Κράτη τού πολέμου | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Κράτη τού πολέμου

Πώς το έθνος–κράτος διεξάγει σύγχρονους πολέμους

Νέα έθνη-κράτη είναι επίσης πιο πιθανό να πάνε σε μεταξύ τους πόλεμο από όσο οι καθιερωμένες αυτοκρατορίες ή τα δυναστικά κράτη. Οι αυτοκρατορίες χαράσσουν χαλαρά και συχνά αυθαίρετα σύνορα, που έχουν ελάχιστη σχέση με την εθνικότητα. Τα εθνικά κράτη, από την άλλη πλευρά, ενδιαφέρονται περισσότερο για τα σύνορα, διότι αυτά μπορεί να χωρίσουν μια ενιαία εθνική ομάδα έναντι διαφορετικών κρατών. Αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο ότι εκείνοι που καταλήγουν στην λάθος πλευρά των συνόρων αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας σε γειτονικές χώρες που κυριαρχούνται από άλλες εθνοτικές ομάδες - ένας άλλος τρόπος που η αρχή της διακυβέρνησης από ομοίους μπορεί να παραβιαστεί. Η σύγκρουση μεταξύ γειτονικών κρατών-εθνών ξεσπά έτσι συχνά σε περιοχές όπου οι εθνοτικές ομάδες επικαλύπτονται ή σε σύνορα που χωρίζουν μια ενιαία εθνική ομάδα. Στις αρχές τής δεκαετίας τού 1990, για παράδειγμα, η σερβική μειονότητα αντιστάθηκε στην ενσωμάτωσή της στο νεοσύστατο κράτος τής Κροατίας. Η κυβέρνηση της Σερβίας, περιμένοντας ότι οι ομοεθνείς της στην Κροατία θα υποστούν κακομεταχείριση (και για την επιδίωξη του δικού της σχεδίου εθνικής ενοποίησης), παρενέβη για λογαριασμό τους. Ακολούθησε πόλεμος μεταξύ των δύο κρατών, που έληξε με την εκδίωξη των Σέρβων τής Κροατίας εκτός των συνόρων.

Ο εγχώριος αγώνας για το ποιος «κατέχει» ένα νέο κράτος κάποτε τελικά τερματίζεται - κατά μέσο όρο, μετά από εξήντα χρόνια. Έρχεται συχνά βίαια, μέσω απελάσεων, ανταλλαγών πληθυσμών ή αναγκαστικής αφομοίωσης που οδηγεί σε μια πιο ομοιογενή χώρα. Σε άλλες περιπτώσεις, ισχυρές κεντρικές κυβερνήσεις και καθιερωμένες οργανώσεις τής κοινωνίας των πολιτών κάνουν την εθνικότητα άσχετη με τον σχηματισμό των πολιτικών συμμαχιών (όπως στην Ελβετία) ή ενθαρρύνουν την εθελοντική αφομοίωση στην βασική ομάδα (όπως στη Γαλλία και την Μποτσουάνα). Σε άλλες περιπτώσεις, μια συμφωνία καταμερισμού τής εξουσίας μεταξύ των εκπροσώπων των πολιτικοποιημένων εθνοτικών ομάδων βοηθά να αποφευχθούν μελλοντικοί εμφύλιοι πόλεμοι (όπως στον Καναδά).

ΑΝΑΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ

Εν ολίγοις, η εξάπλωση της αρχής τής διακυβέρνησης από ομοίους και ο σχηματισμός των εθνών-κρατών είναι οι κινητήριες δυνάμεις πίσω από τον εμφύλιο και τον διακρατικό πόλεμο - ένα γεγονός που θλιβερά λείπει από μεγάλο μέρος τής λαϊκής συζήτησης σχετικά με τις σημερινές βίαιες συγκρούσεις.

Παράδειγμα η Συρία, της οποίας η ιστορία τής σύγκρουσης προσεγγίζει πολύ στο μοτίβο. Η αραβική εξέγερση ενάντια στην οθωμανική εξουσία κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν οδήγησε στην ανεξαρτησία τής χώρας, αλλά αντ’ αυτού σε έναν άλλο γύρο αποικιακής κυριαρχίας από την Γαλλία. Μετά από μια σειρά αποτυχημένων αντιαποικιακών εξεγέρσεων κατά την διάρκεια των μέσων τής δεκαετίας τού 1920, η Συρία κέρδισε τελικά την ανεξαρτησία της από την Γαλλία στο τέλος τού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μεγάλο μέρος τής πολιτικής αναταραχής στη μετα-αποικιακή περίοδο αφορούσε στην κατανομή τής πολιτικής δύναμης μεταξύ των εθνοτικών ελίτ. Μετά από μια σειρά πραξικοπημάτων, η οικογένεια των αλ-Άσαντ και η μικρή αλεβίτικη σέχτα τους αναδείχτηκαν ως οι νέοι ιδιοκτήτες τού κράτους.

Έτσι, η Συρία έγινε ένα κλασικό παράδειγμα εθνοκρατισμού - όταν μια εθνοτική μειονότητα κυριαρχεί στο σύνολο του κρατικού μηχανισμού. Ως συνέπεια αυτής τής απόκλισης από την αρχή τής διακυβέρνησης από ομοίους, η κυβέρνηση στερείται εντελώς λαϊκής υποστήριξης και πολιτικής νομιμοποίησης. Το καθεστώς αντιστάθμισε την έλλειψη αυτή με την υιοθέτηση παναραβικής πολιτικής ρητορικής και πολιτικών κατά του Ισραήλ, με την διευθέτηση της σουνιτικής οικονομικής ελίτ, την οικοδόμηση μια τεράστιας δομής ασφαλείας που διαπερνούσε το σύνολο του κοινωνικού ιστού, και με την άγρια καταστολή κάθε μορφής διαμαρτυρίας ή εξέγερσης, όπως η σουνιτική εξέγερση το 1982. Τώρα, ο εμφύλιος πόλεμος στην Συρία όλο και περισσότερο διεξάγεται σύμφωνα με τις θρησκευτικές και σεχταριστικές διαιρέσεις, όπως συνέβη στο γειτονικό Ιράκ μετά την εισβολή των ΗΠΑ. Αν και το μέλλον παραμένει απρόβλεπτο, είναι ασφαλές να πούμε ότι δεν πρόκειται να επιτευχθεί διαρκής ειρήνη μέχρι ότου το εθνοκρατικό καθεστώς υπό τον Άσαντ δώσει χώρο σε μια δομή εξουσίας που θα ενσωματώνει την σουνιτική πλειοψηφία τής χώρας. Οι Κούρδοι, εν τω μεταξύ, ίσως να καταλήξουν σε ένα κουρδικό κράτος κάποια στιγμή στο μέλλον.

Το Σουδάν ακολούθησε παρόμοια πορεία. Ένας δεκαετής εθνικιστικός πόλεμος οδήγησε τελικά στην απόσχιση του Νότιου Σουδάν το 2011 (όπου οι μη-μουσουλμάνοι αφρικανικής καταγωγής αποτελούν την πλειοψηφία) από το Βόρειο Σουδάν (που πολιτικά κυριαρχείται από μουσουλμάνους Άραβες από την ίδρυσή του). Οι εντάσεις σχετικά με την ακριβή οριοθέτηση των συνόρων μεταξύ των δύο κρατών είναι μεγάλες. Στην παρούσα μορφή του, το χάσμα αφήνει πολιτικά περιθωριοποιημένους στο Βόρειο Σουδάν δεκάδες χιλιάδες μη μουσουλμάνους Αφρικανούς. Στη Νότια Κορντοφάν και την περιοχή τού Γαλάζιου Νείλου, που είναι στην βόρεια πλευρά τύς οριοθέτησης, πρώην μαχητές για έναν ανεξάρτητο Νότο συνέχισαν να επιτίθενται στα στρατεύματα των βορείων με τη σιωπηρή υποστήριξη της νεοσυσταθείσας κυβέρνησης και του στρατού τού Νότιου Σουδάν. Οι συγκρούσεις μεταξύ των στρατών των δύο κρατών έχουν οδηγήσει πολλούς αναλυτές να φοβούνται ότι θα υπάρξει περισσότερη βία στο μέλλον.

Στον Νότο, η εθνοπολιτική ανισότητα έχει επίσης ποδηγετήσει την εγχώρια σύγκρουση. Λίγο μετά την ανεξαρτησία, προέκυψαν νέα παράπονα για την κυριαρχία των πρώην μαχητών Dinka, οι οποίοι είχαν ιδρύσει και ελέγχουν το κίνημα ανεξαρτησίας, στην πρόσφατα διαμορφωμένη γραφειοκρατία και τον στρατό. Ένοπλες συγκρούσεις ξέσπασαν μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και διαφόρων επαναστατικών φατριών που ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν την περιφέρεια Nuer ή την Murle.