Το τέλος των Ερντογαν-ομικών | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το τέλος των Ερντογαν-ομικών

Ο Τούρκος πρωθυπουργός χάνει τη μάχη για φθηνές πιστώσεις
Περίληψη: 

Πολλοί παρατηρητές των αγορών ανακουφίστηκαν όταν η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας αύξησε πρόσφατα το επιτόκιο δανεισμού της. Ο πρωθυπουργός τής Τουρκίας δεν ήταν ένας από αυτούς.

Ο PIOTR ZALEWSKI είναι ελεύθερος ρεπόρτερ με έδρα την Κωνσταντινούπολη και γράφει μεταξύ άλλων για τα περιοδικά Time, Foreign Policy και The National. Μπορείτε να τον ακολουθείτε στο Twitter @p_zalewski.

Ο Τούρκος πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν είναι λάτρης των υψηλών επιτοκίων. Έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η Κεντρική Τράπεζα της χώρας του θα πρέπει να κρατήσει τα πραγματικά επιτόκια χορηγήσεων στο -ή κοντά στο- μηδέν. (Ως ένας αφοσιωμένος μουσουλμάνος που είναι, λέγεται ότι αντλεί έμπνευση από το ισλαμικό δόγμα, το οποίο απαγορεύει τον τόκο). Περιστασιακά, έχει προχωρήσει τόσο πολύ ώστε να αμφισβητήσει μια βασική αρχή τής οικονομίας, υποστηρίζοντας ότι τα υψηλά επιτόκια προκαλούν πληθωρισμό. Έχει ακόμη αποδώσει μέρος τής ευθύνης για τα πολιτικά προβλήματά του - συμπεριλαμβανομένων των μαζικών διαδηλώσεων το περασμένο καλοκαίρι και ενός εξελισσόμενου σκανδάλου διαφθοράς αυτόν τον χειμώνα - σε μια ανίερη συμμαχία διεθνών χρηματοδοτών, δυτικών κυβερνήσεων και ξένων μέσων ενημέρωσης την οποία έχει βαπτίσει, αφοπλιστικά, το «λόμπι τού επιτοκίου».

Η προσωπική πίστη τού Ερντογάν στα χαμηλά επιτόκια δανεισμού θα μπορούσε να απορριφθεί ως ακριβώς τέτοια - προσωπική - αν δεν αφορούσε στον τρόπο που φαίνεται να κυριαρχεί στη νομισματική πολιτική τής Τουρκίας. Μέχρι πριν από δύο εβδομάδες, η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας είχε αυξήσει τα επιτόκια μόνο τρεις φορές τα τελευταία δύο χρόνια, απρόθυμα και πάντα από λίγο. Όταν το έπραξε τον περασμένο Αύγουστο, κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, μια κίνηση που οι περισσότεροι αναλυτές επέκριναν ως πολύ λίγη και πολύ καθυστερημένη για να αντισταθμίσει τον υφέρποντα πληθωρισμό, συνέχισε παίρνοντας όρκο να αποστασιοποιηθεί από αυξήσεις επιτοκίων στο άμεσο μέλλον. Ήταν, για πολλούς παρατηρητές, ένα επικίνδυνο σημάδι ότι η Τράπεζα είχε χάσει την ανεξαρτησία της για να υποκύψει στα επιτοκιακά πιστεύω τού Ερντογάν και την έμφασή του για την συνεχιζόμενη οικονομική ανάπτυξη. Η Κεντρική Τράπεζα, όπως έγραψε μέσω e-mail σε σημείωμά του προς επενδυτές μετά την αύξηση των επιτοκίων τον Αύγουστο ο οικονομολόγος Tim Ash, εμφανίστηκε «να ανησυχεί πολύ περισσότερο για να βοηθήσει ... την κυβέρνηση να επιτύχει τον στόχο της για ρυθμό ανάπτυξης 3% έως 4%» από όσο για την διατήρηση της ισχύος τής λίρας και τον περιορισμό τού πληθωρισμού.

Ήταν προς ανακούφιση πολλών παρατηρητών της αγοράς, λοιπόν, το ότι το βράδυ τής 28ης Ιανουαρίου τού τρέχοντος έτους, παρά την προηγούμενη επιμονή τού Ερντογάν για το αντίθετο, η Κεντρική Τράπεζα αύξησε το επιτόκιο δανεισμού μιας ημέρας κατά περίπου τρεις ποσοστιαίες μονάδες [1].

Φάνηκε να μην έχει άλλη επιλογή. Παρά τις προβλέψεις τού Başçı τον Αύγουστο ότι θα τελειώσει το έτος στο 1,92 με το δολάριο - και παρά τα δισεκατομμύρια που δαπανήθηκαν για να εμποδιστεί η διολίσθησή της - η λίρα μπήκε στο 2014 στο 2,15. Στις εβδομάδες που ακολούθησαν, έπεσε ακόμα περισσότερο. Μια ημέρα πριν από την παρέμβαση της Τράπεζας, σημείωσε κατακόρυφη πτώση στο 2,39. Στη συνέχεια, η λίρα ανάκτησε στιγμιαία μέρος των απωλειών της, ενισχυόμενη στο 2,16 και στη συνέχεια βυθίστηκε και πάλι, πριν σταθεροποιηθεί κοντά στο 2,20. Οι φλόγες τής αρχόμενης νομισματικής κρίσης έχουν σβηστεί, τουλάχιστον για τώρα.

Για τον Ερντογάν, η αύξηση των επιτοκίων έχει έρθει ως μια μικτή ευλογία. Μπορεί να διασωθεί η φήμη τής Κεντρικής Τράπεζας και να θέσει την λίρα σε πιο στέρεα βάση, αλλά έχει επίσης βάλει το πιο αγαπημένο πολιτικό νόμισμα του πρωθυπουργού – την ανάπτυξη - σε κίνδυνο. Μια ημέρα μετά την έκτακτη συνεδρίαση της Τράπεζας, η JPMorgan Chase αναθεώρησε τις προβλέψεις για την οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας το 2014 από το 2,5% στο 1,9%. Η Bank of America Merrill Lynch μείωσε τις προβλέψεις της από το 3,5% στο 1,7%. Στις 7 Φεβρουαρίου, η Standard & Poors μείωσε την βαθμολογία για τις προοπτικές τής Τουρκίας σε «αρνητικές», επικαλούμενη τους κινδύνους μιας απότομης επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας.

Η Τουρκία θεωρείται γενικά ως μια ιστορία οικονομικής επιτυχίας κατά την τελευταία δεκαετία, και υπάρχουν σοβαροί λόγοι γι’ αυτό. Από το 2002, το πρώτο έτος τού Ερντογάν στην εξουσία, το ΑΕΠ αυξανόταν κατά μέσο όρο με 5% ετησίως. Οι ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ) εισέρρευσαν σε πρωτοφανή επίπεδα. Μόνο το ένα τέταρτο των Τούρκων θεωρείτο μεσαία τάξη στα μέσα τής δεκαετίας τού 1990. Σήμερα, το 60% της χώρας συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν. Ο πληθωρισμός ήταν χαμηλός και ο τραπεζικός τομέας έχει αποδειχθεί ανθεκτικός.

Το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας (FED), που πλημμύριζε τις διεθνείς χρηματαγορές με δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια κάθε μήνα, εγκαινίασε μια νέα εποχή για την οικονομία τής Τουρκίας. Καθώς οι αγορές ομολόγων από την Fed απογειώθηκαν το 2008, οι επενδυτές, γεμάτοι με μετρητά και αναζητώντας υψηλότερες αποδόσεις από ό, τι θα μπορούσαν να βρουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, έσπευσαν στις αναδυόμενες αγορές, όπως εκείνη της Τουρκίας. Ενεργοποιημένη από βραχυπρόθεσμες επενδύσεις σε τουρκικούς τίτλους, χαμηλά επιτόκια δανεισμού και μια αύξηση της καταναλωτικής ζήτησης, η οικονομία τής Τουρκίας απογειώθηκε. Η αύξηση του ΑΕΠ έφθασε σε ποσοστό 9% το 2010 και το 2011 – καταφέρνοντας να συγκριθεί με την Κίνα - πριν επιβραδυνθεί σε 2,2% το 2012 και ένα προβλεπόμενο 3,6% πέρυσι.

Αυτή η εποχή έχει τελειώσει. Με την Fed ετοιμάζεται να κλείσει την στρόφιγγα για το πρόγραμμά της περί αγοράς ομολόγων, οι ροές κεφαλαίων προς την Τουρκία έχουν αρχίσει να στερεύουν, αφήνοντας πίσω τα αποδεικτικά στοιχεία μιας οικονομίας που εξαρτάται από τις φθηνές πιστώσεις. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διογκώθηκε στα περίπου 60 δισεκατομμύρια δολάρια ή 7% του ΑΕΠ. Οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές, ιδίως εκείνοι που πήραν δάνεια σε συνάλλαγμα, αντιμετωπίζουν ένα βουνό από χρέη. Στο τέλος τού 2013, ο όγκος των τραπεζικών δανείων ξεπέρασε το ένα τρισεκατομμύριο λίρες (450 δισ. δολ.), ένας διπλασιασμός από το 2010. Το ποσοστό εγχώριας αποταμίευσης είναι το χαμηλότερο των τελευταίων 30 ετών.