Το μέλλον των ελληνικών τραπεζών | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το μέλλον των ελληνικών τραπεζών

Γιατί γονάτισαν, πώς αναβιώνουν
Περίληψη: 

Μια σειρά από υπερβολικά αυστηρές αποφάσεις από τους δανειστές τής Ελλάδας, «γονάτισαν» τις εγχώριες τράπεζες. Τώρα, μόνο αν η χώρα επιστρέψει σε ανοδική πορεία θα μπορέσουν οι συστημικές τράπεζες να αποπληρώσουν το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και οι μέτοχοι να ανακτήσουν τον έλεγχο της τράπεζάς τους.

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ είναι οικονομολόγος, δημοσιογράφος και συγγραφέας, πιο πρόσφατα του βιβλίου «Το Άδοξο Τέλος - Η μετέωρη πορεία, η συντριβή και η αναγέννηση των ελληνικών τραπεζών», (Εκδόσεις Παπαδόπουλος). Το δοκίμιο αυτό έχει βασιστεί στο συγκεκριμένο βιβλίο.

Στις 10 Νοεμβρίου του 1929, περίπου δύο εβδομάδες μετά τη Μαύρη Πέμπτη και την κατάρρευση του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, η Οικονομική Εταιρεία τού Χάρβαρντ υπογράμμιζε με βεβαιότητα ότι μια σοβαρή ύφεση παρόμοια με αυτή του 1920-1921 ήταν εκτός φάσματος πιθανοτήτων. Κανείς δεν γνωρίζει, πέρα από κάποιους ιστορικούς των οικονομικών, το τι είχε γίνει το 1920-1921, ωστόσο οι πάντες γνωρίζουμε για την καταστροφή της Μεγάλης Ύφεσης του 1929, αυτό που οι ειδικοί της εποχής θεωρούσαν απίθανο να συμβεί!

Περίπου 80 χρόνια μετά, οι επιτελείς των εγχώριων τραπεζών θεωρούσαν ότι το ενδεχόμενο χρεοκοπίας της Ελλάδας και της μη πληρωμής των ομολόγων βρισκόταν εκτός φάσματος πιθανοτήτων. Το σκεπτικό τους ήταν απλό και πολύ λογικό: η χρεοκοπία μιας χώρας-μέλους της ευρωζώνης θα απελευθέρωνε ανεξέλεγκτες, καταστροφικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν ακόμα και στην κατεδάφιση της ευρωζώνης. Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται, η Ελλάδα δεν θα γίνει η Lehman Brothers της Ευρώπης, διαβεβαίωναν.

Το «εκτός φάσματος πιθανοτήτων γεγονός» άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά ως πιθανό ενδεχόμενο το καλοκαίρι του 2011. Όπως δήλωσε εκπρόσωπος του γερμανικού Υπουργείου Οικονομικών τον Ιούνιο, έως τις 3 Ιουλίου θα είχε σχηματιστεί η εικόνα για το μέγεθος της πιθανής συμμετοχής των ιδιωτών στην προσπάθεια ανακούφισης της Ελλάδας από το υψηλό δημόσιο χρέος. «Είμαστε βέβαιοι ότι ο ιδιωτικός τομέας θα αναλάβει τις ευθύνες του» δήλωσε. Κάπως έτσι το «αδιανόητο», η συμμετοχή ιδιωτών στην αναδιάρθρωση χρέους κράτους-μέλους της ευρωζώνης, έπαψε να είναι αδιανόητο.

Σε έκθεση της Fitch, τον Ιούλιο του 2011, υπογραμμιζόταν ότι: «Μια ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας και η δημοσιονομική κρίση που πλήττει την Ευρωζώνη δεσπόζουν ως απειλές για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας και του κρατικού δημόσιου χρέους». Μετά από όλα αυτά, τα στελέχη των τραπεζών μετατόπισαν τη συζήτηση από το γιατί είναι αδύνατη η συμμετοχή ιδιωτών σε αναδιάρθρωση χρέους, στο πώς να γίνει αυτό χωρίς να προκαλέσει «πιστωτικό γεγονός» και την ανάγκη οι ζημιές στο τραπεζικό σύστημα να είναι περιορισμένες.

Εν τέλει, το αδιανόητο έγινε πραγματικότητα. Τους επόμενους μήνες οι πάντες συζητούσαν για το ποιο πρέπει να είναι το ύψος του «κουρέματος» για να καταστεί βιώσιμο το ελληνικό χρέος. Η συμμετοχή τού ιδιωτικού τομέα στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους αποτέλεσε ένα ασήκωτο βαρίδι που οδήγησε τις εγχώριες τράπεζες στην άβυσσο.

ΤΟ PSI

Στη Σύνοδο Κορυφής τής 21ης Ιουλίου 2011 αποφασίστηκε η συμμετοχή, σε εθελοντική βάση, των ιδιωτών δανειστών (Private Sector Involvement ή PSI) στην προσπάθεια μείωσης των δανειακών αναγκών του ελληνικού Δημοσίου για την περίοδο 2011-2020. Το PSI θα αφορούσε ιδιώτες δανειστές του ελληνικού Δημοσίου που κατείχαν ομόλογα 135 δισ. ευρώ, οι οποίοι, μέσω του προγράμματος ανταλλαγής, θα βαρύνονταν με απώλειες περίπου 21% επί της ονομαστικής αξίας των ομολόγων τους. Το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων θα είχε ως αποτέλεσμα σημαντικές ζημιές για τις ελληνικές τράπεζες, ωστόσο το μέγεθος των απωλειών θεωρείτο αντιμετωπίσιμο.

Όμως, το PSI του καλοκαιριού δεν υλοποιήθηκε, καθώς πολύ γρήγορα αναγνωρίστηκε ότι δεν ήταν αρκετό για να ανακουφίσει ουσιαστικά το ύψος του ελληνικού δημόσιου χρέους. Έτσι, πριν καλά καλά στεγνώσει το μελάνι των αποφάσεων του Ιουλίου, οι πάντες συζητούσαν ότι το «κούρεμα» θα πρέπει να φτάσει το 50% ή ακόμα και το 60% για να επιτευχθούν οι στόχοι για τη μείωση του ελληνικού χρέους. Τρεις μήνες μετά, η Σύνοδος Κορυφής της 26ης Οκτωβρίου 2011 αποφάσισε η μείωση, δηλαδή το «κούρεμα», να ανέλθει στο 50% της ονομαστικής αξίας των ελληνικών ομολόγων που βρίσκονταν στην κατοχή του ιδιωτικού τομέα. Το PSI Plus ήταν γεγονός.

Το PSI Plus έλαβε την τελική έγκριση, μετά από τέσσερις μήνες καθυστέρηση, στις 20 Φεβρουαρίου 2012, αφού όμως το «κούρεμα» για τον ιδιωτικό τομέα διευρύνθηκε περαιτέρω φτάνοντας το 53,5%. Επίσης αποφασίστηκε στο πλαίσιο του PSI να «κουρευτούν» και δάνεια που είχαν χορηγήσει οι εγχώριες τράπεζες σε ΔΕΚΟ. Στις 9 Μαρτίου το πρόγραμμα ανταλλαγής ολοκληρώθηκε με επιτυχία, καθώς στην πράξη υποχρεώθηκαν σε συμμετοχή (με την ενεργοποίηση σχετικών ρητρών συμμετοχής) το 95,7% των ιδιωτών κατόχων ελληνικών ομολόγων: Κυρίως εγχώριες τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία και ιδιώτες επενδυτές.

Το νέο διευρυμένο PSI προκάλεσε την αφαίμαξη της κεφαλαιακής βάσης των εγχώριων τραπεζών. Ένα ακόμη μεγάλο βαρίδι, που οδήγησε τις τράπεζες ακόμα πιο βαθιά στα κρύα νερά της αβύσσου, ήταν η διαγνωστική μελέτη της BlackRock. Η αμερικανική εταιρεία, αφού εξέτασε τα χαρτοφυλάκια δανείων των εμπορικών τραπεζών και με βάση κάποιες παραδοχές για την πορεία της οικονομίας τα επόμενα χρόνια, εκτίμησε το ύψος των ζημιών που θα βαρύνει, σε βάθος χρόνου, κάθε τράπεζα εξαιτίας τής αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων λόγω της ύφεσης. Τις ζημιές αυτές οι τράπεζες θα έπρεπε να τις καλύψουν ενισχύοντας αντίστοιχα τα κεφάλαιά τους.

Εν τέλει, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα επιβαρύνθηκε με ζημιές ύψους 45,3 δισ. ευρώ λόγω του «κουρέματος» των ομολόγων δημοσίου και των δανείων σε κρατικές επιχειρήσεις και 45 δισ. ευρώ από τις (αναμενόμενες) ζημιές από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Περισσότερο από το ήμισυ (55%) των ζημιών από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια καλυπτόταν από προβλέψεις που είχαν διενεργήσει οι τράπεζες.

Το σύνολο σχεδόν των εγχώριων τραπεζών όχι μόνο έχασαν τα κεφάλαιά τους αλλά βρέθηκαν με αρνητικά κεφάλαια, γεγονός πρωτοφανές στην ιστορία του κλάδου. Οι ελληνικές τράπεζες είχαν χάσει τα πάντα. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα για να μπορέσει να συνεχίσει να λειτουργεί θα έπρεπε να ανακεφαλαιοποιηθεί με νέα κεφάλαια ύψους 40,5 δισ. ευρώ.

Η ΧΑΡΙΣΤΙΚΗ ΒΟΛΗ