Το ίντερνετ μένει ελεύθερο | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Το ίντερνετ μένει ελεύθερο

Η Ουάσιγκτον παραχωρεί τον έλεγχο τής ICANN
Περίληψη: 

Τον περασμένο μήνα, η Ουάσιγκτον δεσμεύτηκε να εγκαταλείψει τον έλεγχο τής ICANN, μιας μη κερδοσκοπικής εταιρείας που διαχειρίζεται το σύστημα «ονομάτων τομέα» (domain name) του Διαδικτύου. Οι επικριτές λένε ότι η κίνηση αυτή θα επιτρέψει στα καταπιεστικά καθεστώτα να περιορίζουν την ελευθερία στο Διαδίκτυο. Στην πραγματικότητα, αυτό αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία για την διατήρηση ενός ανοικτού συστήματος.

Η STACIE L. PETTYJOHN είναι πολιτική επιστήμων στο RAND Corporation.

Για πάνω από μια δεκαετία, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προωθήσει ένα ελεύθερο και ανοιχτό Διαδίκτυο, ως ένα κεντρικό δόγμα τής εξωτερικής πολιτικής τους. Μέχρι σήμερα, αυτό έχει εμφανώς οδηγήσει στην διαπόμπευση κυβερνήσεων που περιορίζουν την πρόσβαση σε online περιεχόμενο και στην ανάπτυξη εργαλείων που βοηθούν τους ανθρώπους να παρακάμψουν την λογοκρισία και την παρακολούθηση. Ίσως ακόμη πιο σημαντικές, όμως, ήταν οι προσπάθειες της Ουάσιγκτον να εξασφαλίσει ότι το Διαδίκτυο θα παραμένει ρυθμιζόμενο από δημόσιους αλλά και ιδιωτικούς φορείς - και όχι μόνο από τις κυβερνήσεις.

Η τελευταία συζήτηση στα κέντρα διοίκησης του Διαδικτύου για την σχέση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Internet Corporation for Assigned Names and Numbers (ICANN), μιας ιδιωτικής, μη κερδοσκοπικής οργάνωσης που διαχειρίζεται τα ονόματα τομέα (domain names) και τις «διευθύνσεις πρωτοκόλλου Διαδικτύου» ή διευθύνσεις IP. Από την ίδρυσή της, η ICANN λειτουργεί υπό τους όρους μιας σύμβασης με το αμερικανικό Υπουργείο Εμπορίου, δίνοντας στην Ουάσιγκτον έναν κρίσιμο λόγο στο πώς ρυθμίζεται το Διαδίκτυο. Τον περασμένο μήνα, το Υπουργείο ανακοίνωσε τα σχέδιά του να αφήσει τη σύμβασή του με την ICANN να λήξει το 2015 και να κάνει μια μετάβαση προς ένα «παγκόσμιο μοντέλο πολλών ενδιαφερομένων», οι λεπτομέρειες του οποίου εξακολουθούν να μελετώνται. Αυτό έχει οδηγήσει στην κριτική ότι η Ουάσιγκτον αφελώς εγκαταλείπει τον μακροχρόνιο ρόλο της ως εγγυητής τής ελευθερίας στο Διαδίκτυο. Η κίνηση, ωστόσο, είναι οξυδερκής. Η παράδοση του ελέγχου τής ICANN θα εκτονώσει τις εντεινόμενες επικρίσεις για την τεράστια επιρροή τής Ουάσιγκτον στην διακυβέρνηση του Διαδικτύου - και θα διαλύσει τις προσπάθειες από καταπιεστικά κράτη που θέλουν να επεκτείνουν την δική τους επιρροή.

Η κατανόηση του πλήρους αντίκτυπου της απόφασης απαιτεί την περιγραφή τού γενικότερου πλαισίου. Σε ευρύτερο επίπεδο, η διακυβέρνηση του Διαδικτύου περιλαμβάνει την διαχείριση της τεχνικής αρχιτεκτονικής τού κυβερνοχώρου, που ήταν διαποτισμένη από τους αρχικούς σχεδιαστές της, με μια ανοικτή υποδομή και μη ιδιόκτητα πρότυπα. Μέχρι το θάνατό του το 1998, ένας από αυτούς – ο Jon Postel, καθηγητής τής επιστήμης των υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας – λειτουργούσε μόνος του το σύστημα «ονομάτων τομέα», το οποίο συνταιριάζει αριθμούς IP σε διευθύνσεις ιστοσελίδων. (Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ χρηματοδότησε το Διαδίκτυο στα σπάργανά του, παραιτήθηκε από τον έλεγχο της ανάπτυξής του από νωρίς). Η ταχεία ανάπτυξη του Διαδικτύου, ωστόσο, γρήγορα ξεπέρασε τις δυνατότητες τού Postel να το διαχειρίζεται. Το 1998, η κυβέρνηση Κλίντον παρενέβη με την δημιουργία τής ICANN, μιας μη κερδοσκοπικής εταιρείας υπό το καθεστώς σύμβασης με το Υπουργείο Εμπορίου.

Ως σήμερα, η πρωταρχική αποστολή τής ICANN [1] είναι να εξασφαλίζει ότι όποιος πληκτρολογεί μια διεύθυνση Web οπουδήποτε στον κόσμο θα απευθύνεται στην αντίστοιχη ιστοσελίδα. Αυτό επιτυγχάνεται με την ανάθεση και τον συντονισμό των μοναδικών αναγνωριστικών (διευθύνσεις IP και URL) που συνδέουν τους υπολογιστές μεταξύ τους, εξασφαλίζοντας έτσι ότι το Διαδίκτυο είναι πραγματικά ένα παγκόσμιο δίκτυο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ICANN διατηρούσε κάποια από τα αρχικά χαρακτηριστικά τού Διαδικτύου με το να δημιουργήσει μια περιεκτική οργάνωση που καλεί όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη - συμπεριλαμβανομένης της τεχνολογικής κοινότητας, της κοινωνίας των πολιτών, του ιδιωτικού τομέα και τις κυβερνήσεις - για να συμμετάσχουν στην χάραξη πολιτικής με συναινετικό τρόπο. Αυτό το μοντέλο έχει λειτουργήσει σε μεγάλο βαθμό: παραμένει δύσκολο για έναν οποιαδήποτε ενδιαφερόμενο ή εταίρο να κυριαρχεί στις αποφάσεις, κάτι που τελικά προστατεύει τον ανοικτό χαρακτήρα τού Διαδικτύου.

Η ICANN δεν είναι ο μόνος οργανισμός που είναι αρμόδιος για την διαχείριση του Web. Η Internet Engineering Task Force, το Internet Architecture Board και το World Wide Web Consortium, μεταξύ άλλων ομάδων, συμβάλουν στην ανάπτυξη και την διατήρηση των τεχνικών κανόνων ανοικτών. Όλοι έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην διασφάλιση ότι το Διαδίκτυο λειτουργεί ομαλά. Κανένας, όμως, δεν ήταν τόσο αμφιλεγόμενος όσο η ICANN. Παρά το γεγονός ότι ορισμένα έθνη είχαν αντιρρήσεις ως προς την αμερικανική εποπτεία επί της ICANN στο παρελθόν, ένας αυξανόμενος αριθμός κρατών τώρα εκφράζει την αντίθεσή του στην διευθέτηση αυτή. Συγκεκριμένα, έχουν ζητήσει οι ρυθμιστικές εξουσίες τής ICANN να μεταφερθούν στην Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών τού ΟΗΕ (ITU). Στην πραγματικότητα, η κίνηση αυτή θα μεταβιβάσει την ευθύνη της διαχείρισης του συστήματος ονομάτων τομέα (domain name) από ένα μη κερδοσκοπικό σύνολο μιας ποικιλίας ενδιαφερομένων μερών σε έναν διεθνή οργανισμό που κυριαρχείται από εθνικές κυβερνήσεις.

Η Κίνα και η Ρωσία έχουν πρωτοστατήσει στην κίνηση για να φύγει ο έλεγχος του Διαδικτύου από την ICANN. Πρωταρχικός στόχος τους είναι να μειωθεί η επιρροή των ΗΠΑ στο Διαδίκτυο με το να ενδυναμωθούν άλλα κράτη, δηλαδή, οι ίδιες. Βλέπουν, επίσης, την ευκαιρία να διευκολύνουν την λογοκρισία και την παρακολούθηση. Με απλά λόγια, έχοντας βαρύτερο λόγο στην διαχείριση του «κεντρικού βρόχου» τού Διαδικτύου [2] είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ενισχυθεί η ικανότητά τους – όπως και άλλων αυταρχικών κρατών - να ελέγχουν το τι μπορούν να δουν και να πούν οι πολίτες τους διαδικτυακά. Αν καταφέρουν να ενισχύσουν την ITU σε βάρος τής ICANN, το Πεκίνο και η Μόσχα θα μπορούσαν να περιθωριοποιήσουν τους μη κυβερνητικούς εταίρους τής ICANN και να νομιμοποιήσουν κατασταλτικές πρακτικές, όπως το να μπλοκάρουν ιστότοπους και να δομήσουν κλειστά εθνικά intranets. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι τα έθνη που σε μεγάλο βαθμό παρακολουθούν και λογοκρίνουν το Διαδίκτυο, συμπεριλαμβανομένων της Αλγερίας, της Αιγύπτου, της Σαουδικής Αραβίας, του Σουδάν και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, υπήρξαν οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της πρωτοβουλίας αυτής.