Κλήση από… Λόντονγκραντ | Foreign Affairs - Hellenic Edition

Κλήση από… Λόντονγκραντ

Η επικίνδυνη εξάρτηση της Βρετανίας από το ρωσικό χρήμα

Ο λόγος που οι Βρετανοί πολιτικοί ήταν τόσο χαλαροί σχετικά με το καθεστώς τού Λονδίνου ως ένα είδος offshore χρηματοοικονομικού κέντρου είναι, εν μέρει, κυκλικός. Ο συνασπισμός Συντηρητικών-Φιλελεύθερων Δημοκρατών που εκλέχθηκε το 2010 ανέστρεψε τα μέτρα τόνωσης που είχε υιοθετήσει μετά την πιστωτική κρίση η κυβέρνηση των Εργατικών τού Γκόρντον Μπράουν. Ήλπιζαν να εξαλείψουν το έλλειμμα του προϋπολογισμού τού Ηνωμένου Βασιλείου ως το τέλος τής κοινοβουλευτικής περιόδου, το 2015. Όμως, εν μέσω της παγκόσμιας ύφεσης και προσπαθειών απομόχλευσης του εγχώριου τομέα των νοικοκυριών, οι πολιτικές αυτές προβλέψιμα σταμάτησαν την ανάκαμψη, οδηγώντας σε τρία χρόνια στασιμότητας. Έτσι, η κυβέρνηση Cameron χαλάρωσε λίγο την δημοσιονομική προσαρμογή [6] και ενθάρρυνε την ανάπτυξη των τιμών των ακινήτων με την αναδοχή τραπεζικών χορηγήσεων προς αγοραστές υψηλής μόχλευσης [7]. Αυτή η «από την πίσω πόρτα» ενίσχυση έφερε ένα κύμα κεφαλαίων από διεθνείς επενδυτές που αναζητούσαν ένα ασφαλές καταφύγιο για τα περιουσιακά τους στοιχεία και βοήθησε να βελτιωθεί η εικόνα μιας κυβέρνησης που υπολειπόταν στις δημοσκοπήσεις τα τελευταία τρία χρόνια [8].

ΞΕΝΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ

Αλλά το χρήμα που ξεπλένεται γύρω από τα μοδάτα ακίνητα του Λονδίνου είναι πολύ περισσότερο από το να αποτελεί συγκυριακή κατάσταση. Στην πραγματικότητα, αποκαλύπτει τις βαθιές διαρθρωτικές τάσεις με ανησυχητικές επιπτώσεις για την βρετανική οικονομία και, ειδικότερα, για τα βρετανικά νοικοκυριά. Η πιστωτική κρίση ήρθε σε μια στιγμή που τα επίπεδα του χρέους στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν σε ιστορικά υψηλά. Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση είχε ένα σχετικά χαμηλό ύψος χρέους, τα νοικοκυριά και, κυρίως, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ήταν μοχλευμένα μέχρι τον λαιμό. Ο αντίκτυπος της κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος είχε καταστροφικές συνέπειες στην εμπιστοσύνη των καταναλωτών και, ως εκ τούτου, η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 6,4% από τα μέσα του 2008 έως τα τέλη τού 2009 [9]. Αλλά σε αντίθεση με την γειτονική Ιρλανδία, η οποία περιορίστηκε από μια συντηρητική Κεντρική Τράπεζα και από ένα κοινό νόμισμα με την επιθετική Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο απολαμβάνει ένα κυμαινόμενο νόμισμα, το οποίο γρήγορα υποτιμήθηκε κατά περισσότερο από 20%, και μια Τράπεζα της Αγγλίας που είναι πρόθυμη να τυπώσει χρήμα για να διασώσει το τραπεζικό σύστημα. Η κυβέρνηση στην συνέχεια επέκτεινε την πολιτική αυτή μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης ύψους σχεδόν 630 δισεκατομμυρίων αμερικανικών δολαρίων [10], κάτι που επέτρεψε στην κυβέρνηση να μετατρέψει το χρέος της σε μετρητά, έτσι ώστε το συνολικό επίπεδο του χρέους να παραμένει πολύ χαμηλότερο από αυτό που βιώνουν οι χτυπημένοι από την λιτότητα Ευρωπαίοι γείτονες των Βρετανών. Πολύ περισσότερο από όσο η λιτότητα, τα μέτρα αυτά επέτρεψαν στην βρετανική κυβέρνηση να συγκρατήσει την αύξηση του χρέους προς το ΑΕΠ ήδη από το 2010.

Έχουν, επίσης, βοηθήσει την κυβέρνηση να αντιμετωπίσει την κρίση με τρόπο ώστε οι μισθοί να ανακτήσουν γρήγορα την ανταγωνιστικότητά τους στις διεθνείς αγορές, ενώ μείωσε τις επιπτώσεις τής πτώσης τής αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Αλλά καθώς άλλα έθνη οφειλέτες, όπως η Ιρλανδία, η Ελλάδα και η Ιταλία, έχουν αρχίσει να ανακάμπτουν χάρη στην αύξηση των εξαγωγών, οι βρετανικές εξαγωγές συνέχισαν να μειώνονται. Πράγματι, αν και η βρετανική οικονομία άρχισε να αναπτύσσεται και πάλι το 2013, η ανάπτυξη αυτή συνοδεύτηκε από άμεση αύξηση του ήδη χρόνιου ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο ήταν κατά μέσο όρο στο 5,5% κατά το δεύτερο εξάμηνο του περασμένου έτους, το υψηλότερο που έχει καταγραφεί. Με άλλα λόγια, μετά από μια σύντομη περίοδο απομόχλευσης, το Ηνωμένο Βασίλειο και πάλι βασίζεται σε ξένο δανεισμό για την επέκταση της οικονομίας του. Κάποιος, τελικά, χρηματοδοτεί αυτό το εμπορικό έλλειμμα.

Μακράν της εξισορρόπησης της βρετανικής οικονομίας, όπως είχε υποσχεθεί να κάνει, η κυβέρνηση έχει πρακτικά ανακατασκευάσει το προ της κρίσης μοντέλο ανάπτυξης χρησιμοποιώντας περισσότερα δανεικά. Ακριβώς όπως και οι προκάτοχοί του, ο σημερινός υπουργός Οικονομικών, George Osborne, κατέληξε προεδρεύει σε μια ανάπτυξη που καθοδηγείται από την αύξηση του δανεισμού (ένα μεγάλο κομμάτι του οποίου προέρχεται από την Ρωσία), σε μια νέα χρηματοδοτούμενη από το εξωτερικό φούσκα ακινήτων [11], στην στασιμότητα των επενδύσεων και στην μείωση των εξαγωγών [12]. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι το αποτέλεσμα θα είναι διαφορετικό από ό, τι ήταν στο παρελθόν: όταν σταματήσουν οι εισροές κεφαλαίων, το ίδιο θα κάνει και η βρετανική οικονομία.

ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ

Οι διαδοχικές απόπειρες να ξεφύγουν από τον κύκλο της ανάπτυξης και της κρίσης, από την πολιτική τής Θάτσερ να ελέγχει την προσφορά χρήματος για να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό μέχρι τους νομισματικούς και δημοσιονομικούς κανόνες τού Μπλερ και του Brown, όλες έχουν αποτύχει. Υπό την διακυβέρνηση και των τριών, το χρέος χρησιμοποιήθηκε ως καύσιμο των καταναλωτικών δαπανών και μια επιδοτούμενη από την κυβέρνηση ραγδαία άνοδος των αξιών των ακίνητων ώθησε προς τα εμπρός την οικονομία. Το ξένο κεφάλαιο στο οποίο στηρίζεται το μοντέλο αυτό έχει προσελκυσθεί εν μέρει μέσω του θεσμικού arbitrage: χαλαρή ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών προϊόντων στο City, φοροαπαλλαγές για τους πλούσιους ξένους κατοίκους, ένα νομικό σύστημα ελκυστικό για τους κατέχοντες και πολύ χαμηλή φορολογία στα ακίνητα. Έχοντας διαφημίσει το Λονδίνο ως τόπο όπου οι ολιγάρχες μπορούν να επενδύουν και να ξοδεύουν τα χρήματά τους χωρίς πάρα πολλά ερωτηματικά, η βρετανική κυβέρνηση τρέμει πλέον να αμφισβητήσει τα προνόμια αυτά από τον φόβο μιας τυχόν αναστροφής τής ροής των κεφαλαίων.