Είναι απώλεια το να χαθεί η Κριμαία; | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Είναι απώλεια το να χαθεί η Κριμαία;

Τι μπορεί να περιμένει η Ρωσία από την «ζώνη τής σκουριάς» τής Ουκρανίας
Περίληψη: 

Αν ο Πούτιν προσπαθήσει να προσαρτήσει πλήρως την Κριμαία και άλλες ευάλωτες νοτιοανατολικές περιοχές τής Ουκρανίας, θα ανακαλύψει γρήγορα ότι θα έχει στην κατοχή του οικονομικά ασύμφορες επαρχίες που δεν θα μπορούν να επιβιώσουν χωρίς μαζικές ροές ρουβλίων.

Ο ALEXANDER J. MOTYL είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Rutgers στο Newark.

Μέχρι το τέλος αυτού του μήνα, είναι πιθανό ότι η Ρωσία τού Βλαντιμίρ Πούτιν θα ελέγχει πλήρως την ουκρανική χερσόνησο της Κριμαίας. Και είναι σαφές ότι επιδιώκει πολύ περισσότερα. Παρά το γεγονός ότι μια τεταμένη ηρεμία έχει κυριαρχήσει στην Κριμαία από τότε που εισέρρευσαν χιλιάδες Ρώσοι στρατιώτες πριν από μια εβδομάδα, η πιθανότητα για μια ρωσική στρατιωτική ώθηση βαθύτερα στην Ουκρανία αυξήθηκε σημαντικά στις 4 Μαρτίου, όταν ο Πούτιν δήλωσε κατά την διάρκεια συνέντευξης Τύπου ότι «δεν ανησυχεί» [1] από την προοπτική ενός πολέμου με την Ουκρανία. Σε μια φράση που συγκλόνισε τους Ουκρανούς μέχρι το κόκκαλο, συνέχισε ότι, αν η Ρωσία αποφάσιζε να πολεμήσει, θα το έκανε για «να προστατεύσει Ουκρανούς πολίτες». Και θα ήταν αδύνατο, άφησε να εννοηθεί, για τον ουκρανικό στρατό να κάνει τίποτα: «Ας δούμε αυτά τα στρατεύματα να προσπαθήσουν να πυροβολήσουν τους δικούς τους ανθρώπους με εμάς από πίσω τους - όχι μπροστά αλλά πίσω. Ας τους αφήσουμε απλώς να προσπαθήσουν να πυροβολήσουν τις γυναίκες και τα παιδιά!». Δια μιάς, ο Πούτιν είχε διευρύνει τις προθέσεις του στην Ουκρανία από την «προστασία» των Ρώσων πολιτών (όπως ήταν το σκεπτικό του για την εισβολή και την κατάληψη της Κριμαίας) στην «προστασία» όλης τής Ουκρανίας και κατέστησε σαφές ότι θα χρησιμοποιήσει τους Ουκρανούς πολίτες - γυναίκες και παιδιά - ως ασπίδα για τις ρωσικές δυνάμεις εισβολής.

Είναι καιρός να φανταστεί κανείς αυτό που κάποτε φαινόταν αδύνατο: Ο Πούτιν επιτίθεται και διαιρεί την Ουκρανία και, εκτός από την Κριμαία, προσαρτά τις νοτιοανατολικές επαρχίες τής Ουκρανίας, που γενικά θεωρούνται πιο ευάλωτες για κατάκτηση - Donetsk, Kherson, Luhansk, Mykolaiv και Zaporizhzhya, οι οποίες περιέχουν μεγάλο μέρος τού εθνοτικού ρωσικού πληθυσμού τής Ουκρανίας και σχηματίζουν ένα τόξο κατά μήκος τής Μαύρης Θάλασσας και της Αζοφικής Θάλασσας από την επαρχία Mykolaiv, ακριβώς βορειοδυτικά τής Κριμαίας, ως την Luhansk, η οποία είναι πιο βορειοανατολικά. (Στις 8 Μαρτίου, υπήρχαν ήδη κάποιες αναφορές [2] ότι τα ρωσικά στρατεύματα είχαν προχωρήσει από την Κριμαία σε ένα στενό ισθμό που είναι μέρος τής επαρχίας Kherson). Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Ρωσία θα ήταν η άμεση νικήτρια και η Ουκρανία, η άμεση ηττημένη. Όμως, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, η Ουκρανία θα καταλήξει μπροστά.

Οι αρχικές απώλειες της Ουκρανίας είναι προφανείς: ήττα σε έναν χερσαίο πόλεμο, παράδοση εδαφών και πληθυσμών, και θυσία στην βία για χιλιάδες - ίσως και δεκάδες χιλιάδες - Ουκρανών. Μόλις ο πόλεμος τελειώσει, όμως, η Ουκρανία θα βγει πιο συμπαγής, πιο ομοιογενής και πιο ενωμένη με έναν σκοπό: Μαζί με τις ανατολικές περιοχές της θα φύγει ένα μεγάλο μέρος τού εκλογικού σώματος που ψηφίζει συνήθως για το Κομμουνιστικό Κόμμα και το Κόμμα των Περιφερειών, τού πρώην προέδρου Βίκτορ Γιανουκόβιτς. Ως αποτέλεσμα, τα αντι-ουκρανικά και αντι-Δυτικά αισθήματα θα μειωθούν. Η νέα κυβέρνηση της Ουκρανίας θα μπορούσε με βεβαιότητα να προχωρήσει σε ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα πολιτικής και οικονομικής μεταρρύθμισης (ένας πιο αλληλέγγυος πληθυσμός θα είναι πιο πιθανό να δεχτεί το σφίξιμο της ζώνης που συνεπάγονται οι μεταρρυθμίσεις) και να συνεχίσει την ταχεία ενσωμάτωση στις ευρωπαϊκές και διεθνείς δομές. Απαλλαγμένη από μερικούς από τους πιο ασύμφορους βιομηχανικούς τομείς τής «ζώνης τής σκουριάς», η οικονομία τής Ουκρανίας θα είναι πιο ανοικτή σε ξένες άμεσες επενδύσεις και θα μπορούσε να είναι έτοιμη για απογείωση. Χωρίς την Κριμαία και τις νοτιοανατολικές επαρχίες της, η Ουκρανία θα είναι μικρότερη, αλλά θα επιβιώσει και, κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι πολύ ισχυρότερη.

Τα κέρδη τής Ρωσίας είναι επίσης προφανή: η νίκη σε έναν «μεγάλο και λαμπρό» πόλεμο και η προσάρτηση εδαφών. Αλλά η εθνικιστική μέθη που παράγεται από τον πόλεμο και τον ενθουσιασμό για την εδαφική επέκταση σύντομα θα εξασθενίσει καθώς η αφυπνιστική πραγματικότητα σε αυτές τις επαρχίες θα αναδυθεί και οι Ρώσοι θα συνειδητοποιήσουν ακριβώς ποιούς και τι έχουν προσαρτήσει.

Κατ’ αρχήν, η Ρωσία κοροϊδεύει τον εαυτό της εάν πιστεύει ότι οι νοτιοανατολικοί πληθυσμοί τής Ουκρανίας θα προσαρτηθούν ευχαρίστως. Σύμφωνα με μια έρευνα κοινής γνώμης [3] που διεξήγαγε το έγκυρο «Διεθνές Ινστιτούτο Κοινωνιολογίας τού Κιέβου» στα μέσα Φλεβάρη του 2014, η συντριπτική πλειοψηφία των Ουκρανών - ακόμη και στα νοτιοανατολικά - απορρίπτει την «ενοποίηση» με την Ρωσία. Η Κριμαία εμφάνισε την λιγότερη αντίθεση, με 59% κατά. Στην επαρχία Donetsk, ο αριθμός ήταν 66,8%. Στην Luhansk, ήταν 75,9%. Στις Kherson και Mykolaiv, περισσότερο από το 95% των ερωτηθέντων ήταν αντίθετοι. Και ένα ισχυρό 83,3% των ανθρώπων στην Zaporizhzhya είπε όχι. Εν ολίγοις, η προσάρτηση θα φέρει έναν εξαιρετικά δυσαρεστημένο πληθυσμό στους κόλπους τής Ρωσίας. Οι άνθρωποι θα μπορούσαν να αντισταθούν παθητικά στην ρωσική κυριαρχία. Θα μπορούσαν επίσης να πάρουν τα όπλα.

Η λαϊκή δυσαρέσκεια θα καταστήσει δύσκολο για τον Πούτιν για αποχωρήσει. Δεκάδες χιλιάδες Ρώσοι στρατιώτες θα πρέπει να παραμείνουν ως δύναμη κατοχής για πολύ καιρό - μια ακριβή υπόθεση που θα μπορούσε να απαιτεί δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Και η Ρωσία δεν θα είναι σε θέση να παραμελεί την οικονομία της περιοχής, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο απλώς θα αυξήσει την δυσαρέσκεια και την αντίσταση.