Έχε γειά Σαακασβίλι | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Έχε γειά Σαακασβίλι

Η προεδρία που επιβίωνε μέσω ελιγμών - και κατέρρευσε εξαιτίας τους
Περίληψη: 

Ήταν το βασικό επίτευγμα του Μιχαήλ Σαακασβίλι, προέδρου τής Γεωργίας από το 2004, να καταφέρει να βάλει τα θέλγητρα της χώρας του στο επίκεντρο μιας μεγάλης στρατηγικής. Ήταν, επίσης, η πηγή τής καταστροφή του.

O THOMAS DE WAAL είναι ανώτερος συνεργάτης στο Πρόγραμμα Ρωσίας και Ευρασίας στο Carnegie Endowment for International Piece.

Η φήμη τής Γεωργίας ως μια γοητευτική χώρα υπήρχε εδώ και πολύ καιρό. Ταξιδεύοντας στην Σοβιετική Ένωση το 1947, ο συγγραφέας Τζον Στάινμπεκ άκουγε τους Ρώσους να επικαλούνται κατ' επανάληψη το «μαγικό όνομα της Γεωργίας». «Μιλούσαν για τους Γεωργιανούς ως υπερανθρώπους, μεγάλους πότες, μεγάλους χορευτές, σπουδαίους μουσικούς, φοβερούς εργαζόμενους και εραστές», έγραφε τότε ο Στάινμπεκ.

Ήταν το βασικό επίτευγμα του Μιχαήλ -«Μίσα»- Σαακασβίλι, ο οποίος εξελέγη πρόεδρος της Γεωργίας το 2004, να καταφέρει να θέσει τα θέλγητρα τής χώρας του στο επίκεντρο μιας μεγάλης στρατηγικής, που είχε στόχο να εξασφαλίσει ισχύ στη Γεωργία κερδίζοντας την εύνοια της Δύσης γενικά, και του Λευκού Οίκου τού Τζορτζ Μπους [του νεότερου], ειδικότερα. Όπως ήταν αναπόφευκτο, η στρατηγική απέτυχε, τελικά. Μόλις πριν από ένα χρόνο, θεωρείτο σίγουρο ότι ο Σαακασβίλι θα κέρδιζε τις βουλευτικές εκλογές και ότι η ομάδα του θα παρέμενε στην εξουσία σχεδόν επ' αόριστον. Αλλά, η ήττα στις βουλευτικές εκλογές, τον Οκτώβριο του 2013, κι ένα κύμα αποκαλύψεων έκτοτε σχετικά με τις καταχρήσεις που διαπράχθηκαν από την κυβέρνησή του, έχουν στείλει τη δημοτικότητά του στα τάρταρα. Μια δημοσκόπηση τον περασμένο μήνα διαπίστωσε ότι το 57% των Γεωργιανών αντιπαθούν τον Σαακασβίλι. Μόνο το 15% της χώρας εγκρίνει τις επιδόσεις τής θητείας του. Έχοντας κυριαρχήσει στην Γεωργία για εννέα χρόνια, ο Σαακασβίλι παρέμενε ακόμα αρχηγός τού κράτους τούς τελευταίους δώδεκα μήνες, αλλά στην πράξη η παρουσία του ήταν άνευ σημασίας.

Αλλά για τον Σαακασβίλι ήταν πάντα εμφανές ότι η επιδίωξη της δημοτικότητας στην Δύση ήταν εξίσου σημαντική με την διατήρηση της δημοτικότητάς του στο εσωτερικό. Κατά μια έννοια, το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι γιατί αυτή η επιδίωξη απέτυχε, αλλά γιατί διήρκεσε τόσο πολύ. Και τούτο είναι ένα ερώτημα που μόνο οι υποστηρικτές τού Σαακασβίλι στη Δύση μπορούν να απαντήσουν.

ΕΝΑΣ ΗΓΕΤΗΣ ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Αν για την αποτίμηση της πολιτικής κληρονομιάς τού Σαακασβίλι είναι δύσκολο να διαχωριστεί ο μύθος από την πραγματικότητα, αυτό οφείλεται στο ότι κρατούσε εσκεμμένα θολά τα όρια ανάμεσα στην πολιτική πραγματικότητα της Γεωργίας και στις δικές του προσπάθειες στις δημόσιες σχέσεις. Μεγάλο μέρος τής προεδρίας τού Σαακασβίλι ήταν μια άσκηση αλλαγής εθνικής ταυτότητας (rebranding) κατά το παράδειγμα της εκστρατείας τού Τόνι Μπλερ «Cool Britannia», τη δεκαετία του 1990.

Η λαοφιλής Επανάσταση των Ρόδων, της οποίας ηγήθηκε ο Σαακασβίλι το Νοέμβριο του 2003, ήταν αρκούντως πραγματική. Έριξε το καθεστώς τού πρώην προστάτη του, Έντουαρντ Σεβαρντνάτζε, από την εξουσία. Δύο μήνες αργότερα, ο Σαακασβίλι έγινε ο νεότερος αρχηγός κράτους στην Ευρώπη, και διόρισε μια από τις ηλικιακά νεότερες κυβερνήσεις, πρόθυμος να επιχειρήσει μια σειρά από κρατικές μεταρρυθμίσεις.

Αλλά στη συνέχεια, ο ίδιος ο Σαακασβίλι μόνο περιστασιακά ασχολούνταν με την καθημερινότητα της διακυβέρνησης. Κύριο ενδιαφέρον του ήταν να υπηρετεί δύο ρόλους: ενός ανθρώπου με ιδέες κι ενός επικεφαλής πωλήσεων για τις μεταρρυθμίσεις του. Ο Σαακασβίλι υιοθέτησε τον ρόλο με ενθουσιασμό, προωθώντας ακούραστα την ιδέα ότι, χάρη στην Επανάσταση των Ρόδων, η Γεωργία είχε βιώσει μια «πνευματική επανάσταση», ότι οι Γεωργιανοί είχαν καταφέρει να ξεπεράσουν την ιστορία τους και να ενωθούν με την Δύση με μια σαρωτική πολιτική και ψυχολογική μεταμόρφωση.

Περιττό να πούμε ότι αυτό το μήνυμα ήταν ελκυστικό για πολλούς Δυτικούς, ιδίως για τις πολιτικές και δημοσιογραφικές ελίτ που διψούσαν για οτιδήποτε θα μπορούσε να περιγραφεί ως «αντι–ρωσική», μετα-σοβιετική ιστορία επιτυχίας (και ο Βλαντιμίρ Πούτιν έπραττε τα δέοντα από την πλευρά του, βοηθώντας στην προώθηση του μηνύματος, μέσω της σθεναρής του αντίστασης σε αυτό). Ο Σαακασβίλι παρείχε γενναιόδωρη πρόσβαση στα δυτικά μέσα ενημέρωσης, και ιδίως σε έντυπα όπως οι Financial Times, ο Economist και η Wall Street Journal, τα οποία ανταπέδωσαν αφιερώνοντας μεγάλη προσοχή στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις τής κυβέρνησής του. Ο Σαακασβίλι ίσως να είναι το μόνο πρόσωπο που έχει φιλοξενηθεί δύο φορές στην στήλη «Γεύμα με τους FT».

Πιο μοιραίο, ωστόσο, δεν ήταν το φλερτ τού Σαακασβίλι με τα μέσα ενημέρωσης, αλλά με έναν ομόλογό του επικεφαλής κράτους: τον Τζορτζ Ου. Μπους. Όταν ο Σαακασβίλι πήγε στην Ουάσιγκτον τον Φεβρουάριο του 2004, έκανε τα πάντα για να εξασφαλίσει ότι θα είναι κεραυνοβόλος ο έρωτας των δύο τους. Κατά την επίσκεψή του στον Λευκό Οίκο, είπε σε ένα ενθουσιώδες ακροατήριο, με τα γρήγορα και άπταιστα αγγλικά του, ότι, ως πρώην φοιτητής του Πανεπιστημίου George Washington, ήταν «σαν να επέστρεφε σπίτι του». Μια ώρα πριν από την πρώτη συνάντηση στο Οβάλ Γραφείο με τον Μπους, ο Σαακασβίλι λέγεται ότι μελέτησε στα γρήγορα την ομιλία για την Κατάσταση του Έθνους, την οποία είχε εκφωνήσει ο Μπους ένα μήνα νωρίτερα. Όταν ο Σαακασβίλι, στην ιδιωτική του συνάντηση με τον Πρόεδρο, άρχισε να επαναλαμβάνει αυτολεξεί μερικές από τις φράσεις τής ομιλίας του για την ελευθερία και την δημοκρατία, ο Μπους και η ομάδα του τον άκουγαν με έκσταση. Από εκείνη την στιγμή, όπως φαίνεται, ο Μπους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Σαακασβίλι ήταν «δικός μας». Στα δημόσια σχόλια που ακολούθησαν, ο Μπους είπε στον Σαακασβίλι, «Είμαι περήφανος που μπορώ να σε αποκαλώ φίλο».