Οι πολιτικές παρατάξεις στην Ελλάδα κατά την κρίση | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Οι πολιτικές παρατάξεις στην Ελλάδα κατά την κρίση

ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Χρυσή Αυγή, ελληνική Δεξιά και Αριστερά
Περίληψη: 

Η θεωρία των δύο άκρων γνώρισε σοβαρή κριτική από στελέχη τής αριστεράς. Η διαφοροποίηση, όμως, της βίας καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής όταν το αποτέλεσμά της είναι θανατηφόρο

Ο ΘΑΝΟΣ ΒΕΡΕΜΗΣ είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Η Χρυσή Αυγή είναι ένα ολότελα καινούργιο φαινόμενο στην ελληνική πολιτική σκηνή. Στον μεσοπόλεμο η οργάνωση «Τρία Έψιλον» υπήρξε το πλησιέστερο προς τα ολοκληρωτικά κόμματα της ευρωπαϊκής ηπείρου με τον αντισημιτισμό και τις ακραίες πεποιθήσεις. Δημιουργήθηκε στην Θεσσαλονίκη από μικρασιάτες πρόσφυγες οι οποίοι ανταγωνίζονταν με τους Εβραίους της πόλης για τα εναπομείναντα σπίτια μετά τη μεγάλη φωτιά τού 1917.

Η «Τετάρτη Αυγούστου» παρουσίαζε κάποια φασιστικά χαρακτηριστικά, όπως ο χαιρετισμός και η οργανωμένη νεολαία, αλλά σε γενικές γραμμές ο Μεταξάς ήταν φιλικός προς τους Εβραίους και έφερε την Ελλάδα στο πλευρό των Αγγλογάλλων. Μετά τον πόλεμο, η οδυνηρή εμπειρία τής κατοχής απομάκρυνε κάθε πιθανότητα ακροδεξιάς με φασιστικά-ναζιστικά χαρακτηριστικά. Τέλος, η ίδια η δομή τής οικογενειοκρατικής ελληνικής κοινωνίας, τεμαχισμένης σε ομάδες ημετέρων και αντιπάλων, αποκλείει την οριζόντια οργάνωση και την παράδοση στην πειθαρχία μιας ολοκληρωτικής ιδεολογίας. Όπως σημειώνει ο Έρνεστ Γκέλλνερ, «η κατακερματισμένη κοινωνία αντιστρατεύεται τόσο τις ολοκληρωτικές τάσεις όσο και την κοινωνία των πολιτών» [1]. Πώς εξηγείται η ξαφνική προτίμηση του 7% των ψηφοφόρων για τη Χρυσή Αυγή;

Η πιο εύκολη ερμηνεία τού φαινομένου οφείλεται στον καταγγελτικό της λόγο εις βάρος τού Μνημονίου και των ξένων, την συσπείρωση γύρω από την σημαία και την ελληνική ιστορία αλλά όχι αναγκαστικά την Ορθοδοξία, αφού αρχικά η ηγεσία υμνούσε το Δωδεκάθεο. Άλλα απωθητικά προς το μεγάλο κοινό χαρακτηριστικά τής οργάνωσης είναι οι αναφορές στον φασισμό-ναζισμό και ο βίαιος χαρακτήρας των μελών της. Φτάνει, όμως, ο θυμός που κυριαρχεί στα περισσότερο δοκιμαζόμενα στρώματα για να τα στρέψει σε μια αλλόκοτη και αντιπαθητική οργάνωση;

Πιστεύω ότι η Χρυσή Αυγή προσπαθεί να γίνει υποκατάστατο του πατερναλιστικού κράτους το οποίο υπονομεύει η κρίση. Η εχθρότητα προς τους πολιτικούς και η σημερινή αδυναμία τού κράτους-τροφού σπρώχνει τους ορφανούς τού συστήματος σε αναπαραγωγή μιας οργισμένης ομάδας που υπόσχεται προστασία από την περιρρέουσα αβεβαιότητα. Ο θυμός συνεπώς και η προετοιμασία για την σύγκρουση αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά τού κινήματος. Η συμπεριφορά τού συνόλου τής δεξιάς και αριστεράς στην Βουλή δεν συνεισφέρει σε μια συνεννόηση των κομμάτων σε κάποιες βασικές αρχές οι οποίες να αποκλείουν την παρουσία τής Χρυσής Αυγής.

Το ευπαθέστερο στοιχείο τής Χ.Α. είναι η χρήση τής βίας και η επαφή με τον υπόκοσμο. Έτσι, πέρα από τις δολοφονίες με ιδεολογικά κίνητρα θα βγουν σύντομα στην δημοσιότητα ιστορίες διαφθοράς και χρηματισμού. Οργανώσεις τού είδους αυτού, αργά ή γρήγορα επενδύουν προσοδοφόρα το κεφάλαιο της βίας που διαθέτουν.

Ο Στέλιος Ράμφος τοποθετεί την άνοδο της οργάνωσης στην ανάγκη τού κάθε ανθρώπου να ενισχύσει μέσα του μια ταυτότητα. «Ήταν αναμενόμενο τα λαϊκά στρώματα με περιορισμένες παραστάσεις και ατροφική αυτοσυνείδηση, από την στιγμή που δεν νιώθουν την ανάγκη δικής τους αλήθειας και ψάχνουν να βρουν αλλού τους υπαίτιους για τη σημερινή κρίση, να γοητευθούν από εθνοπαραληρήματα και σχήματα αυτού του είδους [2].

Όπως ήδη αναφέραμε, η αδυναμία των πολιτικών κομμάτων να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν την Χ.Α. προσέκρουσε σε αμοιβαίες καχυποψίες. Τις ημέρες των συλλήψεων για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, βουλευτής τής Χ.Α. προειδοποιούσε τους συναδέλφους του τού ΣΥΡΙΖΑ ότι «όταν νομίσουν ότι θα τελειώσουν με εμάς θα αρχίσουν με εσάς» [3]. Η κριτική εξάλλου για την μέθοδο των συλλήψεων προήλθε και από το ΣΥΡΙΖΑ, όπως άλλωστε και η επανάληψη της απειλής τής Χ.Α. για την μεθοδευμένη κρατική προπαγάνδα εναντίον όλων των αντιμνημονιακών δυνάμεων. Παρά το γεγονός ότι τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες προσπαθούν να αποστασιοποιηθούν από τον καταγγελτικό λόγο τής Χ.Α. εναντίον του Μνημονίου και της ξένης επιρροής, στους τομείς αυτούς και οι τρεις συγκλίνουν.

Σύμφωνα με τον πρόσφατα αποδημήσαντα καθηγητή τού Πανεπιστημίου Yale, Juan Linz, συγγραφέα τής έννοιας της «ασταθούς Δημοκρατίας», το πολιτικό κλίμα σε περιόδους κρίσης χαρακτηρίζεται από τον «πολωμένο πλουραλισμό». Η σημερινή Ελλάδα με τον πολωμένο πολυκομματισμό θυμίζει το φαινόμενο που περιγράφει ο Linz, μολονότι αυτό αφορά κυρίως στις ασταθείς δημοκρατίες τής Λατινικής Αμερικής[4].

Η ΟΡΦΑΝΗ ΠΕΛΑΤΕΙΑΚΗ ΨΗΦΟΣ

Η δημοσιονομική κρίση και η απώλεια εμπιστοσύνης στα στελέχη τού δικομματισμού ευνόησαν τις ψήφους διαμαρτυρίας και πολλαπλασίασαν τα καταγγελτικά κόμματα στην ελληνική Βουλή. Η πελατειακή ψήφος αποδυναμώθηκε καθώς το κράτος αδυνατεί πια να λειτουργήσει ως προστάτης και συγκεντρώνει την οργή των ψηφοφόρων. Έτσι, η Δημοκρατία έχασε την προηγούμενη ρασιοναλιστική της βάση και οδηγείται από το θυμικό που δρα αποσταθεροποιητικά.

Το φαινόμενο της ανομίας – δηλαδή της μη λειτουργίας των νόμων – είναι από τα πιο δυσεπίλυτα προβλήματα που μας κατατρύχουν. Η κατακερματισμένη μας κοινωνία που κάθε θραύσμα της υπακούει στις οικογενειακές προτεραιότητες, τους φίλους, τους κουμπάρους και τους πελάτες, αδυνατεί να αποδεχθεί το κράτος δικαίου και αδιαφορεί για την παραβατικότητα που θίγει τους άλλους. Μόνο όταν η παραβατικότητα φτάσει στο σπίτι μας αισθανόμαστε ξαφνικά θύματά της.

Τα παιδιά αντιδρούν γιατί όλοι και όλα τούς λένε ότι είναι τα θύματα αυτής της κοινωνίας και ότι το μέλλον τους είναι υπονομευμένο. Με την ηχηρή τους διαμαρτυρία επιβεβαιώνουν τις προσδοκίες των γονέων και δασκάλων τους. Το μέλλον τους είναι υπονομευμένο αλλά η οργή τους αντί να στρέφεται κατά του ευάλωτου γείτονα θα έπρεπε να επιτεθεί στην βάση τής κατακερματισμένης κοινωνίας που είναι η διαπαιδαγώγηση την οποία έλαβαν από τότε που κατάλαβαν τον εαυτό τους. Ωστόσο, λίγα παιδιά (εκτός από τα απολύτως αποξενωμένα) καταστρέφουν το μοναδικό σύστημα πρόνοιας στο οποίο μπορούν να υπολογίζουν, αυτό που τα συντηρεί σήμερα και θα τα στηρίξει αν αργότερα βρεθούν χωρίς εργασία: την οικογένεια και τους ημέτερους.