Το τέλος των Ερντογαν-ομικών | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το τέλος των Ερντογαν-ομικών

Ο Τούρκος πρωθυπουργός χάνει τη μάχη για φθηνές πιστώσεις

Ο Τούρκος πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν είναι λάτρης των υψηλών επιτοκίων. Έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η Κεντρική Τράπεζα της χώρας του θα πρέπει να κρατήσει τα πραγματικά επιτόκια χορηγήσεων στο -ή κοντά στο- μηδέν. (Ως ένας αφοσιωμένος μουσουλμάνος που είναι, λέγεται ότι αντλεί έμπνευση από το ισλαμικό δόγμα, το οποίο απαγορεύει τον τόκο). Περιστασιακά, έχει προχωρήσει τόσο πολύ ώστε να αμφισβητήσει μια βασική αρχή τής οικονομίας, υποστηρίζοντας ότι τα υψηλά επιτόκια προκαλούν πληθωρισμό. Έχει ακόμη αποδώσει μέρος τής ευθύνης για τα πολιτικά προβλήματά του - συμπεριλαμβανομένων των μαζικών διαδηλώσεων το περασμένο καλοκαίρι και ενός εξελισσόμενου σκανδάλου διαφθοράς αυτόν τον χειμώνα - σε μια ανίερη συμμαχία διεθνών χρηματοδοτών, δυτικών κυβερνήσεων και ξένων μέσων ενημέρωσης την οποία έχει βαπτίσει, αφοπλιστικά, το «λόμπι τού επιτοκίου».

Η προσωπική πίστη τού Ερντογάν στα χαμηλά επιτόκια δανεισμού θα μπορούσε να απορριφθεί ως ακριβώς τέτοια - προσωπική - αν δεν αφορούσε στον τρόπο που φαίνεται να κυριαρχεί στη νομισματική πολιτική τής Τουρκίας. Μέχρι πριν από δύο εβδομάδες, η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας είχε αυξήσει τα επιτόκια μόνο τρεις φορές τα τελευταία δύο χρόνια, απρόθυμα και πάντα από λίγο. Όταν το έπραξε τον περασμένο Αύγουστο, κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, μια κίνηση που οι περισσότεροι αναλυτές επέκριναν ως πολύ λίγη και πολύ καθυστερημένη για να αντισταθμίσει τον υφέρποντα πληθωρισμό, συνέχισε παίρνοντας όρκο να αποστασιοποιηθεί από αυξήσεις επιτοκίων στο άμεσο μέλλον. Ήταν, για πολλούς παρατηρητές, ένα επικίνδυνο σημάδι ότι η Τράπεζα είχε χάσει την ανεξαρτησία της για να υποκύψει στα επιτοκιακά πιστεύω τού Ερντογάν και την έμφασή του για την συνεχιζόμενη οικονομική ανάπτυξη. Η Κεντρική Τράπεζα, όπως έγραψε μέσω e-mail σε σημείωμά του προς επενδυτές μετά την αύξηση των επιτοκίων τον Αύγουστο ο οικονομολόγος Tim Ash, εμφανίστηκε «να ανησυχεί πολύ περισσότερο για να βοηθήσει ... την κυβέρνηση να επιτύχει τον στόχο της για ρυθμό ανάπτυξης 3% έως 4%» από όσο για την διατήρηση της ισχύος τής λίρας και τον περιορισμό τού πληθωρισμού.

Ήταν προς ανακούφιση πολλών παρατηρητών της αγοράς, λοιπόν, το ότι το βράδυ τής 28ης Ιανουαρίου τού τρέχοντος έτους, παρά την προηγούμενη επιμονή τού Ερντογάν για το αντίθετο, η Κεντρική Τράπεζα αύξησε το επιτόκιο δανεισμού μιας ημέρας κατά περίπου τρεις ποσοστιαίες μονάδες [1].

Φάνηκε να μην έχει άλλη επιλογή. Παρά τις προβλέψεις τού Başçı τον Αύγουστο ότι θα τελειώσει το έτος στο 1,92 με το δολάριο - και παρά τα δισεκατομμύρια που δαπανήθηκαν για να εμποδιστεί η διολίσθησή της - η λίρα μπήκε στο 2014 στο 2,15. Στις εβδομάδες που ακολούθησαν, έπεσε ακόμα περισσότερο. Μια ημέρα πριν από την παρέμβαση της Τράπεζας, σημείωσε κατακόρυφη πτώση στο 2,39. Στη συνέχεια, η λίρα ανάκτησε στιγμιαία μέρος των απωλειών της, ενισχυόμενη στο 2,16 και στη συνέχεια βυθίστηκε και πάλι, πριν σταθεροποιηθεί κοντά στο 2,20. Οι φλόγες τής αρχόμενης νομισματικής κρίσης έχουν σβηστεί, τουλάχιστον για τώρα.

Για τον Ερντογάν, η αύξηση των επιτοκίων έχει έρθει ως μια μικτή ευλογία. Μπορεί να διασωθεί η φήμη τής Κεντρικής Τράπεζας και να θέσει την λίρα σε πιο στέρεα βάση, αλλά έχει επίσης βάλει το πιο αγαπημένο πολιτικό νόμισμα του πρωθυπουργού – την ανάπτυξη - σε κίνδυνο. Μια ημέρα μετά την έκτακτη συνεδρίαση της Τράπεζας, η JPMorgan Chase αναθεώρησε τις προβλέψεις για την οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας το 2014 από το 2,5% στο 1,9%. Η Bank of America Merrill Lynch μείωσε τις προβλέψεις της από το 3,5% στο 1,7%. Στις 7 Φεβρουαρίου, η Standard & Poors μείωσε την βαθμολογία για τις προοπτικές τής Τουρκίας σε «αρνητικές», επικαλούμενη τους κινδύνους μιας απότομης επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας.

Η Τουρκία θεωρείται γενικά ως μια ιστορία οικονομικής επιτυχίας κατά την τελευταία δεκαετία, και υπάρχουν σοβαροί λόγοι γι’ αυτό. Από το 2002, το πρώτο έτος τού Ερντογάν στην εξουσία, το ΑΕΠ αυξανόταν κατά μέσο όρο με 5% ετησίως. Οι ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ) εισέρρευσαν σε πρωτοφανή επίπεδα. Μόνο το ένα τέταρτο των Τούρκων θεωρείτο μεσαία τάξη στα μέσα τής δεκαετίας τού 1990. Σήμερα, το 60% της χώρας συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν. Ο πληθωρισμός ήταν χαμηλός και ο τραπεζικός τομέας έχει αποδειχθεί ανθεκτικός.

Το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας (FED), που πλημμύριζε τις διεθνείς χρηματαγορές με δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια κάθε μήνα, εγκαινίασε μια νέα εποχή για την οικονομία τής Τουρκίας. Καθώς οι αγορές ομολόγων από την Fed απογειώθηκαν το 2008, οι επενδυτές, γεμάτοι με μετρητά και αναζητώντας υψηλότερες αποδόσεις από ό, τι θα μπορούσαν να βρουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, έσπευσαν στις αναδυόμενες αγορές, όπως εκείνη της Τουρκίας. Ενεργοποιημένη από βραχυπρόθεσμες επενδύσεις σε τουρκικούς τίτλους, χαμηλά επιτόκια δανεισμού και μια αύξηση της καταναλωτικής ζήτησης, η οικονομία τής Τουρκίας απογειώθηκε. Η αύξηση του ΑΕΠ έφθασε σε ποσοστό 9% το 2010 και το 2011 – καταφέρνοντας να συγκριθεί με την Κίνα - πριν επιβραδυνθεί σε 2,2% το 2012 και ένα προβλεπόμενο 3,6% πέρυσι.

Αυτή η εποχή έχει τελειώσει. Με την Fed ετοιμάζεται να κλείσει την στρόφιγγα για το πρόγραμμά της περί αγοράς ομολόγων, οι ροές κεφαλαίων προς την Τουρκία έχουν αρχίσει να στερεύουν, αφήνοντας πίσω τα αποδεικτικά στοιχεία μιας οικονομίας που εξαρτάται από τις φθηνές πιστώσεις. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διογκώθηκε στα περίπου 60 δισεκατομμύρια δολάρια ή 7% του ΑΕΠ. Οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές, ιδίως εκείνοι που πήραν δάνεια σε συνάλλαγμα, αντιμετωπίζουν ένα βουνό από χρέη. Στο τέλος τού 2013, ο όγκος των τραπεζικών δανείων ξεπέρασε το ένα τρισεκατομμύριο λίρες (450 δισ. δολ.), ένας διπλασιασμός από το 2010. Το ποσοστό εγχώριας αποταμίευσης είναι το χαμηλότερο των τελευταίων 30 ετών.

Υπάρχουν επίσης αυξανόμενες ανησυχίες ότι ο νέος πλούτος κατασπαταλήθηκε. Μια έρευνα για διαφθορά που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο έχει έκτοτε ανασύρει αποδείξεις για μίζες, στημένες προσφορές και ύποπτες διασυνδέσεις μεταξύ του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) του Ερντογάν και της κατασκευαστικής βιομηχανίας τής Τουρκίας, αν και το ταχέως μεταβαλλόμενο τοπίο των τουρκικών πόλεων - που τώρα λάμπει με άρτι χτισμένα συγκροτήματα κατοικιών, κτίρια γραφείων και εμπορικά κέντρα, και η συνέχιση της κατασκευής τεράστιων έργων υποδομής του δημοσίου - παρείχε ήδη αφθονία υποψιών.

Εν τω μεταξύ, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έχουν μείνει πίσω. Ο αυξανόμενος πληθυσμός τής Τουρκίας παραδοσιακά χρησιμοποιείται ως το οικονομικό πλεονέκτημα της χώρας, αλλά οι πρόσφατες αναλύσεις υποδηλώνουν ότι η προοπτική του έχει παραμεληθεί. Σε μια έρευνα του 2012 [2], η Τουρκία τοποθετείται 44η από 65 χώρες στα μαθηματικά, την ανάγνωση και τις επιστημονικές δεξιότητες των 15χρονων. Η μέση διάρκεια της σχολικής εκπαίδευσης για τους Τούρκους ηλικίας 25 ετών παραμένει μόλις 6,5 χρόνια, τοποθετώντας την στο κάτω μισό των 187 χωρών που μελετήθηκαν από τον Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης του ΟΗΕ το 2013 [3]. Ίσως η μεγαλύτερη τροχοπέδη για την αειφόρο ανάπτυξη είναι το θλιβερά χαμηλό ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Στο 29%, είναι περίπου το μισό τού μέσου όρου τού ΟΟΣΑ.

Χωρίς περαιτέρω μεταρρυθμίσεις στον τομέα τής εκπαίδευσης, της εργασίας και των δικαιωμάτων των γυναικών, καθώς και των επενδύσεων σε εξαγωγικούς τομείς υψηλής τεχνολογίας και χωρίς βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος, μια πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ [4] προειδοποιεί ότι η Τουρκία θα είναι δύσκολο να παράγει ανάπτυξη άνω του 3% ανά έτος, πολύ λιγότερο δε να πετύχει τον στόχο τού Ερντογάν να καταστεί μια από τις δέκα μεγαλύτερες οικονομίες τού κόσμου μέχρι το 2023. «Το καταναλωτικό οικονομικό μοντέλο τής Τουρκίας δεν μπορεί να στηρίξει σταθερά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης», καταλήγει μια άλλη μελέτη [5], «υπονομευμένη [όπως είναι] από χαμηλές επενδύσεις και ποσοστά αποταμίευσης, περιορισμένη εξαγωγική κουλτούρα, διάχυτη ανισότητα των φύλων και αναποτελεσματική χρήση του “δημογραφικού της μερίσματος”».

Με τα χρόνια τής εκρηκτικής ανάπτυξης πίσω της, η Τουρκία μπορεί να έχει χάσει μια χρυσή ευκαιρία για την αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων, λέει ο Ugur Gurses, ένας αρθρογράφος για την οικονομία στην τουρκική εφημερίδα Radikal. «Οι αναδυόμενες αγορές, ιδιαίτερα η Τουρκία, είχαν χώρο να διαχειριστούν τον κήπο τους, να εφαρμόσουν ορισμένες μεταρρυθμίσεις», λέει. «Εμείς απλά [σπαταλήσαμε] τον πραγματικά πολύτιμο χρόνο τα τελευταία πέντε χρόνια, και τώρα μπορεί να είναι πολύ αργά».

Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, το τέλος τής εποχής των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης μπορεί να σημάνει θαλασσοταραχή ενόψη για τον Ερντογάν και το AKP. Όπως κατέστησε σαφές η αύξηση του επιτοκίου την 28η Ιανουαρίου, το οικονομικό τοπίο αλλάζει κάτω από τα πόδια τού Ερντογάν. Δεν είναι απολύτως σαφές αν ο ίδιος θα είναι σε θέση να συμβαδίσει.

Ο πληθυσμός είναι απίθανο να νιώσει την οικονομική ύφεση για τουλάχιστον λίγους ακόμα μήνες, κάτι που σημαίνει ότι το AKP μπορεί ακόμα να τα πάει αρκετά καλά στις τοπικές εκλογές τής 30ης Μαρτίου. Αλλά, το τέλος τής εποχής των φθηνών πιστώσεων και της υψηλής ανάπτυξης θα μπορούσε να προοιωνίζεται κινδύνους για τον Ερντογάν, αν κατεβεί στις προεδρικές εκλογές τού φετινού καλοκαιριού, όπως αναμένεται να κάνει. Το σκάνδαλο διαφθοράς, στο οποίο ενεπλάκησαν τέσσερις από τους υπουργούς του, έχει ήδη διαβρώσει την υποστήριξη προς τον Τούρκο ηγέτη. Σε μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε στα μέσα Ιανουαρίου, ο βαθμός αποδοχής του έπεσε στο 39,4% από 48,1% μόλις ένα μήνα νωρίτερα και πολύ μακριά από το 59,1% που απολάμβανε τέλος τού 2012. Μια επιβράδυνση της οικονομίας μπορεί να σπείρει περαιτέρω τον όλεθρο στις πολιτικές του φιλοδοξίες, επιτείνοντας την ζημιά από το εν εξελίξει σκάνδαλο διαφθοράς. «Ένας λογικός αριθμός ανθρώπων μπορεί να είναι πρόθυμος να ξεχάσει την διαφθορά εφόσον η κυβέρνηση φέρνει ανάπτυξη και απασχόληση και ευημερία και τα τοιαύτα», λέει ο Asaf Savaş Akat, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Bilgi της Κωνσταντινούπολης. «Εάν η κυβέρνηση δεν μπορεί να το κάνει αυτό, τότε το ζήτημα της διαφθοράς μπορεί να αρχίσει να πονάει».

Βραχυπρόθεσμα, ο Ερντογάν θα πρέπει να ζήσει, όχι μόνο με τις επιπτώσεις τής αύξησης των επιτοκίων αλλά και με μια πολιτική κρίση εν μέρει δικής του υπαιτιότητας. Έχοντας καταφύγει σε βίαιες τακτικές, θεωρίες συνωμοσίας και μια εκκαθάριση της γραφειοκρατίας για να εκτονώσει την εν εξελίξει έρευνα για διαφθορά, ο ηγέτης τής Τουρκίας έχει βάλει την μεγαλύτερη κληρονομιά τής κυβέρνησής του – την πολιτική σταθερότητα - σε δοκιμασία. Αυτό από μόνο του, ανεξάρτητα από τις προβλέψεις για την ανάπτυξη, τα επιτόκια και την σχετική ισχύ τής τουρκικής λίρας, απειλεί να τρομάξει τους επενδυτές, τουλάχιστον σύμφωνα με τον Μουχαρέμ Γιλμάζ, τον πρόεδρο της μεγαλύτερης Επιχειρηματικής Ένωσης της Τουρκίας.

Η Τουρκία είναι «μια χώρα όπου η υπεροχή τού δικαίου δεν εισακούεται, όπου οι δικαστικοί μηχανισμοί δεν λειτουργούν με τους κανόνες τής ΕΕ, όπου η ανεξαρτησία των ρυθμιστικών αρχών είναι στιγματισμένη, όπου υπάρχει πίεση στις εταιρείες μέσω φορολογικών προστίμων και άλλων ποινών, όπου η νομοθεσία σχετικά με τους διαγωνισμούς αλλάζει τακτικά», είπε σε ομιλία του στις 23 Ιανουαρίου ο Γιλμάζ, ο επικεφαλής τής Τουρκικής Ένωσης Βιομηχανίας και Επιχειρήσεων,. «Δεν είναι δυνατόν το ξένο κεφάλαιο να έρθει σε μια τέτοια χώρα».

Ο Ερντογάν απάντησε την επόμενη ημέρα. Τα λόγια τού Γιλμάζ, είπε, ισοδυναμούν με «προδοσία».

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/140725/piotr-zalewski/the-end-of-...

Συνδέσεις:
[1] http://www.hurriyetdailynews.com/how-the-central-bank-saved-erdogans-der...
[2] http://www.oecd.org/pisa/keyfindings/pisa-2012-results-overview.pdf
[3] http://hdr.undp.org/sites/default/files/reports/14/hdr2013_en_complete.pdf
[4] http://www.imf.org/external/pubs/ft/scr/2013/cr13363.pdf
[5] http://www.chathamhouse.org/sites/default/files/public/Research/Europe/0...

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr