Η ΕΕ μετά την Ουκρανία | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Η ΕΕ μετά την Ουκρανία

Η ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική στη Νέα Ευρώπη

Το δεύτερο βασικό στοιχείο τής εξωτερικής πολιτικής τής Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η εμμονή να εντάσσει τις δικές της ενέργειες στο πλαίσιο των πολιτικών θεσμών που βρίσκονται πάνω από αυτήν (όπως το ΝΑΤΟ και τα Ηνωμένα Έθνη) και σε εκείνους κάτω από αυτήν (όπως τα κράτη-μέλη). Από την παρέμβασή της στην Λιβύη, η οποία διεξήχθη υπό την αιγίδα τού ΝΑΤΟ, μέχρι την εμπλοκή τής Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ειρηνευτικές δραστηριότητες στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, μέχρι την ηγεσία τής Άστον σχετικά με τις συνομιλίες των P5 +1 με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα, οι πολυμερείς λύσεις ήταν το πλαίσιο του ευρωπαϊκού γεωπολιτικού παιχνιδιού. Και από την άποψη της ένταξης προς τα κάτω, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επανειλημμένως αποφύγει την δημιουργία ενός «ευρωπαϊκού στρατού» - κάτι που δεν μπορεί να στηριχθεί πολιτικά - αλλά χτίζει δίκτυα για τους στρατούς των κρατών-μελών. Έτσι, η 2.200 ανδρών Σκανδιναβική Μάχιμη Μονάδα τής Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελείται από την Εσθονία, την Φινλανδία, την Ιρλανδία, τη Νορβηγία και την Σουηδία. Η Ευρωπαϊκή Διοίκηση Αεροπορικών Μεταφορών με έδρα στο Αϊντχόβεν, η οποία ελέγχει τον εναέριο ανεφοδιασμό καυσίμων και τις στρατιωτικές μεταφορές, διοικείται από κοινού από το Βέλγιο, την Γαλλία, την Γερμανία, το Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες. Η προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να φωλιάσει τις πολιτικές της προς τα πάνω και προς τα κάτω, βοηθά στη νομιμοποίηση των δραστηριοτήτων τής εξωτερικής της πολιτικής, ενώ επίσης αφήνει στρατιωτικές δυνατότητες στα χέρια των κρατών μελών.

Αλλά, η μετα-εθνική εξωτερική πολιτική τής Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σαφώς πιο αποτελεσματική σε ορισμένους τομείς από ό, τι σε άλλους. Και η κρίση στην Ουκρανία το κάνει αυτό απόλυτα καθαρό. Η ευρωπαϊκή συζήτηση περί εκδημοκρατισμού και οικονομικής ανάπτυξης δημιούργησε κίνητρα για αλλαγή στην Ουκρανία. Και όσο η υποστήριξη παρέμενε στην σφαίρα των ιδεών και των θεσμών, η Ευρώπη τα πήγαινε αρκετά καλά. Η Άστον ήταν ο πρώτος ανώτερος ξένος αξιωματούχος που επισκέφθηκε το Κίεβο μετά την ανατροπή τού Γιανουκόβιτς. «Έτσι, είμαστε εδώ για να πούμε ότι θέλουμε να υποστηρίξουμε και να βοηθήσουμε την χώρα να παραμείνει ισχυρή και να προχωρήσουμε με τον τρόπο που η χώρα θα επιλέξει», είπε στις δηλώσεις της σε δημοσιογράφους στην Ουκρανία. Με αυτό τον τρόπο, σηματοδότησε στη Μόσχα την σημασία τής εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας.

Αλλά τώρα που η κατάσταση έχει μετακινηθεί στην ζώνη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, τα χέρια τής Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δεμένα. Πριν εισβάλει στην Κριμαία, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έπαιξε έξυπνα με τις διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών τής ΕΕ (που προέρχονται κυρίως από την διαφορετική εξάρτησή τους από την ρωσική ενέργεια και το εμπόριο). Η εθνικιστική επιθυμία τού Πούτιν ώστε η Ρωσία να γίνει μια «αναστημένη μεγάλη δύναμη [2]» συγκρούεται με την ίδια την βάση τής εξωτερικής πολιτικής τής ΕΕ, οριοθετείται στο έγγραφο για την Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας [3] με τίτλο «Μια ασφαλής Ευρώπη σε έναν καλύτερο κόσμο». Ο Πούτιν δεν φαίνεται να έχει πάρει ένα αντίγραφο της ΕΣΑ, η οποία αναφέρει ότι «η ανάπτυξη μιας ισχυρότερης διεθνούς κοινωνίας, εύρυθμα λειτουργούντων διεθνών θεσμών και μιας διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες, είναι ο στόχος μας». Ωστόσο, οι προσπάθειες για να φανεί ένα ενιαίο ευρωπαϊκό μέτωπο απέναντι στην παραβίαση της εδαφικής κυριαρχίας από την Ρωσία γρήγορα αντιμετώπισε προβλήματα. Στις 2 Μαρτίου, η Πολωνία και η Λιθουανία επικαλέστηκαν την ρήτρα τού ΝΑΤΟ η οποία ζητεί διαβούλευση όταν ένα από τα μέλη του αισθάνεται ότι απειλείται η ασφάλειά του. Εν τω μεταξύ, η Γερμανία, ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ρωσικού φυσικού αερίου, και η Γαλλία προειδοποίησαν ενάντια σε μια κλιμάκωση. Οι ηγέτες τής ΕΕ συζητούν οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας, αλλά και οι Γερμανοί σίγουρα θα δουν την όποια τιμωρία ως θέτουσα ένα υψηλότερο κόστος για το δικό τους έθνος, δεδομένου ότι η εξαγωγική οικονομία της εξαρτάται εν μέρει από τις καλές σχέσεις με την Ρωσία. Το χάσμα μεταξύ των περισσότερων μεγάλων ευρωπαϊκών φορέων και του Ηνωμένου Βασιλείου, που είναι ιστορικά πιο ευθυγραμμισμένο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και πιέζει για την ανάληψη δράσης, επίσης έρχεται στο προσκήνιο.

Η επίδειξη των σκληρών ορίων τού συγκεκριμένου είδους εξωτερικής πολιτικής τής Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να είναι επώδυνη για την Ευρώπη, δεδομένου ότι ο σάλος στην Ουκρανία είναι εν μέρει μια κρίση ταυτότητας για το αν η Ουκρανία θα πρέπει να είναι μέρος της Ευρώπης ή να συνδέεται με την Ρωσία. Προς το παρόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να συνεχίσει να δίνει έμφαση εργαζόμενη μέσω πολυεθνικών θεσμών. Είναι έκπληξη, επομένως, ότι μια από τις πρώτες προτάσεις από την Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ για την προώθηση του διαλόγου μεταξύ της Ρωσίας και της Ουκρανίας έγινε στην βάση τού εξωγενούς Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ). Η Βρετανία επίσης ενδιαφέρεται για την ιδέα που προτάθηκε από την Μέρκελ, περί μιας ομάδας επαφής για να ξεκινήσει μια διερευνητική αποστολή ενθάρρυνσης του πολιτικού διαλόγου.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να είναι ένας οικονομικός γίγαντας, αλλά δεν είναι ακριβώς το πολιτικό μυρμήγκι όπως ήταν παλιά. Η Ένωση συχνά χλευάστηκε για την σύγχυση που δημιουργεί η σούπα των αλφαβητικών ακρωνυμίων της και η επικάλυψη των θεσμών της για την εξωτερική πολιτική. Και είναι αλήθεια ότι στην ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας υπάρχει ελάχιστα σαφής ιεραρχία, τα ονόματα και οι θεσμοί αλλάζουν κάθε λίγα χρόνια, και τα πάντα φαίνονται τρομερά ad hoc. Αλλά, όλα αυτά προκύπτουν από τον σχεδιασμό – είναι το τίμημα για την διατήρηση μέσα στην Ένωση των κρατών-μελών, τα οποία αρκετά σωστά δείχνουν να φοβούνται για τα κυριαρχικά τους δικαιώματα. Και αυτό μπορεί ακριβώς να είναι το μυστικό για ό, τι επιτυχίες έχει επιτύχει η Ένωση μέχρι σήμερα.