Το μέλλον των ελληνικών τραπεζών | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το μέλλον των ελληνικών τραπεζών

Γιατί γονάτισαν, πώς αναβιώνουν

Ακόμα και μετά το PSI Plus και τις μεγάλες απώλειες λόγω BlackRock, οι διοικήσεις των τραπεζών και οι μέτοχοι διατηρούσαν κάποιες ελπίδες ότι θα μπορέσουν να διασώσουν τις περιουσίες τους.
Οι τράπεζες ήλπιζαν σε σειρά τεχνικών βελτιώσεων (φορολογικών, εποπτικών, λογιστικών κ.ά.) που θα μείωναν το ύψος των ζημιών, καθώς και σε ισχυρά κίνητρα, στο πλαίσιο του νόμου για την ανακεφαλαιοποίηση, για τη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών στο εγχείρημα. Οι διοικήσεις των τραπεζών πίστευαν ότι ΕΕ και ΔΝΤ, για να αποφύγουν τον κίνδυνο το τραπεζικό σύστημα να βρεθεί σχεδόν καθ’ ολοκληρία στον έλεγχο του δημόσιου τομέα, τελικά θα προέκριναν ένα σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης που θα ήταν ευνοϊκό για τους μετόχους των τραπεζών. Άλλωστε, όπως τόνιζαν, σε αντίθεση με άλλες χώρες, στην Ελλάδα δεν ήταν υπεύθυνος για τη χρεοκοπία ο τραπεζικός τομέας.

Όμως, οι 18 μήνες που προηγήθηκαν της ανακεφαλαιοποίησης, από το τέλος του 2011 μέχρι την άνοιξη του 2013, δεν έφεραν τίποτε άλλο εκτός από απογοήτευση, διαψεύδοντας, τη μια μετά την άλλη, όλες τις ελπίδες των διοικήσεων και των μετόχων των τραπεζών για μια λύση-σωτηρία.

Αρχικά, οι διοικήσεις των τραπεζών ήλπιζαν ότι το ύψος του «κουρέματος» θα ήταν πιο κοντά στο αρχικό σχέδιο (21%) και όχι στο 50%. Κάτι τέτοιο δεν έγινε, καθώς η επιβάρυνση ξεπέρασε το 50%. Επιπλέον, ήλπιζαν ότι θα υπάρξει μια ειδική μέριμνα για τις ελληνικές τράπεζες, δηλαδή να μετέχουν εν μέρει στο πρόγραμμα ανταλλαγής, ώστε να περιοριστούν οι ζημιές τους. Ούτε αυτό έγινε.

Με το PSI Plus οι τράπεζες επιβαρύνθηκαν με κούρεμα 53,5% στην ονομαστική αξία των ομολόγων που είχαν στα χαρτοφυλάκιά τους, ενώ το υπόλοιπο 46,5% καλύφθηκε με νέους τίτλους του ελληνικού Δημοσίου και ευρωπαϊκά ομόλογα. Αμέσως μετά την ανταλλαγή, με την ελληνική οικονομία να βρίσκεται σε περιδίνηση και την αβεβαιότητα να κυριαρχεί, οι τιμές των νέων ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου, που εκδόθηκαν στο πλαίσιο του PSI, σημείωσαν κάθετη πτώση στη δευτερογενή αγορά. Έτσι, ομόλογο αξίας 100 ευρώ βρέθηκε να διαπραγματεύεται το καλοκαίρι του 2012 στο 20%, ακόμα και στο 15% της ονομαστικής του αξίας. Αυτό δημιούργησε ένα νέο σοβαρό πρόβλημα: σύμφωνα με τις λογιστικές αρχές οι τράπεζες έπρεπε να απεικονίσουν τα ομόλογα σε τρέχουσες τιμές, δηλαδή, να λογιστικοποιήσουν νέες μεγάλες ζημιές, διευρύνοντας ακόμα περισσότερο τις κεφαλαιακές τους ανάγκες.

Οι τράπεζες ζήτησαν από τις ελληνικές και ευρωπαϊκές αρχές να τους επιτραπεί να αποτιμήσουν τα ομόλογα στην ονομαστική τους αξία, ώστε να αποφύγουν τη διεύρυνση των ζημιών. Το αίτημα δεν έγινε δεκτό. Στη συνέχεια οι τράπεζες, με επιχείρημα τη διατήρηση της κεφαλαιακής τους βάσης, πρότειναν να ανταλλαγούν τα ελληνικά ομόλογα με ευρωπαϊκούς τίτλους. Ούτε αυτή η πρόταση έγινε δεκτή. Οι τράπεζες αντιπρότειναν ένας ευρωπαϊκός οργανισμός υψηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης να εγγυηθεί τα ομόλογα που είχαν στην κατοχή τους ώστε να μπορέσουν να τα αποτιμήσουν στην αρχική τους αξία. Και αυτή η πρόταση απορρίφθηκε. Η αποτίμηση των ομολόγων σε τρέχουσες τιμές είχε ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση των τραπεζών με πρόσθετες ζημιές ύψους σχεδόν 10 δισ. ευρώ.

Έτσι, το πραγματικό «κούρεμα» με το οποίο επιβαρύνθηκαν οι τράπεζες προσέγγισε το 73,4%.
Ακόμα και έτσι, όμως, οι τράπεζες είχαν μια ελπίδα ότι στο μέλλον, εφόσον η οικονομική κατάσταση σταθεροποιείτο και η χώρα έβγαινε από το τούνελ της ύφεσης, οι τιμές των ομολόγων θα ανέκαμπταν και οι τράπεζες θα ανακτούσαν τις απώλειες. Κάθε άνοδος της τιμής των ομολόγων θα δημιουργούσε κέρδη για την τράπεζα, κάτι που μπορεί να αποτελούσε δέλεαρ για τους επενδυτές. Όμως, και αυτή η ελπίδα έσβησε γρήγορα. Το χειμώνα του 2012 αποφασίστηκε η υλοποίηση ενός «εθελοντικού» προγράμματος επαναγοράς των ελληνικών ομολόγων στο οποίο υποχρεώθηκαν να συμμετάσχουν οι τράπεζες. Με την επαναγορά, το ελληνικό Δημόσιο «αγόρασε» τα ομόλογα που είχε εκδώσει λίγους μήνες πριν στο πλαίσιο του PSI Plus με ονομαστική αξία 100 στην τιμή περίπου των 35. Δηλαδή με μια έκπτωση 65%. Αρχικά οι διοικήσεις των τραπεζών αντέδρασαν με οργή απειλώντας ότι δεν θα συμμετάσχουν στην επαναγορά, ωστόσο στην πράξη δεν είχαν καμία δυνατότητα αντίδρασης. Κατόπιν, ήλπιζαν (όπως και στο PSI) ότι θα είχαν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στην επαναγορά μερικώς, διαθέτοντας μέρος μόνο των ομολόγων τους.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 2012 οι τράπεζες είχαν προσφέρει στο ελληνικό Δημόσιο στο πλαίσιο της επαναγοράς το σύνολο των ομολόγων που είχαν στα χαρτοφυλάκιά τους. Έτσι το διευρυμένο κούρεμα του 74,3% μετατράπηκε σε μόνιμο και οριστικό. Κάπως έτσι ολοκληρώθηκε η οικονομική καταστροφή των τραπεζών. Οι τράπεζες έχασαν σχεδόν το σύνολο των κεφαλαίων που είχαν τοποθετήσει σε ελληνικά ομόλογα, με αποτέλεσμα να χαθούν όλα τα κεφάλαια των μετόχων. Με εξαίρεση την Alpha Bank, οι υπόλοιπες μεγάλες τράπεζες βρέθηκαν με αρνητικά κεφάλαια ύψους 4,85 δισ. ευρώ.

Μέχρι την τελευταία στιγμή οι διοικήσεις των τραπεζών συνέχισαν να ελπίζουν στο θαύμα: σε φορολογικές και εποπτικές διευκολύνσεις που θα μείωναν τις επιπτώσεις, σε αλλαγές του νόμου της ανακεφαλαιοποίησης, στην υλοποίηση δύο αυξήσεων κεφαλαίου (όπου το Δημόσιο θα κάλυπτε τις αρνητικές καθαρές θέσεις και εν συνεχεία οι ιδιώτες θα κάλυπταν τη συμμετοχή τους), σε χρονική μετάθεση της ανακεφαλαιοποίησης κ.ά.

Οι τελευταίες αυτές ελπίδες χάθηκαν τον Μάρτιο του 2013, όταν η Τράπεζα της Ελλάδος απέστειλε επιστολή στις διοικήσεις των συστημικών τραπεζών με την οποία ζητούσε να επιταχύνουν τις διαδικασίες για την ολοκλήρωση της τελευταίας φάσης της ανακεφαλαιοποίησης. Μέχρι το τέλος Απριλίου θα έπρεπε όλες οι τράπεζες να έχουν λάβει όλες τις σχετικές αποφάσεις και να ορίσουν τους όρους των αυξήσεων, ενώ μέχρι τα μέσα Ιουνίου θα πρέπει να ολοκληρωθούν οι αυξήσεις κεφαλαίου. Την τελευταία ημέρα του Απριλίου, την Τρίτη 30 Απριλίου, και η Eurobank –η τελευταία από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες– αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης.

ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ