Η ΕΕ μετά την Ουκρανία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η ΕΕ μετά την Ουκρανία

Η ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική στη Νέα Ευρώπη
Περίληψη: 

Η κατάσταση στην Ουκρανία χτυπά στην καρδιά των προοπτικών - και των προκλήσεων – της ΕΕ ως δρώντα εξωτερικής πολιτικής. Η Ένωση εξακολουθεί να έχει μια ισχυρή έλξη για πολλές χώρες, αλλά η ικανότητά της να ανταποκρίνεται σε τυχόν κρίσεις που μπορεί να δημιουργηθούν είναι σοβαρά περιορισμένη.

Η KATHLEEN R. MCNAMARA είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Διακυβέρνησης και Διεθνών Υπηρεσιών και διευθύντρια τού Mortara Center for International Studies στο Πανεπιστήμιο Georgetown.

Τα δραματικά γεγονότα που εκτυλίσσονται στο κατώφλι τής Ευρώπης μοιάζουν με προσβολή στις βασικές πολιτικές αξίες τής Ευρωπαϊκής Ένωσης: αυτοδιάθεση, κράτος δικαίου, καθώς και ειρηνική επίλυση των συγκρούσεων. Ωστόσο, ακόμη και την ώρα που η κατάσταση στην Ουκρανία έχει επιδεινωθεί, η Ευρώπη έχει παραμείνει σε μεγάλο βαθμό ένας παθητικός παρατηρητής. Οι αρχικές προσπάθειες των εκπροσώπων της ΕΕ να βοηθήσουν στην σταθεροποίηση της κατάστασης μετά την ανατροπή τού πρώην προέδρου τής Ουκρανίας Βίκτορ Γιανουκόβιτς εξασθένησαν με την εισβολή τής Ρωσίας στην χερσόνησο της Κριμαίας. Και η έκτακτη συνεδρίαση των υπουργών Εξωτερικών τής ΕΕ στις Βρυξέλλες στις 3 Μαρτίου, οδήγησε μόνο σε μια ήπια δήλωση καταδίκης των ενεργειών τής Ρωσίας που απλώς υπαινισσόταν πιθανές σοβαρές επιπτώσεις. Οι επικεφαλής των ευρωπαϊκών κρατών συναντώνται σήμερα για να συζητήσουν περαιτέρω επιλογές, αλλά λίγοι προβλέπουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διαδραματίσει μεγάλο ρόλο στην σύγκρουση. Η Wall Street Journal [1], εύστοχα συνόψισε το συναινετικό κλίμα με τον τίτλο «Μια Συγκλονισμένη ΕΕ Δεν Κάνει Καμία Σοβαρή Προσπάθεια να Αντιμετωπίσει την Ρωσία για την Ουκρανία».

Θα έπρεπε να είναι διαφορετικά. Αφήνοντας στην άκρη το δράμα τής κρίσης της ευρωζώνης, την τελευταία δεκαετία έχει επιτευχθεί μια αργή, σταθερή εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως παγκόσμιου παράγοντα. Κατάφερε την επιτυχή απορρόφηση των 11 πρώην σοβιετικών κρατών σε ένα δημοκρατικό σύστημα ελεύθερης αγοράς. Και με την Συνθήκη τής Λισαβόνας, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2009, η ένωση είχε επιτέλους μια απάντηση στο ερώτημα του πρώην Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, Χένρι Κίσινγκερ: «Όταν θέλω να μιλήσω με την Ευρώπη, ποιόν καλώ στο τηλέφωνο;». Θα πρέπει να καλέσει την Κάθριν Άστον, φυσικά. Σήμερα είναι Ύπατος Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις εξωτερικές υποθέσεις και την πολιτική ασφάλειας, και παρά τον ευρύ αρχικό σκεπτικισμό, οι προσπάθειές της να δημιουργήσει μια ειρηνική διευθέτηση για την Βοσνία και το Κοσσυφοπέδιο και η ηγεσία της κατά τις πρόσφατες διαπραγματεύσεις με το Ιράν έφεραν επαίνους. Επίσης, βοηθητικοί θεσμοί είναι η νέα Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (η οποία χρησιμεύει ως ένα ειδικό διπλωματικό σώμα τής ΕΕ) και η ενισχυμένη Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας.

Όλα αυτά κάνουν την φαινομενική ατολμία τής Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ουκρανία ακόμη πιο περίπλοκη. Τίθεται επίσης το ερώτημα εάν θα πρέπει να περιμένουμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση να μείνει στο περιθώριο σε μελλοντικές κρίσεις. Ήταν, βεβαίως, το δέλεαρ της περαιτέρω ενοποίησης με την Ευρωπαϊκή Ένωση που προκάλεσε το κίνημα Euromaidan στην Ουκρανία. Οπότε, αν όχι στην Ουκρανία, τότε πού;

Στην πραγματικότητα, η ουκρανική κατάσταση χτυπά στην καρδιά των προοπτικών - και των προκλήσεων - της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως δρώντα εξωτερικής πολιτικής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να έχει μια ισχυρή έλξη για πολλές χώρες, όπως η Ουκρανία, που φιλοδοξούν να ενταχθούν στις τάξεις της. Δρα σε αρμονία με μια ποικιλία εξωτερικών πολιτικών, υπογράφοντας διεθνείς συνθήκες παράλληλα με τα κυρίαρχα κράτη και ενεργεί ως ο μεγαλύτερος συνεισφέρων εξωτερικής αναπτυξιακής βοήθειας στον κόσμο. Το συνδυασμένο οικονομικό της βάρος ξεπερνά εκείνο των Ηνωμένων Πολιτειών και είναι πολύ μπροστά από την Κίνα. Ίσως δεν αποτελεί έκπληξη, επομένως, ότι οι επιτυχίες τής Ευρωπαϊκής Ένωσης ώθησαν κάποιους παρατηρητές να ξεχνούν ότι δεν είναι ένα έθνος-κράτος, και την συγκρίνουν αδίκως με τις Ηνωμένες Πολιτείες όσον αφορά τη συνοχή της εξωτερικής της πολιτικής. Στην πραγματικότητα, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απολύτως περιορισμένη σχετικά με την ικανότητά της να ανταποκρίνεται άμεσα σε κρίσεις. Και για το άμεσο μέλλον, θα πρέπει να συνεχίσει να ελίσσεται ανάμεσα στις πολιτικές ατζέντες και τις ταυτότητες των κρατών-μελών της.

Προς το παρόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφιλιώνει αυτές τις εντάσεις μέσα από μια πολύ διακριτική εξωτερική πολιτική - η οποία στηρίζεται σε δύο στοιχεία. Το πρώτο είναι η έμφαση στην «ασφάλεια των ανθρώπων», αντί για την παραδοσιακή γεωπολιτική. Κατηγοριοποιημένη στις λεγόμενες «αποστολές τής Αγίας Πετρούπολης», η Ευρωπαϊκή Ένωση αυτοπεριορίζεται στις αυστηρά ανθρωπιστικές αποστολές.

Η κεντρική της «Πολιτική τής Ευρωπαϊκής Γειτονίας» εργάζεται για την σταθεροποίηση των περιοχών που περιβάλλουν την Ευρώπη, μέσω οικονομικών συμφωνιών και πολιτικής ενθάρρυνσης - δηλαδή, θεσμική στήριξη, εκλογικοί παρατηρητές, καθώς και διάφορα είδη συμφωνιών σύνδεσης, όπως αυτή στο επίκεντρο της ουκρανικής κρίσης. Γενικότερα, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, «η ανθρώπινη ασφάλεια» σημαίνει μια σειρά από έντονες προσπάθειες για την επιβράδυνση της αλλαγής τού κλίματος, την διαχείριση των οικονομικών κρίσεων και των πιέσεων της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο. Στον κόσμο τής Ευρωπαϊκής Ένωσης, πράγματα όπως η ισορροπία των δυνάμεων και οι ένοπλες επεμβάσεις απλά δεν είναι στο τραπέζι, αν και μεμονωμένα κράτη-μέλη, όπως η Γαλλία συνεχίζουν να αναλαμβάνουν στρατιωτικές επεμβάσεις μόνα τους.