεισε τους αγρότες, τους μικρούς επιχειρηματίες και τους ιδιοκτήτες ακινήτων να στραφούν στον ενεργειακό τομέα. Και, τέλος, απρόβλεπτα άλματα στην τεχνολογία επέφεραν μεγάλη μείωση των τιμών τού τεχνικού εξοπλισμού ενώ η αποδοτικότητά τους εκτινάχθηκε.

Κανείς, ούτε οι Πράσινοι ούτε οποιοσδήποτε άλλος, δεν προέβλεψε τι θα συνέβαινε από εκεί και μετά. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δώδεκα ετών, η πράσινη παραγωγή ενέργειας έχει αυξηθεί από κάτι λιγότερο από 6% της συνολικής εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, σε σχεδόν 25%, καθώς μικρής κλίμακας παραγωγοί «έντυναν» τους αχυρώνες, τα σπίτια τους και τα γκαράζ με ηλιακούς συλλέκτες, ενώ ανεξάρτητα αιολικά πάρκα εμφανίστηκαν κατά μήκος των βόρειων ακτών και της ενδοχώρας τους. Τώρα, η Γερμανία έχει πάνω από τέσσερα εκατομμύρια παραγωγούς ενέργειας. Στις μέρες που είναι ηλιόλουστες και με ανέμους, η Γερμανία παράγει πάνω από τα δύο τρίτα τής ηλεκτρικής της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η παράκτια αιολική και η φωτοβολταϊκή ενέργεια έχουν κυριαρχήσει στον ανταγωνισμό λόγω του αμελητέου κόστους λειτουργίας των ανεμογεννητριών και των ηλιακών συλλεκτών. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι γιγαντιαίες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας παραμένουν πεισματικά προσκολλημένες στα ορυκτά καύσιμα και στα πυρηνικά εργοστάσια – βάζοντας όλα τα χαρτιά τους στις υποσχέσεις των συντηρητικών για μια αντιστροφή τής πολιτικής- και αρνούνται να ακολουθήσουν τη μόδα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.