Η συμμορία των δύο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η συμμορία των δύο

Ρωσία και Ιαπωνία ενεργοποιούνται για τον Ειρηνικό
Περίληψη: 

Η Ρωσία και η Ιαπωνία ξαφνικά βρέθηκαν να συνδέονται από μια κοινή δυσάρεστη κατάσταση στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού: και οι δύο είναι δευτερεύοντες παίκτες σε μια περιοχή που επισκιάστηκε από μια όλο και πιο δυναμική Κίνα. Όμως, παρά τις πρόσφατες συναντήσεις υψηλού επιπέδου για την εξωτερική και αμυντική πολιτική, η σχέση παραμένει λεπτεπίλεπτη και κάθε εταίρος είναι επιφυλακτικός να αναλάβει νέα ρίσκα.

Η FIONA HILL [1] είναι βασική συνεργάτις στο Brookings Institution και συν-συγγραφέας με τον Clifford Gaddy του βιβλίου με τίτλο Mr. Putin: Operative in the Kremlin.

Στις 2 Νοεμβρίου, η Ρωσία και η Ιαπωνία πραγματοποίησαν την πρώτη τους συνάντηση «δύο συν δύο» [2], η οποία έφερε κοντά τούς αντίστοιχους υπουργούς Εξωτερικών και Άμυνας στο Τόκιο για να συζητήσουν την συνεργασία στον τομέα τής ασφάλειας. Η συνάντηση έδωσε μερικά πρωτοσέλιδα, αλλά ήταν μακράν από το να αποτελεί συνάντηση ρουτίνας: τέτοιες συναντήσεις γίνονται συνήθως ανάμεσα σε στενούς συμμάχους, και για το μεγαλύτερο μέρος τής σύγχρονης ιστορίας τους, η Μόσχα και το Τόκιο ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό.

Τώρα, όμως, οι δύο χώρες συνδέονται από μια κοινή δυσάρεστη κατάσταση στην περιοχή τής Ασίας-Ειρηνικού. Και οι δύο είναι δευτερεύοντες παίκτες σε μια περιοχή που επισκιάστηκε από μια όλο και πιο δυναμική Κίνα, η οποία δεν δίστασε να πιέσει τα όρια των γειτόνων της. Νέοι δεσμοί μεταξύ τής Ρωσίας και της Ιαπωνίας θα σηματοδοτήσουν όχι μόνο μια σημαντική διέξοδο στις σχέσεις τους, αλλά και μια σημαντική αλλαγή στην πολιτική δυναμική τής Βορειοανατολικής Ασίας. Από το 1950, οι συμμαχίες των ΗΠΑ με την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα έχουν κυριαρχήσει στην περιφερειακή ασφάλεια. Η Ρωσία και η Κίνα θέρμαναν τις ψυχρές σχέσεις τους στην δεκαετία τού 1990 και υπέγραψαν συνθήκη φιλίας το 2001, αλλά η άνοδος της Κίνας έχει αυξήσει τις εντάσεις σε κάθε περιφερειακή σχέση.

Σίγουρα, η Ρωσία και η Ιαπωνία δεν είναι φυσικοί εταίροι στον τομέα τής ασφάλειας. Στον εικοστό αιώνα έκαναν δύο πολέμους ο ένας εναντίον του άλλου, για πρώτη φορά το 1904-05, και ξανά το 1945. Η Ιαπωνία κατέλαβε έδαφος από την Ρωσία στον πρώτο πόλεμο. Η Ρωσία κατέλαβε έδαφος από την Ιαπωνία στον δεύτερο. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, οι δύο χώρες διατηρούσαν σε μεγάλο βαθμό τις διπλωματικές τους αποστάσεις, αν και το μεταξύ τους εμπόριο άνθισε στην δεκαετία τού 2000.

Ωστόσο, έχουν υπάρξει πολλές μικρές, αν και σε μεγάλο βαθμό ανεπιτυχείς, προσπάθειες για βελτίωση των διμερών σχέσεων κατά τα τελευταία 20 χρόνια. Αυτές πήραν τη μορφή προσπαθειών για την επίλυση μιας εδαφικής διαμάχης για αυτά που το Τόκιο αποκαλεί Βόρεια Εδάφη του [3]: τρία νησιά – το Etorofu (Iturup στα ρωσικά), το Kunashiri και το Shikotan - και μια ομάδα νησίδων, τα Habomais, τα οποία η Σοβιετική Ένωση πήρε από την Ιαπωνία το 1945. Τα διαφιλονικούμενα νησιά βρίσκονται στο νότιο άκρο των νήσων Κουρίλων, τα οποία εκτείνονται από το βορειότερο έδαφος της Ιαπωνίας, το Hokkaido, ως την χερσόνησο Καμτσάτκα τής Ρωσίας. Η διαφορά είναι ένας από τους κύριους λόγους που η Ρωσία και η Ιαπωνία δεν ήταν σε θέση, μετά από σχεδόν 75 χρόνια, να καταλήξουν σε μια επίσημη συνθήκη ειρήνης για τον τερματισμό τού Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Στη δεκαετία τού 1990, ο τότε Ρώσος πρόεδρος Μπόρις Γέλτσιν υποσχέθηκε - και απέτυχε - να διευθετήσει το ζήτημα και να υπογράψει συνθήκη ειρήνης. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν και ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ, κατά την διάρκεια του μεταξύ τους μοιράσματος της εξουσίας ως πρωθυπουργός και πρόεδρος, σηματοδότησαν το 2009 μια νέα προθυμία να διαπραγματευθούν, αλλά η θετική δυναμική σταμάτησε όταν ο πρωθυπουργός τής Ιαπωνίας, Taro Aso, υποστήριξε σε συνέντευξη Τύπου ότι η Ρωσία είχε καταλάβει παράνομα τα νησιά το 1945. Μέχρι το 2010, παρά την επίσκεψη του Πούτιν στο Τόκιο, οι σχέσεις είχαν κλονιστεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο Μεντβέντεφ δεν αισθάνθηκε κανέναν ενδοιασμό για να κάνει την πρώτη επίσκεψη Ρώσου προέδρου στα επίμαχα νησιά (η πολύ μεγάλης δημοσιότητας περιοδεία του περιλάμβανε «προσωπικές» φωτογραφίες του σε μερικά από τα παράκτια αξιοθέατα). Και το 2011, η Ρωσία επιδόθηκε σε μια σειρά από στρατιωτικές ασκήσεις επάνω και γύρω από τα νησιά και δήλωσε ότι θα ενισχύσει την στρατιωτική της παρουσία εκεί. Οι διμερείς σχέσεις φάνηκε να καταλήγουν σε αδιέξοδο. Αλλά, λίγο μετά την ανακοίνωση του Πούτιν τον Σεπτέμβριο του 2011 ότι είχε την πρόθεση να επιστρέψει στην προεδρία, ανέφερε σε συναντήσεις του με ανώτερους Ιάπωνες αξιωματούχους ότι η Ρωσία επιθυμεί την βελτίωση των διμερών σχέσεων. Ο Πούτιν και ο πρωθυπουργός τής Ιαπωνίας Σίνζο Άμπε συναντήθηκαν πολλές φορές στη συνέχεια, σε συναντήσεις που οι αξιωματούχοι χαρακτήρισαν ως ολοένα και πιο «ζεστές και φιλικές». Και τον περασμένο Απρίλιο, ο Άμπε πραγματοποίησε την πρώτη –εδώ και μια δεκαετία- επίσκεψη Ιάπωνα πρωθυπουργού στη Μόσχα.

Η Ιαπωνία έχει βάσιμους λόγους να θέλει να μεταβάλλει την σχέση της με την Ρωσία. Το Τόκιο έχει εκφράσει ανοιχτά σοβαρές ανησυχίες για μια στρατιωτική σύγκρουση με το Πεκίνο εξαιτίας των απαιτήσεων της Κίνας για τα νησιά Σενκάκου / Ντιαόγιου στην Ανατολική Θάλασσα της Κίνας. Και η Ιαπωνία είναι αβέβαιη για το πώς ο στρατηγικός της σύμμαχος, οι Ηνωμένες Πολιτείες, θα ανταποκριθούν τελικά σε ένα σημαντικό στρατιωτικό περιστατικό εκεί. Η κινεζική ρητορική για την Ιαπωνία έχει λάβει έναν όλο και πιο επιθετικό τόνο. Οι ιαπωνικές στρατιωτικές αγριότητες κατά Κινέζων αμάχων στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είναι ένα αγαπημένο θέμα συζήτησης. Εξακολουθεί να υπάρχει πολιτική συναίνεση στην Ιαπωνία ότι μια σύγκρουση με την Κίνα θα είναι καταστροφική και για τις δύο πλευρές και θα πρέπει να αποφευχθεί με κάθε κόστος. Αλλά, ακόμα κι έτσι, η Ιαπωνία θέλει να προετοιμαστεί για το χειρότερο, κυρίως επειδή οι σχέσεις της με τη Νότια Κορέα εξακολουθούν να μαστίζονται από τα εκκρεμή ζητήματα που άφησε η ιαπωνική κατοχή τής χερσονήσου στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και οι σχέσεις της με την Βόρεια Κορέα παραμένουν εχθρικές.