Πιέζοντας την ειρήνη | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Πιέζοντας την ειρήνη

Πώς το Ισραήλ μπορεί να βοηθήσει τις ΗΠΑ να έρθουν σε συμφωνία με το Ιράν - και γιατί πρέπει να το κάνει
Περίληψη: 

Στο παρελθόν, το Ισραήλ αντιτάχθηκε και προσπάθησε να αποτρέψει όποτε ήταν δυνατό τις συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν, αλλά γρήγορα μετατοπίστηκε σε μια ουδέτερη θέση μόλις θεωρήθηκε ότι οι συνομιλίες δεν μπορούσαν να ανακοπούν. Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί ακόμα να επηρεάζει την ατζέντα. Μια τέτοια ευλυγισία θα ήταν τώρα επιβεβλημένη.

O TRITA PARSI είναι ο ιδρυτής και σημερινός πρόεδρος του National Iranian American Council, και προσφάτως συγγραφέας τού βιβλίου με τίτλο Treacherous Alliance[1].

Η στιγμή την οποία ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Βενιαμίν Νετανιάχου ήλπιζε ότι θα μπορούσε να αποφύγει, πλησιάζει: οι υψηλού επιπέδου διαπραγματεύσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια συμφωνία η οποία θα έθετε τέλος στην δεκαετή αντιπαράθεση για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Καθώς ο Ομπάμα χαιρέτισε τη καινούργια προσέγγιση του νέου προέδρου τού Ιράν, Χασάν Ρουχανί, και πήρε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για να δοκιμάσει την ειλικρίνεια της Τεχεράνης, ο Νετανιάχου έσπευσε να αποδοκιμάσει τον Ρουχανί και να ζητήσει περισσότερες κυρώσεις. Είναι όλο και πιο σαφές ότι ο Νετανιάχου φοβάται, τελικά, την επιτυχία τής διπλωματίας, όχι την αποτυχία της. Αλλά το Ισραήλ και το κατεστημένο τής εθνικής του ασφάλειας δεν θα έπρεπε να θεωρούν την διπλωματική επίλυση του ιρανικού πυρηνικού αδιεξόδου ως απειλή.

Σε αντίθεση με την γραμμή που εκφράζει δημοσίως το Ισραήλ, η ανησυχία τού Νετανιάχου δεν είναι ότι οι Ιρανοί θα αθετήσουν οποιαδήποτε συμφωνία, ή ότι ο Ρουχανί θα αποδειχθεί ότι είναι ένας «λύκος ντυμένος πρόβατο». Αντίθετα, ο Νετανιάχου και μεγάλο μέρος τού κατεστημένου τής ασφάλειας του Ισραήλ θεωρούν το status quo – τις διαρκώς αυξανόμενες κυρώσεις που ακρωτηριάζουν την οικονομία τού Ιράν, σε συνδυασμό με την πανταχού παρούσα απειλή τού πολέμου - ως προτιμότερο από κάθε ρεαλιστική διπλωματική συμφωνία.

Όπως γνωρίζουν καλά οι Ισραηλινοί, ένας συμβιβασμός θα μπορούσε πιθανότατα να επιτρέψει τον περιορισμένο εμπλουτισμό (ουρανίου) στο ιρανικό έδαφος κάτω από αυστηρό έλεγχο, καθώς και την άρση των κυρώσεων για τα πυρηνικά. Παρά το γεγονός ότι το Ιράν θα παρέμενε τεχνικά ένα κράτος χωρίς πυρηνικά όπλα, θα θεωρείτο μια εικονική πυρηνική δύναμη. Και αυτό, εκτιμά ο Νετανιάχου, αρκεί για να μετατοπίσει την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή εις βάρος τού Ισραήλ, μειώνοντας την ικανότητα ελιγμών τού εβραϊκού κράτους και την χρησιμότητα της δικής του αποτρεπτικής ικανότητας. Υπάρχει λόγος να πιστέψει κανείς, συνεπώς, ότι η επιμονή τού Ισραήλ για μηδενικό εμπλουτισμό έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι δεν θα επιτευχθεί καμία συμφωνία.

Το Ισραήλ αντιλαμβάνεται επίσης ότι μια λύση στην πυρηνική αντιπαράθεση θα μείωνε σημαντικά τις εντάσεις ΗΠΑ - Ιράν και θα άνοιγε ευκαιρίες για συνεργασία μεταξύ των δύο πρώην συμμάχων. Με δεδομένο ότι τα φιλικά συναισθήματα ΗΠΑ - Ιράν δεν θα συνοδεύονται από ανάλογο περιορισμό τής εχθρότητας μεταξύ Ιράν - Ισραήλ, το Ισραήλ θα παραμείνει σε σχετικά χειρότερη θέση. Αυτό είναι που οι Ισραηλινοί αναφέρουν ως φόβο εγκατάλειψης - ότι, όταν το πυρηνικό ζήτημα θα επιλυθεί ή θα υπόκειται σε διαχείριση, η Ουάσιγκτον θα στρέψει την προσοχή της σε άλλα θέματα, ενώ το Ισραήλ θα μένει βαλτωμένο στην περιοχή αντιμετωπίζοντας ένα εχθρικό Ιράν, χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες στο πλευρό του.

Οι φόβοι αυτοί αποτελούν την βάση τής αδιάλλακτης θέσης τού Ισραήλ για αρκετά χρόνια τώρα. Αλλά, ο Νετανιάχου ήταν ιδιαίτερα άκαμπτος, ακυρώνοντας ακόμη και προηγούμενα περιστατικά ευλυγισίας. Το Ισραήλ, γενικά, αντιτίθεται και προσπαθεί να αποτρέψει τις συνομιλίες ΗΠΑ - Ιράν όποτε είναι δυνατόν, αλλά γρήγορα μετατοπίζεται σε μια ουδέτερη θέση μόλις θεωρηθεί ότι οι συνομιλίες δεν μπορούν να ανακοπούν. Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί ακόμα να επηρεάσει την ατζέντα.

Για παράδειγμα, το 1999, είχε εξαφθεί η περιέργεια της κυβέρνησης Κλίντον - ήταν «καταγοητευμένη», σύμφωνα με κάποιους Ισραηλινούς - με την εκλογή τού μεταρρυθμιστή προέδρου, Μοχάμεντ Χαταμί, ο οποίος μίλησε για την επιθυμία του να σπάσει το «τείχος τής δυσπιστίας» με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Εχούντ Μπαρακ δεν ήθελε ούτε να αποκλείσει τον εαυτό του από έναν πιθανό διάλογο ούτε να φανεί ότι χτυπάει τα τύμπανα του πολέμου όταν η κυβέρνηση Κλίντον έδειξε την πρόθεσή της να ξεκινήσει έναν διάλογο. Για να δείξει την στροφή τής κυβέρνησής του, ο Μπαράκ μετέβαλε την κατηγοριοποίηση τού Ιράν από «εχθρός» σε «απειλή», αναφέροντας, όπως ισχυρίστηκαν Ισραηλινοί διπλωμάτες, ότι η τρέχουσα ισραηλινή στάση δείχνει πως το Ισραήλ δεν βρίσκεται σε σύγκρουση με τον ιρανικό λαό, με το κράτος τού Ιράν ή με το Ισλάμ [1]. Επιπλέον, το Ισραήλ καταδίκασε ανεπίσημα μια τρομοκρατική επίθεση που είχε στόχο ένα μέλος τής κυβέρνησης Χαταμί.

Ο Εχούντ Μπαράκ προτιμούσε αυτή την ευελιξία επειδή απέρριπτε με συνέπεια την ιδέα - και εξακολουθεί να το πράττει ως σήμερα - ότι το Ιράν αποτελεί υπαρξιακή απειλή για το Ισραήλ. Ο Νετανιάχου, από την άλλη πλευρά, έχει φθάσει να αποτελεί την προσωποποίηση του επιχειρήματος που απηύθυνε το 2006 στους αντιπροσώπους τής Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εβραϊκών Κοινοτήτων: «Βρισκόμαστε στο 1938 και το Ιράν είναι η Γερμανία». Ο Νετανιάχου βλέπει τον εαυτό του - και το Ισραήλ – στριμωγμένο σε μια γωνία. Και αντί να προσπαθεί να βγει από εκεί, έχει, σε κάθε περίσταση, ενισχύσει την στρατηγική τής αδιαλλαξίας.

Το Ισραήλ πρέπει τώρα να επιδείξει ευλυγισία περισσότερο από ποτέ. Με την Αίγυπτο, το Ιράκ, την Λιβύη και την Συρία να βρίσκονται σε κατάσταση χάους, με το δικό της τρόπο η καθεμία, το Ιράν φαίνεται να είναι η πιο διαχειρίσιμη πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στη Μέση Ανατολή, και ο Ομπάμα φαίνεται να το καταλαβαίνει. Αναλαμβάνοντας προσωπικά την πρωτοβουλία προσέγγισης του Ιράν, με την επιδίωξη μιας συνάντησης με τον Ρουχανί και αργότερα με ένα τηλεφώνημά του προς αυτόν, επέδειξε την πολιτική βούληση να κινηθούν τα πράγματα προς τα εμπρός. Και ο Ρουχανί φαίνεται ότι είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την πρόκληση. Αντίθετα, η σπασμωδική απόρριψη από την πλευρά τού Νετανιάχου τροφοδοτεί την αντίληψη ότι το Ισραήλ – και όχι το Ιράν - είναι το κύριο εμπόδιο. Τελικά, ακόμη και αν αποτελεί κάτι λιγότερο από μια πυρηνική συμφωνία, η εντύπωση αυτή μπορεί να βοηθήσει το Ιράν να βγει από την απομόνωσή του και να απονομιμοποιήσει το καθεστώς κυρώσεων το οποίο πνίγει την οικονομία του.